15/11/10

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: O Βογατσιώτης Νώντας Τσίγκας

Θα μιλήσω, εν συντομία, για την μυθιστορία του Νώντα Τσίγκα «ου απάν’ κι ου κατ’ ου κόσμους» που, όπως γράφει, είναι ιστορία φόβια, (τουτέστιν φοβιστική), αλλά καθόλου πένθιμη.
Και θα προσπαθήσω να μπω στο δικό του πνεύμα. Νομίζω ότι ό Επαμεινώνδας, πρώτα-πρώτα, θέλησε να βάλει τη σχέση του με την μητρώα γη, το Βογατσικό, σε μία αναγνώσιμη συνάρτηση και στην αρμόζουσα θέση. Και από τη σχέση- θέση αυτή, που είναι το εφαλτήριο του, να «τρέξει» με τη δημιουργική φαντασία του και τον υπόλοιπο κόσμο.

Εκ του αποτελέσματος, δε, κρίνοντας- και θα το πω εξ αρχής- κάποιοι άνθρωποι, σαν τον Νώντα, έχουν την πνευματική τους υπόσταση, αυτήν που λιγάκι υποπτευόμαστε μόνο, αλλά και αυτήν που διαφαίνεται ότι μας αφήνουν ν’ αγγίξουμε, καμωμένη από μαλαματένια φύλλα δουλεμένα στο αμόνι της ευαισθησίας. Και δεν τα λέω αυτά από φιλία, από υποχρέωση, γιατί συνηθίζεται. τα λέω γιατί, ο Νώντας ό,τι γράφει με το χεράκι του συγκινεί μέχρι δακρύων. Συγκινούν το πνεύμα του, φορές ακόμα και δηκτικό, η γνώση και η καλαισθησία του.
Φαίνεται ότι την αισθητική του επηρέασαν οι μπιμπίλες της γιαγιάς Κλεοπάτρας, που τις έπλεξε γύρω από το μαξιλάρι, όπου ακουμπούσε το κεφάλι του κι έβλεπε τη συμμετρία τους, τα σχήματά τους, τα λιτά και δυνατά συγχρόνως. Του χάιδευαν το πρόσωπο και του έπλαθαν την ψυχή μ’ έναν λεπταίσθητο τρόπο. Έναν τρόπο που ξέρουν και τον κατευθύνουν οι άνθρωποι που μας αγαπούν. Που δεν τρομάζει τον δέκτη και δεν αφήνει να επαίρεται τον προσφέροντα.

Αυτός ο Νώντας, λοιπόν, ξεκινάει από ένα άλυτο πρόβλημα: από το που πηγαίνει ο άνθρωπος όταν πεθαίνει.
Η σημερινή μας θρησκεία, βέβαια, τουν κατ’ τουν κόσμου τον έφερε απάν’, τον ανέβασε στα ουράνια, τον έκανε θαυμαστότερο και πιθανόν δελεαστικότερο σε προσμονή. Και η πεποίθηση αυτή παίρνει σάρκα και οστά στο πρόσωπο του Λιόλια. Λέω του Λιόλια, γιατί δεν μπορεί, αφού ίλιγαν τον αξάδερφου τ’ Λιόλια, Λιόλιας θα νάταν κι αυτός. Το Λιόλιας είναι υποκοριστικό του Γιώργος. Πιθανολογώ, δε, ότι κάποιο παιδάκι στο χωριό, αντί να πει Γιώργος, ψέλλισε Λιόλιος, Λιόλιας, κι οι χωριανοί μας το καθιέρωσαν σαν όνομα (αργότερα και σαν: Λιουλ’ς!). Η παιδικότητα και η σκωπτικότητα στο Βογατσικό, δεν είναι χάρισμα μερικών, αλλά την διαθέτουμε, από κληρονομιά, οι περισσότεροι, όπως και όλα τα Μπουγατσιώτκα ουρσουζλίκια.

 Ο Λιόλιας, λοιπόν, ξαναέρχεται στη ζωή, και όχι σαν γέροντας-γιατί στα σαράντα του, που πέθανε, γέρος ήτανε πριν πενήντα χρόνια- αλλά σαν είκοσιπεντάρης. Λέει ότι πήρε δήθεν άδεια από τον «Μ’χάλ», τον αρχάγγελο Μιχαήλ, αλλά φαίνεται ότι η άδεια αυτή ήταν διαρκείας. Ήρθε για να ξαναζήσει, να χαρεί όλες τις πλευρές της ζωής διαθέτοντας, μάλιστα, την εμπειρία του ενήλικα. Και φυσικό ήταν να ξεκινήσει από το χώρο που έζησε, το Βογατσικό. Γιατί στο χωριό του εμπεριέχεται η παιδική του ηλικία που είναι η πραγματική πατρίδα του καθενός μας. Και όλα τα κατοπινά τέλεια, λοιπόν, να τα έβρισκε στο χωριό, πάλι ατελή θα του φαινότανε, γιατί η μνήμη μας τα «παιδικάτα» μας τα διατηρεί καλύτερα κι από το πιο προηγμένο ψυγείο, φρέσκα, δροσερά, μυρωδάτα, κι όχι απλώς αναλλοίωτα, αλλά σε πλήρη άνθιση, γιατί ο χρόνος δεν τους προσθέτει καμιά φθορά, αλλά μάλλον αλαφρώνει κάθε δραματικό-λυπηρό στοιχείο και κάνει τα δύσκολα ποιητικά και τα καλά περισσότερο πλουμιστά μέχρι που, κάποιες φορές, ακόμα και σε βασιλικά παλάτια τα στεγάζει.
Από τις παραστατικότερες στιγμές της μυθιστορίας του Νώντα είναι αυτή που μαζώνει όλα τα «λιανώματα» του σκελετού με πρώτο-πρώτο το κεφάλι του που είναι τρανό σαν «γκαβανούζα», σαν πήλινο δοχείο δηλαδή, αφού σε τελική ανάλυση όλοι από πηλό είμαστε φτιαγμένοι.

 Και χρόνου δοθέντος, λοιπόν, στον Λιόλια, συγγενικού φίλου επίσης, χρημάτων-ιερών, από το παγκάρι κι ανίερων από τον τζόγο, θα έλεγα- έρχεται να ζήσει, έτσι όπως δεν έζησε στην κανονική του ζωή. Έχει χρόνο για διασκέδαση, για παρατήρηση, αθώα και τσουχτερή, έχει χρόνο για συναναστροφές, για εκτίμηση της τωρινής ελληνικής πραγματικότητας, για επικρίσεις όταν λόγου χάρη οι οικογένειες ξεφεύγουν απ’ τον «τορό» της φροντίδας των ηλικιωμένων. Δεν παραλείπει, βέβαια, να επισκεφτεί την Σαλονίκη, κοινό τόπο όλων των βορειοελλαδιτών και να κάνει και μια «γυροβολιά» και σε άλλα μέρη.
 Φυσικά άλλη χάρη έχει το κείμενο με τα καθ’ εαυτών Βογατσιώτικα κι άλλη με τα μεθερμηνευόμενα:
Αναφέρω χαρακτηριστικά:
άλλο το τσιούτσιαβου - κι άλλο το μικρό
άλλο μούρτζιους- κι άλλο λερωμένος στο πρόσωπο
άλλο (σ)φουρλατίζου- κι άλλο πετώ μακριά
άλλο πιόμα-κι άλλο ποτό
άλλο ματσκαλνώ- κι άλλο τρώω θορυβωδώς
άλλη ουσία έχει το ψίχαλας- από το λίγο.
Άλλο είναι να πεις: φαίν’νταν οι κότσις απού κάτ’ σαν πλιβρά απού ψόφιου σκ’λί- κι άλλο ότι το σπίτι ήταν ερειπωμένο-αποσκελετωμένο.
άλλη γλύκα έχει μια φιλιότα ψουμί- κι άλλη μια φέτα.
Άλλο είναι να πεις: πού γυρνούσις μπρί σαν χαϊβάν’- κι άλλο που γύρναγες καλέ!
Άλλο φαρδαπλώθ’κα κι άλλο κάθισα αναπαυτικά.
Άλλη ένταση έχει το ασκαίνουμι κι άλλη μετριότητα το σιχαίνομαι.

Είναι οι ηχογενείς μας λέξεις, είναι αυτές που εμπεριέχουν την νοητική μας εξέλιξη, την ιστορία μας, οι έντονα ελληνικές όπως και οι δανεισμένες- από τις γύρω γειτονιές- οι φορτισμένες συναισθηματικά από τα ηλεκτρόνια της ζωής, οι ηχητικά σημαδεμένες με οξείς και πλατιούς τόνους. Όλες γραμμένες από το χέρι του Νώντα, με φρεσκάδα και τέχνη, αποτελούν μια δυνατή και γλυκιά συγχρόνως πολιτιστική συνέχεια, μια συνέχεια ζωής, που δίνει στους ανθρώπους, στις ιδέες των ανθρώπων, στα πράγματα που τους περιβάλουν, ουσία κι ομορφιά. Είναι σα να έριξε έναν γάντζο στο πηγάδι και να τράβηξε επάνω το φεγγάρι, που καθρεφτίζονταν μέσα, και να το έβαλε πάλι στη θέση του. Είναι αυτό το ακατόρθωτο και συνάμα κατορθωτό που κάνει η λογοτεχνία όταν έχει ψυχή. Τη μίξη του χρόνου και των ανθρώπινων καταστάσεων χωρίς όμως να αμβλύνει τις ιδιαιτερότητες τους. Κι εδώ ο Νώντας το κατάφερε, μας υπενθύμισε, μας συγκίνησε και μας έτερψε.
Τ’ αραθύμ’σαμι όλα. Δηλαδή τα επιθυμήσαμε όλα, με σχεδόν ερωτική διάθεση. ( Από το ερώ και ενθυμούμαι)

Λοιπόν Νώντα, έχεις κάνει το καθήκον σου σαν Βογατσιώτης. Ας πάρουν, σ’ αυτόν τον τομέα, την σκυτάλη κι άλλοι, νεότεροι ακόμα. Ίσως να ήταν περισσότερο χρήσιμο, από πολιτιστική άποψη, κι ένας γλωσσολόγος να ασχολούνταν με το ιδίωμά μας.
 Κι όπως θα σου έλεγε και «ου Λακιώτ’ς», ο Χρυσόστομος ο Τζημάκας, ο πάντα παρών ανάμεσά μας, τράβα μπροστά!
 Και μείς σ’ ακ’λουθούμι (ακολουθάμε)!

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό το κείμενο της παρουσίασης του βιβλίου καθώς και το βιβλίο που το διάβασα πολύ ευχάριστα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.