21.12.22

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Για το ιδίωμα που κάποιοι επιμένουν να μιλούν, μολονότι…


ΟΔΟΣ εφημερίδα της Καστοριάς

Στις αρχές του 2008, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Χρυσόστομου Παπασταύρου «Μακεδονικά κι αλυτρωτικά», έλεγα:
«Στο προπερασμένο φύλλο της ΟΔΟΥ δημοσιευόταν ένα πολύ περιεκτικό άρθρο του κ. Χρ. Τζημάκα, που είναι η αληθινή ιστορία ενός Βογατσιώτη, του Παναγιώτη Κουταλιανού, ο οποίος καταδικάστηκε σε 25ετή φυλάκιση, όταν υπηρετούσε στον Ελληνικό στρατό. Είμαστε στην εποχή αμέσως μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και ένας αξιωματικός του, θέλοντας να του κάνει καψώνια, «άρχισε να τον αποκαλεί Βούλγαρο και να καταρρακώνει το πατριωτικό του αίσθημα». Τότε ο Παναγιώτης, επειδή δεν έβρισκε το δίκιο του πουθενά, εν βρασμώ ψυχής και καθώς δεν άντεχε να τον βρίζουν έτσι, τον σκότωσε. Κι έμεινε φυλακισμένος μέχρι που ο Παπαδήμος Οικονόμου, Βογατσιώτης ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα, κατάφερε να τον ελευθερώσει. Σήμερα «ευτυχώς» τα πράγματα έχουν προχωρήσει τόσο ώστε μπορεί ο κάθε Νοτιοελλαδίτης θεατής ποδοσφαιρικού αγώνα να αποκαλεί όποιον Μακεδόνα «Βούλγαρο» και να μένει ατιμώρητος, γιατί το συγκεκριμένο σύνθημα είναι, λέει, απρόσωπο και, άρα, δεν είναι ούτε επιλήψιμο ούτε κολάσιμο. 

Αλλά για να ‘μαστε δίκαιοι, δε φταίνε μόνο οι Νοτιοελλαδίτες. Φταίνε πολύ περισσότερο όσοι από μας τους Μακεδόνες κουβαλάνε μέσα τους την καχυποψία για το συμπατριώτη τους. Μια καχυποψία σε βάρος εκείνων που πλήρωσαν το βαρύτερο τίμημα στα δύσκολα χρόνια του τόπου μας, μια καχυποψία που οφείλεται στην παντελή άγνοια της Ιστορίας του τόπου μας και δε δικαιολογείται καθόλου μα καθόλου, γιατί η γνώση μονάχα είναι δύναμη, η γνώση είναι η δύναμή μας. 

Αν θέλουμε να δοκιμάσουμε τη δύναμη των προκαταλήψεών μας, ας ακούσουμε προσεκτικά ένα γράμμα. Αλλ΄ ας μη βιαστούμε να συμπεράνουμε. Το γράμμα αυτό στάλθηκε στον Οικουμενικό Πατριάρχη από το Ξινό Νερό της Φλώρινας το 1904: 

“Παναγιώτατε! 
Τολμώμεν δια της παρούσης μας οι υπογεγραμμένοι κάτοικοι της Ορθοδόξου κοινότητος Εξή-Σου, του υπαγομένου εκκλησιαστικώς μεν εις την επαρχίαν Μογλενών, πολιτικώς δε εις την υποδιοίκησιν Φλωρίνης, να παρουσιασθώμεν προς τηνΥμ. Θ. Παναγιότητα και να υποβάλλωμεν Αυτή τα εξής: 
Αν και πολλάκις απεπειράθησαν οι εχθροί της Ορθοδόξου εκκλησίας να διασαλεύσωσι τας πεποιθήσεις ημών και να μας αναγκάσωσι να αρνηθώμεν την Ορθόδοξον ημών μητέρα εκκλησίαν και την πατρώαν γλώσσαν των πατέρων μας, ήτις διατηρείται σώα και αμόλυντος εν τε το σχολείον και την εκκλησίαν μας, διατηρήσαμεν και θα διατηρήσωμεν εις το εξής ακλονήτως τας πεποιθήσεις μας και είμεθα και θα είμεθα αφοσιωμένοι εις ό,τι παρά των πατέρων μας ως ιεράν παρακαταθήκην ελάβαμεν, έστω και προκειμένου να διακινδυνεύση η περιουσία και αυτή ακόμη η ζωή ημών. 
Ομολογούντες όθεν πίστιν και αφοσίωσιν τη Υ. Θ. Παναγιότητι και εξαιτούμενοι γονυκλινώς τας ευχάς και ευλογίας Αυτής, διατελούμεν κατασπαζόμενοι την Παναγίαν Αυτής δεξιάν. 
Εν Εξή-Σου τη 28η Ιανουαρίου 1904 
Οι πρόκριτοι της Ορθοδόξου κοινότητος 
Εφημέριος Παπά Πέτρος, Βάννης 
Γραμματικού, Χρίστο Πέτρο, Μήλε Βάνε, Πέζβε Δήσε, Δόνε Λιπέι, Στόητσε Πέιο, Κότζε Ιαβάν, Στόητζε Οηάνε (σφραγίδα)

(Το έγγραφο αυτό προέρχεται από τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών, φάκ. 1.1904, με την επιμέλεια του αρχιμ. ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΒΑΔΡΑΧΑΝΗ και δημοσιεύτηκε στην εφ. ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ στις 29/12/2006.) 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρώτος υπογράφων εφημέριος Παπά-Πέτρος δολοφονήθηκε με πολύ φριχτό τρόπο στις 28 Αυγούστου 1904 από τους εχθρούς της πατρίδας , ενώ 20 μέρες πριν δήλωνε στο Μητροπολίτη Μογλενών Ιωαννίκιο: 
«Προτιμότερον έντιμος ζωή μιας ημέρας ή ζωή πολυχρόνιος και σχισματική υπό τον αφορισμένον Έξαρχον. Στέφανον της ζωής μου θέλω θεωρήσει τον της δολοφονίας θάνατον υπό του Κομιτάτου, αρκεί μόνον ο Άγιος Θεός να μοι δώση υπομονήν και εγκαρτέρησιν εις τον υπέρ της Ορθοδοξίας και Ελλάδος αγώνα. Τα τέκνα μου δε θα μείνωσιν ορφανά ενόσω ζει το Έθνος και η Εκκλησία. Αύτη μεν είναι μήτηρ, εκείνο δε πατήρ (…)». 

Προσέξτε, όμως, τώρα κάτι παράξενο· πώς άλλαξαν τόσο τα πράγματα ώστε στη διάρκεια μιας νύχτας του 2005 στο Ξινό Νερό ξήλωσαν το άγαλμα του ήρωα Παπά-Πέτρου που υπήρχε εκεί και έκτοτε δεν ξανατοποθετήθηκε, γιατί η τοπική διοίκηση θεωρεί πως έτσι συντελεί στο να μην οξύνονται τα πνεύματα. Αυτή η αλλαγή σκηνικού οφείλεται στην επίδραση της έξωθεν προπαγάνδας (αυτή άλλωστε σλαβοποίησε το μέχρι τότε στο μεγαλύτερο μέρος ελληνικής προέλευσης τοπικό ιδίωμα ), αλλά οφείλεται και στο ότι εμείς οι Μακεδόνες ξεχάσαμε την προσφορά αυτών των συμπατριωτών μας και αρχίσαμε να αμφισβητούμε, κρίνοντας με βάση εντελώς επιφανειακά χαρακτηριστικά, όπως είναι η γλώσσα, και όχι με βάση την ουσία. Κι έπειτα ισχύει κι εδώ και όχι μόνο μες στην τάξη η θεωρία της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, σύμφωνα με την οποία, όταν κάποιος έχει μιαν άποψη για κάποιον άλλον, αυτός ο άλλος κάνει ό,τι μπορεί για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του, όταν πείθεται πως δεν πρόκειται να αλλάξει τη γνώμη που έχει γι’ αυτόν, ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν το προσπαθήσει.

Άλλο ένα ιδιαίτερης σημασίας περιστατικό, που αποδεικνύει πόσο οι Έλληνες τότε ήξεραν και πόσο εμείς τώρα δεν ξέρουμε δημοσίευσε ο κ. Ευθύμιος Ράλλης στην εφ. Καστοριανός Πολίτης (6/4/ 2007): 
“Το επεισόδιο που περιγράφεται παρακάτω συνέβη προπολεμικά στο γνωστό σ’ όλους μας Βαρικό. 
Ένα βράδυ βρέθηκαν μαζεμένοι, στο καφενείο του χωριού 6-7 άνθρωποι. Ήταν ο Πρόεδρος της Κοινότητας, από τους λίγους αληθινά Έλληνες δίγλωσσους (δεν ταιριάζει σ’ αυτούς το σλαβόφωνος). Ήταν ο χωροφύλακας, ένας που καταγόταν από τα Μεσόγεια της Αττικής, ένας Πόντιος πρόσφυγας από το Αμύνταιο και ένας Βλάχος από την Κλεισούρα. Τέλος ήταν και δύο - τρεις Βούλγαροι, παλιοί κάτοικοι της περιφέρειας, από τους ανταλλάξιμους, που είχαν γυρίσει προσωρινά ως αντιπρόσωποι των Βουλγάρων μεταναστών για να βοηθήσουν την Ελληνοβουλγαρική Επιτροπή στην εκκαθάριση των περιουσιών τους. 
Έπιναν τσίπουρο και κουβέντιαζαν κι η κουβέντα τους γύρισε σε ιστοριογραφική συζήτηση. Ένας από τους Βουλγάρους, παλιός κομιτατζής, παμπόνηρος, άρχισε με τα σπασμένα ελληνικά του να πειράζει τους δικούς μας. 
«Μπρε, τι Έλληνες λέτε ότι είσαστε όλοι σας», είπε. «Ντεν ξέρω αν στο Ατήνα έχει Έλληνες, άκουσα και εκεί γύρω αρβανίτικα μιλάνε. Εντώ όμως πού είναι μπρε το Έλληνες; Να εσύ –είπε στον πρόσφυγα– ξέρεις πιο λίγκα ελληνικά από μένα. Είσαι Τούρκος χριστιανός απ’ το Ανατολή. Σ’ έφεραν εντώ για να διώξουν εμάς. Ετούτος –δείχνει τον Πρόεδρο της Κοινότητας– ετούτος είναι Βούλγαρος Μακεδόνας, σαν εμένα. Τον χτύπησε όμως τρέλα κι έγινε γραικομάνος. Αυτός απ’ το Κλεισούρα είναι Βλάχος. Κι ο κύριος χωροφύλακας μιλάει αρβανίτικα.». 
Ο πρόσφυγας γέλασε, μουρμουρίζοντας μια τουρκική βρισιά. Ο χωροφύλακας πήγε να θυμώσει, μα τον συγκράτησε ο Πρόεδρος. Και μίλησε ο Βλάχος: 
-Ό,τι κι αν μιλάμε, Έλληνες είμαστε. Και το ξέρετε καλά εσείς που δοκιμάσατε να μας κάνετε Βούλγαρους και δεν το φάγατε. 
-Μπρε, τι Έλληνας είσαι, μπρε, αφού είσαι Βλάχος; 
Τότε ο Βλάχος αποκρίθηκε: 
-Βλάχος είμαι, βρε κομιτατζή, σαν βόσκω τα γίδια και σαν πήζω τα τυριά μου. Μα σαν προσκυνάω το Θεό και σαν θυμούμαι τους πεθαμένους μου και σαν θέλω κάτι να μάθω, για να νιώσω τον κόσμο καλύτερο από το βόδι μου και του λόγου σου, τότε είμαι Έλληνας. Έτσι ήταν κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Κι αν δεν ήμασταν έτσι, πάει καιρός που θάχαμε γίνει όλοι μας –κι εσείς μαζί μας– κούτσουρα και πουρνάρια στο βουνό”».

Πολύ δυνατά και τα τρία παραδείγματα που παρουσίασα τότε. Αλλά επίσης πολύ δυνατά και τα παρακάτω:
Έγραφε το 1920 στο πρώτο βιβλίο του Μοναστηριώτη Μακεδονομάχου και συγγραφέα Γεωργίου Μόδη ο επίσης Μοναστηριώτης Αλέξανδρος Σβώλος, Συνταγματολόγος, τα εξής σημαντικότατα:
«(…) Γι’ αυτό ο αναγνώστης, όταν κατάγεται από την παλαιά Ελλάδα, πρέπει να μεταφερθή αρκετά μακρυά απ’ τον αστικό τύπο του ελεύθερου Έλληνος, για να νιώση τους μακεδονικούς τύπους της νέας Ελλάδας. Ιδίως πρέπει να προσέξη να μη συγχύση ποτέ γλώσσα κι εθνική συνείδησι στον Μακεδονικό λαό, ο οποίος, κι όταν ακόμη δεν μπορούσε να προφέρη την λέξη «Έλλην», εσφάζετο με δάκρυα χαράς δια την Ελληνική ιδέα. Αλλ’ ενσαρκώνουν και κάτι άλλο, πιο σημαντικό, αι ιστορίες αυτές: την ιστορική φυσιογνωμία της Μακεδονικής γης(…)».
«Εσφάζετο με δάκρυα χαράς δια την Ελληνική ιδέα» ο Σλαβόφωνος τότε, όπως συνέβη με τον καπετάν Κώττα, τον καπετάν Βαγγέλη Στρεμπενιώτη, τον Δημήτρη Νταλίπη από τον Γάβρο, τον Παύλο Κύρου από το Ανταρτικό, που έδωσαν τη ζωή τους γιατί ήθελαν να παραμείνουν Έλληνες, αλλά και την «Μπουμπουλίνα του Μακεδονικού Αγώνα» Ευτέρπη Ουζούνη απ΄ τον Απόσκεπο, την περίφημη Ζήσαινα, τον καπετάν Λάκη Νταηλάκη από τη Βόρειο Ήπειρο, τον καπετάν Στέφο Γρηγορίου από το Μοναστήρι, τον Λάκη Πύρζα από τη Φλώρινα, τον καπετάν Λάζο Αποστολίδη από τη Λεύκη κι ένα πλήθος άλλων Μακεδονομάχων σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας μας…

Σήμερα όμως; Ενώ το σλαβικό ιδίωμα σχηματίστηκε για να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της επικοινωνίας των Ελλήνων της Μακεδονικής άκρης όταν έπαιρναν Σλάβους για να δουλέψουν για λογαριασμό τους, οι οποίοι Σλάβοι αδυνατούσαν να μάθουν τα δύσκολα ελληνικά, οπότε ευκολότερα οι Έλληνες εργοδότες μάθαιναν τα πανεύκολα σλαβικά, για να συνεννοούνται μεταξύ τους, κι ενώ το ιδίωμα αυτό αρχικά περιείχε περισσότερες λέξεις από τα ελληνικά προερχόμενες [μας έλεγε χαρακτηριστικά ο αξέχαστος Αριστοτέλης Βρίτσιος, καθηγητής Ιατρικής από την Περικοπή καταγόμενος κι απόγονος ήρωος Μακεδονομάχου, του παπα-Χρήστου, τον οποίο δολοφόνησαν το 1903 οι κομιτατζήδες, επειδή αρνήθηκε να γίνει εξαρχικός, πως το «σο πράεις;» (τι κάνεις;) του ιδιώματος προήλθε από το «εις τι πράττεις;» των αρχαίων], στη συνέχεια…

Γράφει ο λόγιος από το Νεστόριο Παντελής Βυσσούλης:  
«Ιδιαίτερα μετά το 1940, με την τεράστια προπαγάνδα των Σλάβων (με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο και την ογκώδη ανάλογη βιβλιογραφία) το ιδίωμα έχει γίνει “βουλγαρικότερο” ή “σλαβικότερο”», άρα;
Άρα, όποιος επιμένει να μιλά ένα ιδίωμα που είναι βούτυρο στο ψωμί των Σκοπιανών και της βασισμένης σε ψέματα ογκώδη σαν τα ογκώδη αγάλματά τους προπαγάνδας τους δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παίζει το απαίσιο παιχνίδι τους και να εξυπηρετεί το δικό τους συμφέρον, το εχθρικό στο συμφέρον της δικής μας Πατρίδας, το εχθρικό στην αλήθεια…

Θα επιμένουμε να τα θυμίζουμε, όσο κάποιοι επιμένουν να λαθεύουν σε βάρος της κοινής μας Πατρίδας…

Το αναγκαίο αυτό άρθρο αφιερώνεται από καρδιάς στη δισέγγονη του μάρτυρα παπα-Πέτρου από το Ξινό Νερό Φλώρινας, Δόμνα Κάξου, συνταξιούχο δασκάλα –υπηρέτησε και στον νομό Καστοριάς– και παιδική μου φίλη, που, με το δίκιο της, νιώθει πολύ περήφανη για τον ήρωα πρόγονό της, θυμίζοντάς μας πάντα τα σπουδαιότατα λόγια του: «Προτιμότερον έντιμος ζωή μιας ημέρας ή ζωή πολυχρόνιος και σχισματική υπό τον αφωρισμένον Έξαρχον»… 

Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου 


Φωτογραφία: Η προτομή του Μακεδονομάχου ήρωα παπα-Πέτρου φυλάσσεται πλάι σ' αυτή του γιου του μες στο στρατόπεδο του Συνταγματάρχη Παπαπέτρου στο Αμύνταιο, που φέρει το όνομα του γιου του παπα-Πέτρου Ιωάννη. ο οποίος υπήρξε επίσης ήρωας κι έδωσε τη ζωή του κι αυτός για την Πατρίδα.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 2 Ιουνίου 2022, αρ. φύλλου 1127.


2 σχόλια:

  1. Eυθύμιος Νάτσης [fb]21/12/22


    Aς διαφωνήσω με το κείμενο... καμιάδιάλεκτος και καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν τελεί υπό κατάργηση και καμιά δεν δαιμονοποιείται... δεν φταίει σε τίποτα η διάλεκτος αν κάποιοι εξτρεμιστές την χρησιμοποιούν για αλυτρωτικούς σκοπούς... προσπάθησαν και οι Ρουμάνοι με τα βλάχικα... προσπαθούν και οι Αλβανοί με τα αρβανίτικα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος22/12/22

    Θα μου επιτρέψετε κ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου να επισημάνω τα κατωτέρω: αυτό που γράφετε για το "«σο πράεις;» (τι κάνεις;) του ιδιώματος προήλθε από το «εις τι πράττεις;» των αρχαίων]" μας το έλεγε στο γυμνάσιο και ένας φιλόλογος. Αυτό όμως, ακόμα και αν ευσταθεί, δεν αρκεί για να βγάλει κάποιος συμπεράσματα για την καταγωγή μιας γλώσσας.

    Η "μακεδονική γλώσσα" είναι μια σλαβική γλώσσα και έχει κοινές ρίζες με τις άλλες σλαβικές γλώσσες. Αυτό το ισχυρίζονται όλοι οι γλωσσολόγοι. Εν πάσει περιπτώσει, ασχέτως σε ποια οικογένεια γλωσσών ανήκει, δεν έχει καμμιά σχέση με τα ελληνικά.

    Η περιοχή που εμείς ζούμε δεν είχε κοινά σύνορα με τη σημερινή Βόρεια Μακεδονία για είκοσι αιώνες. Ανήκε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατ΄ αρχήν, στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετέπειτα και στο τέλος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι αυτοκρατορίες αυτές είχαν διάφορους λαούς που μιλούσαν διάφορες γλώσσες.

    Σαν παράδειγμα οι Βλάχοι: οι Βλάχοι που ζούσαν σε κατ΄ εξοχήν ελληνόφωνες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας μιλούσαν βλάχικα και ελληνικά, οι αντίστοιχοι της Αλβανίας βλάχικα και αλβανικά κοκ. Μετά την δημιουργία των διαφόρων κρατών προέκυψαν οι Ελληνόβλαχοι, οι Αρβαντόβλαχοι, οι Ρουμανόβλαχοι κλπ. Όλοι αυτοί είχαν κοινό την βλάχικη γλώσσα, αλλά ήταν Έλληνες, Αλβανοί, Ρουμάνοι κλπ.

    Το ό,τι μια γλώσσα, στην περίπτωσή μας η σλαβομακεδονική, εργαλειοποιείται για οποιοδήποτε λόγο, δεν πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο να μιλάει ένας άνθρωπος αυτή τη γλώσσα. Τέτοια φαινόμενα παρατηρούνται σε κράτη όπως η Τουρκία, όπου μέχρι πριν τριάντα χρόνια απαγορευόταν η κουρδική γλώσσα.

    Σε πολιτισμένα κράτη δεν παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα. Στο Νότιο Τυρόλο μιλάνε οι άνθρωποι ιταλικά και γερμανικά χωρίς να υπάρχει πρόβλημα, στο Βέλγιο ολλανδικά, γαλλικά και γερμανικά, η Ελβετία έχει τέσσερεις επίσημες γλώσσες.

    Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω, ότι οι γλώσσες διευρύνουν τον ορίζοντα του ανθρώπου και είναι κρίμα να μη καλλιεργεί κάποιος μια γλώσσα που γνωρίζει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ