1.12.21

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Κυριακή της συγγνώμης και της συγχώρεσης…

 
ΟΔΟΣ | Λάζαρος Κουντουριώτης

Είναι η Κυριακή της Τυρινής, η τελευταία μέρα που όσοι πρόκειται να κρατήσουν τη νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής τρώνε αυγά, τυρί και τ’ άλλα γαλακτοκομικά. Τη βραδιά της Τυρινής ανάβουμε μπουμπούνες στις γειτονιές, για να χαρούμε. Είναι το βράδυ που στην Καστοριά κάνουμε το έθιμο του χάσκαρη· το στόμα που χάσκει για να πιάσει και να φάει το αυγό που αιωρείται με αυγό θα κλείσει για να ξανανοίξει με αυγό το βράδυ του Πάσχα, μετά το «Χριστός Ανέστη». Είναι, όμως, προπαντός, η μεγάλη ώρα που, καθώς είμαστε μαζεμένες οι οικογένειες στο σπίτι του παππού ή του μεγαλύτερου της οικογένειας, ζητούμε συγγνώμη αν τους έχουμε στενοχωρήσει και αυτός μας συγχωρεί, αυτό ας μην το ξεχνάμε...

Για τη συγγνώμη και της συγχώρεση έχω ξαναδημοσιεύσει στην ΟΔΟ: την ιστορία του αγίου Διονυσίου από τη Ζάκυνθο, που συγχώρεσε τον φονιά του αδερφού του, όταν εκείνος για να γλιτώσει από την καταδίωξη όσων τον είδαν να σκοτώνει, άθελά του, στον ίδιο τον αδερφό του κατέφυγε, ζητώντας του να τον σώσει. Κι αυτός τον έσωσε!...

Στο Συναξάρι μας υπάρχει κι η άλλη συγκλονιστική ιστορία των δυο δεμένων φίλων -ιερέας ήταν ο ένας τους- που τσακώθηκαν και δεν ξαναμίλησαν μεταξύ τους, όσο κι αν ζήτησε και ξαναζήτησε συγγνώμη, όχι ο ιερέας, μα ο λαϊκός. Η άκαμπτη στάση του ιερέα τού στέρησε τον Παράδεισο, ο λαϊκός σώθηκε και τον απολαμβάνει...

Για την αξία της συγγνώμης και της συγχώρεσης έχουν γραφτεί σπουδαία βιβλία, αλλά και οι ψυχολόγοι δημοσιεύουν πια πολλά δυνατά κείμενα, όπου μας εξηγούν πως αυτές οι δύο αρετές φέρνουν μια ξεχωριστή ποιότητα στη ζωή μας.

Καθώς δίδαξα επί πολλά χρόνια, αντιμετώπισα έντονα τη δυσκολία των μαθητών μου να ζητήσουν συγγνώμη και να συγχωρήσουν. Πάλευα με υλικό από την ίδια τη ζωή να τους δώσω να καταλάβουν. Φέτος έπεσα πάνω σε μια συγκλονιστική ιστορία από το 1821, τη μοιράζομαι αμέσως μαζί σας:
«Ο γερο-Κουντουριώτης*, ο άρχοντας της Ύδρας, βρίσκεται μια μέρα νεκρός από χέρι δολοφόνου. Το νησί βυθίζεται σε πένθος. Οι Κουντουριώτες ήταν αγαπητοί στον τόπο τους, πονόψυχοι και καλοί πατριώτες.

Ο δολοφόνος, πάνω στην αναταραχή, καταφέρνει να δραπετεύσει. Μα δεν μπορούσε πουθενά να ησυχάσει. Ένα μαρτύριο ήταν η ζωή του. Σε κάθε βήμα του νόμιζε πως πίσω του τον παρακολουθούν και κυνηγάνε να τον πιάσουν. Στον ύπνο του πάλι όλο εφιάλτες έβλεπε. Ήταν η συνείδησή του, που μέρα-νύχτα, του ‘χε γίνει ο αυστηρός κατήγορος. Η πιο σκληρή τιμωρία του. 
Πέρασαν χρόνια. Και να, κάποια μέρα, μετανιωμένος παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Ξανάρχεται στο νησί του. Στο πατρικό του χώμα.

Το πρώτο που κάνει είναι να καταφύγει στον πνευματικό. Εκεί θα πει όλο το δράμα της ψυχής του… Θα ξεχύσει τον πόνο του… Θα ξεπλύνει το έγκλημα με τα καυτά δάκρυα της συντριβής και της μετάνοιας.
Φεύγοντας, θέλει κάτι να παρακαλέσει. Κάτι που δεν τολμάει ο ίδιος να κάμει απευθείας.
Να μεσολαβήσει ο ιερέας στον γιο του αδικοσκοτωμένου, στον Λάζαρο Κουντουριώτη, για να τον συγχωρήσει κι εκείνος.

Ο πνευματικός συναντάει τον Κουντουριώτη. Του μιλάει σχετικά με τον φονιά του πατέρα του. Στο τέλος προσθέτει:
-Παιδί μου, ο Χριστός μάς έδωσε την εντολή, όχι μονάχα ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, αλλά και να τους ευεργετούμε όταν βρίσκονται σε ανάγκη.

Ο Λάζαρος Κουντουριώτης είναι άνθρωπος με φόβο Θεού. Θέλει στη ζωή του να ‘χει για οδηγό το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό ακούει τα λόγια του γέροντα με πολλή συλλογή, με το κεφάλι σκυφτό. Θέλει να υπακούσει. Μα έτσι όπως τώρα ακούσει αυτά τα λόγια από το στόμα του πνευματικού, του πέφτουν πολύ βαριά, δύσκολα. Ζωντανεύει μπροστά του εκείνη την ώρα η εικόνα του αδικοσκοτωμένου πατέρα του. Η ψυχή του φουρτουνιάζει. Για λίγο δε βγάζει λέξη. Δίνει μέσα του μια σκληρή μάχη. Παλεύει το δίκιο με την αγάπη.

«Πάτερ… Να συγχωρήσω τον φονιά του πατέρα μου... Ναι… Όμως...». Εδώ σταματάει. Σαν να θέλει να πει και κάτι άλλο. «Μονάχα, πάτερ, κάμε μου τη χάρη, πες του να μη φανεί ποτέ μπροστά μου…», συμπληρώνει. 
Έτσι κι έγινε. Ο δολοφόνος αποφεύγει να βρεθεί στα μέρη όπου σύχναζε ο Κουντουριώτης. 

Πέρασε από τότε αρκετός καιρός. Ώσπου μια μέρα μαθαίνει ο Κουντουριώτης πως ο φονιάς του πατέρα του βρισκόταν σε μεγάλη δυστυχία∙ ανήμπορος να εργαστεί, σε κακό χάλι… μες στην ψυχή του άρχοντα ζωντανεύουν τότε τα λόγια του πνευματικού.

«Και να ‘ταν μονάχα εντολή!...», θα σκέφτηκε τότε ο Κουντουριώτης… είναι κάτι ασύγκριτα πιο μεγάλο. Αφού υπογράφτηκε με το ίδιο το Αίμα και τη Θυσία του Χριστού μας.

Τούτη η μεγάλη αλήθεια συγκλονίζει την καρδιά του. «Δεν αρκεί μονάχα η συγχώρεση», μονολογεί. Ο Χριστός ζητάει κάτι ακόμα πιο πολύ. Πέφτει ξανά σε συλλογή. Ζητάει ενίσχυση από Εκείνον που πάνω από τον Σταυρό προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του...

Και προχωρεί, νικώντας τον εαυτό του, σε μια άλλη γενναία πράξη. Αναλαμβάνει τη συντήρηση και τη φροντίδα του φονιά ως τον θάνατό του! Τον ευεργετεί, με άλλα λόγια, στα χρόνια της μεγάλης δυστυχίας του.

Σε τέτοιο μεγαλείο ψυχής φτάνει ο άνθρωπος όταν τα συνθήματα για τη ζωή του δεν του τα δίνει η γη, αλλά ο ουρανός!...».


(*) Σημ. Σ.Ε.: Πρόκειται για τον Ανδρέα ή Αναγνώστη Κουντουριώτη. Ήταν Έλληνας έμπορος και πλοιοκτήτης από την Ύδρα. Τέκνα του ήταν ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Κουντουριώτης και ο γερουσιαστής και σημαντικός οικονομικός παράγοντας Λάζαρος Κουντουριώτης. Δολοφονήθηκε τη νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου του 1801 μέσα στην οικία του από τους Ατέση και Νικολοδήμο, κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για το γάμο του μεγαλύτερου γιου του Λάζαρου. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι ο Λάζαρος κι ο αδερφός του ξόδεψαν τα τρία τέταρτα της περιουσίας τους διαθέτοντάς τα για την Επανάσταση. 



Φωτογραφία: Τσόκος Διονύσιος (1814-1862) Προσωπογραφία του Λαζάρου Κουντουριώτη (1859) ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 11 Μαρτίου 2021, αρ. φύλλου 1071.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ