12.12.22

Καπετάν-Βαγγέλης Στρεμπενιώτης

 

Επιμέλεια Σ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου

«Εκεί, πάνω στη δημοσιά που οδηγεί από το Αμύνταιο στην Καστοριά, υψώνεται τώρα ο μαρμάρινος ανδριάντας του ωραίου παλληκαριού. 
Σε “δικά του” και σε “ελληνικά” χώριζε τότε τα χωριά της Μακεδονίας ο Βούλγαρος βοεβόδας Ποπώφ. “Εγώ δεν είμαι από τα δικά σου. Είμαι Έλληνας…”, του φώναξε ο Βαγγέλης. Και με έξι συντρόφους του άρχισε να πολεμάει τους Βουλγάρους!
Σχεδόν άλλους τόσους είχε ψηλότερα, στη Ρούλια, ο Κώτας.
Αυτοί ήταν οι πρώτοι Μακεδονομάχοι. Οι Βούλγαροι έκαμαν το παν, για να τους προσεταιριστούν. Τους πρόσφεραν τιμές, αξιώματα, χρήμα. Μα αυτοί είχαν στην καρδιά τους την Ελλάδα. Κι έπεσαν γι’ αυτή». 
Από το Ιστορικό Ανθολόγιο του Μακεδονικού Αγώνα, Αριστοτέλη και Βικτωρίας Κωστοπούλου, εκδ. Μαλλιάρης παιδεία. 
«Οπλαρχηγός Α’ τάξης. Καταγόταν από το Στρέμπενο (Ασπρόγεια) κι έμεινε γνωστός ως Στρεμπενιώτης. Είναι από τους ήρωες που πότισαν με το αίμα τους την ιερή μακεδονική γη, από τα σπλάχνα της οποίας προέρχονταν.
Ο καπετάν-Βαγγέλης, που γεννήθηκε το 1876, ήταν ψηλός, κυπαρισσένιος, επιβλητικός και, ως χαρακτήρας, ίσιος και ασυμβίβαστος. Δούλευε ως κτίστης στην Πύλη, αλλά οι Τούρκοι τον έδιωξαν. 

Όπως γράφει ο Γ.Χ.Μόδης, γυρίζοντας στο χωριό του εντάχθηκε (όπως συνέβη με πολλούς και πρώτο τον Κώτα) στις ομάδες του βουλγαρικού κομιτάτου. Γρήγορα όμως κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, ιδιαίτερα όταν είδε σκοτωμένο από τους κομιτατζήδες τον εφημέριο του χωριού του παπα-Δημήτρη. Η ηγεσία του κομιτάτου του πρότεινε να αναλάβει την αρχηγία της περιοχής Κορεστίων. Ο Βαγγέλης, όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά έφυγε χωρίς να απευθύνει χαιρετισμό. Οι αρχικομιτατζήδες ένιωσαν μεγάλη προσβολή και θέλησαν να τον ξεπαστρέψουν. Ο Βαγγέλης αντιστάθηκε. Πολέμησε όλη τη νύχτα έχοντας δίπλα του την αδελφή του Σοφία και ένα σύντροφό του*. Έφυγε για τη μονή Αγίων Αναργύρων της Χόλιστας (Μελισσότοπου) και ο ηγούμενος παπα-Γρηγόρης Νικολαΐδης (που ήταν συγχωριανός του) τον πήρε και τον οδήγησε στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Ο δεσπότης ενθουσιάστηκε. Τον όρκισε και του έδωσε μερικά εφόδια. Ο Βαγγέλης γύρισε καμαρωτός στα Ασπρόγεια, συγκέντρωσε άλλους οκτώ άνδρες από το χωριό του και το Λέχοβο (όλοι σλαβόφωνοι) κι άρχισε τον αμείλικτο αγώνα κατά των κοιμτατζήδων. 
Ένα βράδυ, ο βοεβόδας Κόλεφ του έστησε ενέδρα, αλλά ο Βαγγέλης, όχι μόνο δεν έπεσε σ’ αυτή, παρά σκότωσε και δύο κομιτατζήδες. 
Τη βραδιά του γάμου της μοναδικής και αγαπημένης του αδερφής Σοφίας, άφησε το γλέντι και πήγε ψηλά στο Ράδος, όπου εκτέλεσε τον αρχικομιτατζή Κύρτσε.
Τον Ιούνιο του 1903 ο Π.Μελάς έστειλε για ενίσχυσή του μια ομάδα Κρητικών (την πρώτη που έφθασε στη Μακεδονία), ανάμεσα στους οποίους ήταν οι οπλαρχηγοί Ευθ. Καούδης, Δικώνυμος Μακρής, Περάκης, Σεϊμένης κ.ά. Οι 10 Σφακιανοί και μετέπειτα καπετανέοι βρήκαν στο πρόσωπο του Βαγγέλη τον αληθινό ηγέτη, που τους εντυπωσίασε.
Ο Βαγγέλης πήρε τους καινούργιους και τους παλιούς, περίπου 20 συνολικά, κι αφού πέρασε διαδοχικά από το Φλάμπουρο, το Νυμφαίο και την Περικοπή, τράβηξε για τις κορυφές του Βίτσι. Οι κομιτατζήδες είχαν κρυφτεί από φόβο.
Σε μια ενέδρα που έστησε με μερικούς Φλαμπουριώτες σε μία μεγάλη συμμορία κομιτατζήδων έξω από το Φλάμπουρο, σκότωσε τρεις και αιχμαλώτισε έναν.
Την ημέρα του Ίλιντεν (20/7/1903), ο Βαγγέλης έκαμε με ένα έξυπνο τρόπο μεγάλη ζημιά στους κομιτατζήδες. Σ’ ένα χωριό κοντά στην Κλεισούρα έβαλε τους αντάρτες του και φώναζαν “ούρρα… ούρρα!”. Οι κομιτατζήδες πίστεψαν ότι επρόκειτο για το σύνθημα του κινήματος. Βγήκαν από τις κρυψώνες τους κι ο Βαγγέλης θέρισε πάνω από 12. 

Ο Ίων Δραγούμης στο “Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα” γράφει ότι μονάχα ο Βαγγέλης πολέμησε καλά τους κομιτατζήδες που ρίχτηκαν να καταλάβουν την Κλεισούρα. Δεν υποχώρησε παρά μόνον όταν τελείωσαν σχεδόν τα φυσίγγια του. Τη μάχη της Κλεισούρας αναφέρει και η Αγγλική Κυανή Βίβλος του 1904.
Τον χειμώνα του 1904 οι Κρητικοί γύρισαν στην ελεύθερη Ελλάδα. Ο Βαγγέλης όμως έμεινε εκεί με τα παλληκάρια του από το Στρέμπενο και το Λέχοβο.
Την άνοιξη του 1904 ο Βαγγέλης ήταν έτοιμος για τη συνέχιση του διμέτωπου αγώνα κατά των Τούρκων και των κομιτατζήδων. Γι’ αυτό το σκοπό πήγε στο Μοναστήρι, για συνεννόηση. Μα στις 15/5/1904, γυρίζοντας από το Μοναστήρι στο χωριό του μέσω Αμυνταίου, έπεσε σε κομιτατζίδικη ενέδρα και ρίχθηκε από το άλογο νεκρός. Τον θάνατό του περιγράφει ως εξής ο μητρ. Γερμανός Καραβαγγέλης: 
“Εκείνος που είχε γίνει αληθινό φόβητρο για τους Βουλγάρους ήταν ο καπετάν Βαγγέλης από το Στρέμπενο και γι’ αυτό αποφασίσαν την εξόντωσί του. Αυτό έγινε το 1904, πριν β2γη ο Μελάς με το σώμα του. Ο Βαγγέλης είχε πάη στο Μοναστήρι μαζύ με τέσσερα παιδιά του, δηλαδή τους έπειτα οπλαρχηγούς Γρηγόρη, Χρήστο, Στέργιο και κάποιον άλλο και τον παπα-Δημήτρη, γυιό του ιερέως του Στρέμπενου, που είχαν σκοτώσει οι Βούλγαροι. Ήταν η εορτή της Πεντηκοστής, εποχή που τα γεννήματα στη Μακεδονία είναι πολύ ψηλά, ψηλότερα από το ανάστημα ανθρώπου. Οι Βούλγαροι το έμαθαν ότι ο Βαγγέλης βρίσκεται στο Μοναστήρι και ήξεραν ότι γυρίζοντας στο χωριό του θα περνούσε από ένα τέτοιο μέρος με σπαρτά. Έστειλαν λοιπόν ένα πράκτορά τους στο Σόροβιτς (Αμύνταιο) να περιμένη την επιστροφή του Βαγγέλη (εκεί θάφτανε σιδηροδρομικώς) και να ειδοποιήση το εκεί κοντά βουλγαρικό σώμα. Γύρω εκεί ήταν δυο συμμορίες, του Αλέξη και του Παντελή. Πραγματικά, μόλις έφτασε στο Σόροβιτς ο Βαγγέλης, ειδοποιήθηκαν οι συμμορίες που βρισκόντουσαν κοντά στο Αητόζι (Αετό) και κρύφθηκαν δίπλα στον δρόμο που θα περνούσε μες στα γεννήματα. Οι κομιτατζήδες ετοιμάστηκαν και, την ώρα που ο Βαγγέλης ανύποπτος περνούσε δίπλα τους, μια ομοβροντία τον έρριξε νεκρό. Έτσι πέθανε ο ηρωϊκός νέος, ο σλαβόφωνος στη γλώσσα**, μα Έλληνας στην ψυχή, που για τέσσερα ολόκληρα χρόνια δούλεψε με αυταπάρνηση κι ενθουσιασμό και προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην Πατρίδα. Τα παιδιά του σκόρπισαν και σώθηκαν στο Στρέμπενο. Και αυτόν τον πήραμε από τον δρόμο όπου ήταν σκοτωμένος και τον θάψαμε στο Στρέμπενο”. 

Ο καπετάν-Βαγγέλης (που όταν σκοτώθηκε ήταν μόλις 28 χρονών) τραγουδήθηκε από τη λαϊκή μούσα με τους παρακάτω στίχους:
Μη λησμονείτε, βρε παιδιά, 
τον θάνατο του Μόδη,
του παπα-Πέτρου τον σφαγμό, 
το άτιμο το βόλι,
πούφαγε του Βαγγέλη μας, 
το αμιμ(η)το παλληκάρι,
τον καπετάν-Βαγγέλη μας, 
τ’ ατρόμητο λιοντάρι».
Από το βιβλίο του Ιωάννη Χολέβα «Οι Έλληνες Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας», 1999, εκδ. Πελασγός.
Στο βιβλίο της Ρούλας Παπαδημητρίου «Στη δοξασμένη της Μακεδονίας ώρα» διαβάζουμε (χρωστώ ευχαριστίες στον αγαπητό Νώντα Τσίγκα, που το ξετρύπωσε, ενώ το έψαχνα χωρίς ελπίδα να το βρω): 
«(…) Ο Βαγγέλης Στρεμπενιώτης, ο αήττητος πολεμιστής, ήταν γεννημένος αρχηγός. Ήξερε να κατακτά κάθε καρδιά. Να επιβάλλεται. Σκορπούσε γύρω του τον θαυμασμό. Όλοι τον λάτρευαν. Και όλοι γίνονταν καλοί και γενναίοι κοντά του.
Όταν ο Ίων Δραγούμης τον πρωτογνώρισε στο Μοναστήρι, έγραφε στον πατέρα του: “Δεν έχω γνωρίσει άντρα σαν τον Βαγγέλη Στρεμπενιώτη. Ούτε στην εμφάνιση ούτε στη γενναιότητα και την αποφασιστικότητα. Δεν μπορεί κανείς να του παραβληθεί. Αισθάνομαι μια δύναμη να με τραβάει κοντά του και να θέλω να γίνω οπαδός του, ένα από τα παλικάρια του…”»…

Τέλος, στο βιβλίο της Ναταλίας Μελά «Παύλος Μελάς», εκδ. Δωδώνη, όπου περιέχονται οι επιστολές του μεγάλου ήρωα προς τη γυναίκα του, διαβάζουμε:
«Στρέμπενο, 16 Σεπτεμβρίου 1904
Ήλθε να με επισκεφθεί και η χήρα του Βαγγέλη, ωραιοτάτη νέα, με το κοριτσάκι της μόλις 2 ετών. Είναι απαρηγόρητη, γιατί χθες το βράδυ έμαθε ότι οι κομιτατζήδες σκότωσαν τον αδελφό της, δάσκαλο στη Μηλόβιστα του Μοναστηρίου. Ήλθε και η καημένη η αδελφή του καπετάν Βαγγέλη. Συγκινήθηκα με τη συγκίνησή της σαν μας είδε… Είδα και τον τάφο του μακαρίτη Βαγγέλη. Είναι χωρίς σταυρό. Θα παραγγείλω μαρμάρινο στο Μοναστήρι».

(*) «Ένα βράδυ του επιτέθηκαν στο σπίτι του, αλλά τους αντιμετώπισε με απερίγραπτο ηρωισμό, μαζί με την αδελφή του Σοφία. Κοντά στα μεσάνυχτα οι Βούλγαροι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τις σκάλες. Η Σοφία παράτησε το όπλο και τους έριξε στα μάτια μια οκά πιπέρι. Τότε βγήκε κι ο Βαγγέλης και τους κυνήγησε έξω από το χωριό(…)». Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Δούφλια «Μακεδονία-Μακεδονικός Αγώνας», εκδ. Αιγαίο. 

 (**) Γράφει σχετικά ο Μοναστηριώτης Μακεδονομάχος συγγραφέας Γεώργιος Μόδης στο βιβλίο του «Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες αρχηγοί», 1950:
«Οι κάτοικοι του Στρέμπενου, σλαβόφωνοι τώρα, κατάγονται όλοι σχεδόν από την Ήπειρο, τ’ Άγραφα και την Τσαμουριά» και αυτό είναι πολύ σημαντικό στοιχείο, για να καταλάβουμε πώς γίνεται η γλώσσα να μην ταυτίζεται πάντα με τη συνείδηση!

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Μαΐου 2022, αρ. φύλλου 1124.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ