17.8.13

ΟΔΟΣ: Απ’ ευθείας από τον άμβωνα της αθωότητας και της αγνότητας


ΟΔΟΣ 25.4.2013 | 689

Η είδηση ότι η ανακριτική έρευνα για την υπόθεση του κληροδοτήματος «Παπαλαζάρου» και πιο συγκεκριμένα για την διαχείριση των χρηματικών καταθέσεών της δεν περιορίζεται στα δύο πρόσωπα αλλά έχει επεκταθεί, και αφορά πλέον τους τέως δημάρχους Καστοριάς Δημήτριο Παπουλίδη και Ιωάννη Τσαμίση, του τέως δημοτικούς συμβούλους Δημήτριο Τσιόγκα, Εμμανουήλ Χατζησυμεωνίδη, Γ. Παπαγεωργίου, Αχιλλέα Μιρκόπουλο, Ζήση Τζηκαλάγια, Γεώργιο Σπανό, Ειρήνη Γεωργοσοπούλου και τον άλλοτε προϊστάμενο του δήμου Δημήτριο Καραμανίδη, θα μπορούσε να μην προκαλέσει ιδιαίτερη έκπληξη. Αλλά αντίθετα να θεωρηθεί φυσική και αυτονόητη συνέπεια, αφού η κληρονομιά «Παπαλαζάρου» είναι μεν παλιά ιστορία, αφορά ωστόσο περισσότερες από μία δημοτικές περιόδους ή διοικήσεις του Δήμου.

Για να μην προκαλέσει όμως ιδιαίτερη έκπληξη θα έπρεπε να είναι φυσιολογική η γενικευμένη ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής με τα (μερικά) σωστά και τα άπειρα λάθη της ίδιας και της λαϊκής κυριαρχίας. Και μάλιστα, η ποινικοποίηση αυτή να προκαλείται από την ίδια κρατική γραφειοκρατία (οικονομική επιθεώρηση) που από το 1998 έως το 2010, δηλαδή για όλο το ερευνώμενο «ύποπτο» χρονικό διάστημα, ήταν αυτή η ίδια που ενέκρινε ανεπιφύλακτα τα πεπραγμένα του Δήμου Καστοριάς, σε σχέση με την διαχείριση της κληρονομιάς.

Μπορεί να μην ήταν τα ίδια φυσικά πρόσωπα ως ελεγκτές, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία σε ένα κράτος που υποτίθεται ότι έχει συνοχή και συνέχεια. Ώστε ακόμη και να μην υπάρχει η παραμικρή διάθεση (πολιτικής) υπεράσπισης του διαβρωμένου πολιτικού συστήματος, απορίας άξιο είναι, τι έκαναν αυτά τα 12 χρόνια οι οικονομικοί επιθεωρητές, που υποτίθεται ότι βρήκαν λαβράκι σε ιχθυοτροφείο. Και για ποιο λόγο εγκρίνονταν τα ετήσια πεπραγμένα, αφού προηγουμένως υποτίθεται, είχαν ελεγχθεί όλα τα στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία δεν ήταν και τόσο κρυφά.

Ελέγχονταν επιπλέον από τα ΜΜΕ και από την κοινή γνώμη, η οποία γνώριζε ότι δεν πραγματοποιούνταν ο σκοπός της διαθήκης «Παπαλαζάρου». Μοίραζε ωστόσο τα 70% ποσοστά χωρίς επιφυλάξεις και αστερίσκους. Προπαντός ελέγχονταν από τις εκάστοτε μειοψηφίες του Δημοτικού Συμβουλίου, από τις οποίες, κανείς ποτέ δεν άκουσε να υποστηρίζεται ότι η διαχείριση είχε τα στοιχεία του κακουργήματος. Πολιτικές διαφωνίες και υπαινιγμοί ακούστηκαν πολλές φορές, αλλά ως εκεί.

Θα φαινόταν λοιπόν κάτι φυσικό το γεγονός ότι γενικεύεται η ανακριτική έρευνα αν συνέτρεχαν όλα τα προηγούμενα και αν τις τελευταίες μόλις εβδομάδες, δεν είχαν προηγηθεί οι πολιτικά επιπόλαιες, νομικά αφελείς και κοινωνικά φλύαρες κριτικές. Απ’ ευθείας από τον άμβωνα της αθωότητας και της αγνότητας.

Από αρκετούς καλούς Ποιμένες και Αποστόλους της εντιμότητας, διαφάνειας και της πολιτικής ορθότητας. Που πίστεψαν ότι έπεσαν επιτέλους σε φλέβα χρυσού και κοίτασμα πετρελαίου. Η εκμετάλλευση των οποίων θα ήταν το φιλί της ζωής σε μια παραπαίουσα κοινωνία και μέσω αυτής στους ίδιους. Σε μια πόλη χωρίς ουσιαστικά και σοβαρά πολιτικά και κοινωνικά ενδιαφέροντα.

Ή αν δεν είχαν βιαστεί, πρόωρα όπως σε όλες τις πρόωρες καταστάσεις συμβαίνει, αλλά και με κάποια κακεντρέχεια να πετάξουν βέλη με δηλητήριο σε βάρος άλλων, παράγοντες που τελικά βρέθηκαν να εμπλέκονται, σύμφωνα με την νέα έρευνα. Ακόμη κα πρόσωπα που θα υποχρεωθούν έτσι να εγκαταλείψουν την εσθήτα της αγνότητας και της παρθενίας για να δώσουν εξηγήσεις στον ίδιο ανακριτή για αυτά που δεν έκαναν ή έκαναν οι ίδιοι, μαζί με αυτούς που μέχρι χθες περίπου κατηγόρησαν.

Και πολύ περισσότερο αν δεν είχαν βιαστεί να στοχοποιήσουν αποκλειστικά τα δύο πρόσωπα από τα οποία αρχικά ξεκίνησε η έρευνα, συγκεκριμένα ΜΜΕ τα οποία αυτοβούλως ή όχι, με την ρομφαία των αρχαγγέλων της κοινωνικής ηθικής και ανεπιληψίας, αποτελώντας το προφανές καλό παράδειγμα, είπαν και υπαινίχθηκαν τόσα πολλά, με αποτέλεσμα αντί να χάσουν την λαλιά τους, να χάσουν τώρα την ακοή τους. Μιας και δεν άκουσαν τίποτε για τις εξελίξεις. Είπαν όσα δεν είπαν επί πολλά χρόνια, όταν οι κρινόμενοι βρίσκονταν στο απώγειο της δόξας τους, αλλά κρατούσαν και τις στρόφιγγες.

Άναυδοι όλοι αυτοί, όπως και η τοπική κοινωνία θα συνειδητοποιήσουν ότι τα εξιλαστήρια ή όχι θύματα, τα πρόσωπα που προορίζονται για την καταπολέμηση της κοινωνικής ανίας δεν ήταν τελικά δύο. Ο οικονομικός έλεγχος που διεξάγεται από την κρατική μηχανή -μάλλον κι’ αυτή, αν όχι μόνο αυτή, θα έπρεπε να λογοδοτήσει για όσα κολάσιμα ή ακόλαστα της ξέφευγαν για 12 χρόνια- διευρύνεται σε μισή ντουζίνα δημάρχους, αντιδημάρχους και καμιά ντουζίνα μέλη των διαχειριστικών επιτροπών του κληροδοτήματος «Παπαλαζάρου».

Σε τέως αλλά και προπαντός νυν παράγοντες του δημόσιου και δημοτικού βίου που συγκροτούν διμοιρία υπόπτων και θα μπορούσαν να συστήσουν μέχρι και σωματείο. Αναμφίβολα το σοκ που θα προκληθεί στους ίδιους και η αμφιβολία λόγω της ρευστότητας της κατάστασης που επικρατεί, αλλά και κάποιων εξελίξεων στις οποίες η δικαστική μεταχείριση μάλλον τρόμαξε τους ενεχόμενους, αναμένεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ήδη κάκιστο κλίμα.

Σύμφωνα με την διαδικασία που θα ακολουθηθεί, όλοι αυτοί που ελέγχονται και θα πάρουν την άγουσα ως κατηγορούμενοι για αδικήματα σε βαθμό κακουργήματος που απειλούν ποινή καθείρξεως από 5 χρόνια έως και ισόβια -αυτά αναφέρονται για να συνειδητοποιηθεί η θεσμική σοβαρότητα της προοπτικής στην οποία μπορεί να οδηγεί μια απλή προχειρότητα- θεωρούνται ύποπτοι κυρίως επειδή δεν είχαν επενδύσει πιο κερδοφόρα τα χρήματα της κληρονομιάς «Παπαλαζάρου».

Προφανώς αν τα επένδυαν στο …χρηματιστήριο, ή στα δομημένα ομόλογα να είχαν (ή να μην είχαν) την ίδια τύχη και μεταχείριση. Για αυτά κατηγορήθηκαν σκαιά και από τους κρίνοντες οι δύο, από τους οποίους ξεκίνησε η έρευνα.

Όχι όμως επειδή παρά την πάροδο 15 ετών δεν υλοποιήθηκε ο σκοπός για τον οποίο ο κληρονομηθείς βουλευτής Καστοριάς διέθεσε τα χρήματά του στον Δήμο, που δεν ήταν άλλος από την δημιουργία του Πολιτιστικού Κέντρου. Ούτε διότι από τότε η Καστοριά στερήθηκε ακόμη και το υπάρχον από την εποχή της δικτατορίας Πνευματικό της Κέντρο. Αλλά επειδή τα κεφάλαια δεν τοκίστηκαν όσο έπρεπε ή θα μπορούσαν. Αυτή είναι η βασική κατηγορία την οποία καταλογίζει ο οικονομικός έλεγχος και η επιθεώρηση, και για τον λόγο αυτό στέλνει τους «ύποπτους» στα γραφεία ανακριτών και εισαγγελέων.

Η ΟΔΟΣ δεν χρειάζεται συστάσεις στους αναγνώστες της. Είναι γνωστό ότι ασκεί και διατυπώνει πολυετή συστηματική κριτική για την παράλειψη των δημοτικών αρχών να αξιοποιήσουν τα χρήματα της κληρονομιάς, ώστε να πραγματοποιήσουν την θέληση του διαθέτη, την οποία ούτως ή άλλως έχει αδήριτη ανάγκη. Πολιτικά παιχνίδια με την διαχείριση της διαθήκης έπαιζαν πολλοί, πολλά χρόνια, εκεί στον δήμο Καστοριάς. Δόλος πολιτικός, ναι. Αλλά κοντά στον νου και η γνώση: Με ποιο επιτόκιο θα ήταν ικανοποιημένοι οι γραφειοκράτες Κλουζώ της Οικονομικής Επιθεώρησης για να μην τους στείλουν στο σκαμνί τους «ύποπτους;» Προφανώς με το ίδιο, χάρη στο οποίο οι επιλογές και συμβουλές των οικονομικών επιθεωρήσεων, όλα αυτά τα χρόνια, σχημάτισαν το ελληνικό οικονομικό θαύμα.

Αυτονόητα η κρίση για το εάν οι πράξεις ή παραλείψεις όσων θεωρείται ότι εμπλέκονται μπορεί να αποτελούν ποινικές παραβάσεις, καθώς και η σχετική απόφαση, ανήκει αποκλειστικά στην ελληνική δικαιοσύνη. Αυτό το αυτονόητο, φαίνεται πια αναπόφευκτο να υποστηριχθεί απ’ όλους και ειδικά αυτούς οι οποίοι όπως σημειωνόταν στο π. φύλλο της ΟΔΟΥ είχαν ήδη κλείσει τον έλεγχο, είχαν εντοπίσει τους ενόχους και υπαιτίους, που ήταν οι αρχικοί δύο -δεν μπορούσαν προφανώς να φανταστούν τις εξελίξεις- και είχαν στήσει ικριώματα, αγχόνες και λαιμητόμους. Χωρίς μισή κουβέντα για το γεγονός ότι η Καστοριά δεν έχει πολιτιστικό ή πνευματικό κέντρο, κι’ αυτό που είχε, εγκαταλείφθηκε και προδόθηκε, όπως εγκαταλείπεται και προδόθηκε από τον δημόσιο λόγο και τα ΜΜΕ το κτήριο του Μαθιουδάκη.

Τώρα υποχρεωτικά θα αναγκαστούν να συμμαζευτούν. Όπως και οι πολιτικοί αντίπαλοι των ελεγχόμενων που θα αναλογιστούν το πολιτικό κόστος μιας εσπευσμένης, επιπόλαιης και ερασιτεχνικής εκμετάλλευσης, σαν κι’ αυτής που είχαν ήδη ξεκινήσει. «Δώδεκα Χ 5 συγγενείς Χ 10 φίλους και άλλους τόσους που θα στεναχωρηθούν» θα είναι πολλοί τελικά αυτοί που δεν θα χαρούν από την ανοικτίρμονα κριτική των αυτοσχέδιων τοπικών «εισαγγελέων» και η ρομφαία θα κινδυνεύει με θραύση. «Δεν συμφέρει» θα αναλογιστούν «θα μείνουμε μόνοι» στον κόσμο τούτο τον αγγελικά πλασμένο.

Και έτσι ένας-ένας οι ανεπίληπτοι και ικανότατοι θα καταλάβουν, αργά ή γρήγορα -κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το πότε ακριβώς- ότι από παλιά ίσχυε και ότι πάντα επιβεβαιώνεται πως όταν κάποιος ανοίγει λάκκους για άλλους, κινδυνεύει να πέσει και ο ίδιος μέσα.


Δημοσιεύθηκε στις 25 Απριλίου 2013, αρ. φύλλου 689

1 σχόλιο:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.