5.8.12

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Πικρές αλήθειες



Προσπαθώντας να κατανοήσω σύγχρονα προβλήματα, ανατρέχω συχνά στην τουρκική ιστορία, αντλώντας διδάγματα. Εν προκειμένω, η ανασυγκρότηση της Τουρκίας στη δεκαετία του 1920 είναι εντυπωσιακή. Θα έπρεπε ίσως να ανατρέξω και στην ελληνική ιστορία της ίδιας περιόδου. Δεν το κάνω, επειδή στην περίοδο εκείνη τη μεγάλη εθνική Καταστροφή διαδέχτηκε μια πτώχευση. Αλλά τότε τουλάχιστον οι κυβερνώντες την Ελλάδα είχαν το πραγματικό ελαφρυντικό και όχι δικαιολογία, ότι προσπάθησαν να ενσωματώσουν ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες και να επουλώσουν τις πληγές της ήττας.

Σοφά χαρακτηρίζει ο Paul Dumont την Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1918 «μια χώρα στο χείλος του βαράθρου». Εκείνο που είναι εντυπωσιακό είναι το ότι την περίοδο εκείνη υπήρχε πλειάδα Οθωμανών πολιτικών που είχαν ταχθεί αναφανδόν υπέρ μιας πολιτικής υπακοής και εξάρτησης από τις δυνάμεις της Αντάντ, πρωτοστατούντος του ίδιου του Σουλτάνου Μεχμέτ Βαχιντεντίν, συνεπικουρούμενοι στη στάση της υποταγής από μεγάλο μέρος του τουρκικού τύπου, μεταξύ των οποίων οι εφημερίδες Σαμπάχ και Ακσάμ. Οι άνθρωποι εκείνοι υποστήριζαν ότι μέσω της αποδοχής των συνεπειών της ήττας, θα υιοθετείτο από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις μια ήπια στάση απέναντι στη χώρα τους…. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τη συμπεριφορά σημερινών ελλαδιτών πολιτικών θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς συμπτωματική.

Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ συγκρότησε τη Νέα Τουρκία, συγκρούστηκε μοιραίως με τη Δύση. Ανάμεσα στα άλλα καταγγέλθηκαν και οι «Διομολογήσεις», χάρη στις οποίες η Δύση είχε εισέλθει ως οικονομικός κατακτητής στην πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καταλαμβάνοντας νευραλγικούς τομείς της οικονομίας της. Η Αυτοκρατορία, έχοντας χαρακτηριστεί ως ο «Μεγάλος Ασθενής της Ευρώπης», ήταν υπερχρεωμένη. Η επιτροπή διαχείρισης Οθωμανικού χρέους είχε επιβάλει σκληρά μέτρα στη χώρα, με αποτέλεσμα την ένδεια μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ενώ βεβαίως οι τράπεζες, οι σιδηρόδρομοι, τα ορυχεία, τα δάση, τα λιμάνια, οι δημοτικές υπηρεσίες, τα τελωνεία, οι βιομηχανίες και γενικότερα τα θεμέλια ολόκληρα της τουρκικής οικονομίας κατέχονταν από το μεγάλο ευρωπαϊκό κεφάλαιο, το οποίο απολάμβανε φορολογικής ασυλίας. Καταγγέλλοντας τις συμφωνίες αυτές, ο Μουσταφά Κεμάλ έπρεπε μοιραίως να ξαναχτίσει την οικονομία της χώρας και να ανασυγκροτήσει την παραγωγή της. Στα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας λοιπόν, ο Κεμάλ, έχοντας διαπιστώσει ότι η χώρα δαπανά υψηλά ποσά συναλλάγματος για την εισαγωγή καφέ – καθώς είχε χάσει τις αραβικές επαρχίες, που παρήγαγαν δικό τους καφέ – εισηγήθηκε την παραγωγή τσαγιού, που ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί με επιτυχία στην περιοχή της Ριζούντας του Πόντου και πέτυχε την υιοθέτηση του από τους πολίτες...

Έθεσα το παραπάνω τυχαίο, ενδεικτικό και απλουστευτικό ίσως παράδειγμα – καθώς βεβαίως ο Κεμάλ προέβη σε πλήθος πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων – διότι πρέπει να γίνει ξεκάθαρα σαφές ότι αυτή η χώρα, η δικιά μας η Ελλάδα, πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσει να καταναλώνει κυρίως τα προϊόντα εκείνα τα οποία μπορεί μόνη της να παράγει. Και για να γίνει αυτό πρέπει επιτέλους η ελληνική γη να αρχίσει να παράγει ξανά. Και αυτό είναι μια αλήθεια που πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι, πολιτικοί και λαός. Είτε παραμείνει η χώρα στο Ευρώ είτε όχι, άλλη λύση από την ανασυγκρότηση της εθνικής παραγωγής δεν υπάρχει. Το δυστύχημα είναι ότι οι έλληνες πολιτικοί δεν έχουν κάνει το παραμικρό βήμα για το σκοπό αυτό, παθιασμένοι ίσως στον αγώνα για την εφήμερη δόξα και την κατάληψη της γλυκιάς εξουσίας…

Μια δεύτερη πικρή αλήθεια είναι ότι κάποια στιγμή – πολύ σύντομα και κατ’ ανάγκην – ο προϋπολογισμός της χώρας πρέπει να ισοσκελιστεί και κατόπιν να αποκτήσει πρωτογενές πλεόνασμα. Όπως μια οικογένεια πρέπει να ζει με τα χρήματα που κερδίζει, αποταμιεύοντας μάλιστα κι ένα μέρος για τις δύσκολες ώρες, έτσι ακριβώς πρέπει να πράξει και η χώρα. Αλλά δυστυχώς μαζί με την οικονομία στην Ελλάδα κατέρρευσε και η λογική. Γι’ αυτό και θεωρείτο περίπου αυτονόητο ότι μια οικογένεια μπορούσε να καταναλώνει πολλάκις περισσότερα από εκείνα που κέρδιζε… Επόμενο ήταν λοιπόν η οικονομία της χώρας να καθρεφτίζει την αντίληψη του μέσου πολίτη, και το αντίστροφο.

Μια τρίτη αλήθεια, που επιμελώς αποσιωπάται, είναι πως οι μέρες που έρχονται απαιτούν ριζική περιστολή δημοσίων δαπανών σε κάθε περίπτωση και με ότι συνεπάγεται αυτό. Είτε παραμείνει η χώρα στη ζώνη του Ευρώ, είτε όχι, η πορεία των οικονομικών της προδικάζει μοιραίως δύσκολες μέρες. Κάποιοι πολιτικοί καλλιεργούν την εντύπωση πως η παραμονή στο Ευρώ εξασφαλίζει διατήρηση του παρόντος επιπέδου μισθών και συντάξεων και διαιώνιση της επίπλαστης ευημερίας, ενώ οι ίδιοι ξέρουν πολύ καλά πως οι δεσμεύσεις που έχουν δώσει – θέτοντας φαρδιά πλατιά τις υπογραφές τους, για να μη ξεχνιόμαστε – προϋποθέτουν το ακριβώς αντίθετο. Την ίδια ώρα άλλοι πολιτικοί μεταβάλουν απόψεις, αγόμενοι και φερόμενοι από τις δημοσκοπήσεις, προκειμένου να γίνουν αρεστοί στο πλήθος. Και βεβαίως πλήθος πολιτών μέγα αρέσκεται να πιστεύει χίμαιρες, αρνούμενο να δει την αλήθεια: είτε μείνει η χώρα στο Ευρώ είτε όχι, οι περικοπές θα έρθουν.

Η πρόταση επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, που πολλάκις ο γράφων υποστήριξε, δεν ευαγγελίζεται αφειδείς παροχές και ασύστολους διορισμούς δημοσίων υπαλλήλων. Κάθε άλλο. Είναι βέβαιο ότι η χώρα θα περάσει δύσκολες μέρες έτσι κι αλλιώς. Μια χώρα που δεν παράγει τίποτε, δεν έχει καμιά ελπίδα. Το εθνικό νόμισμα, κατά την κρίση του γράφοντος, εφόσον η επιστροφή σε αυτό γίνει συντεταγμένα και με επιλογή της χώρας και όχι με λάκτισμα, θα επαναφέρει στη χώρα την εθνική της αξιοπρέπεια και τη δυνατότητα να ξαναστήσει την παραγωγική διαδικασία και σε ένα ορατό μέλλον να ανακάμψει. Τίποτε παραπάνω…

Διότι με το ύψος του κυριολεκτικώς επονείδιστου δημοσίου χρέους να έχει διαμορφωθεί στα σημερινά επίπεδα, ακόμη κι όταν αποκτήσει η χώρα πρωτογενές πλεόνασμα, εάν αρχίσει να απομειώνει το χρέος κατά 1 δις το χρόνο, θα χρειαστεί 400 χρόνια για να εξοφλήσει, περισσότερα δηλαδή από όσα παρέμεινε ο ελλαδικός χώρος υπό Οθωμανική Διοίκηση… Και βεβαίως το δημόσιο χρέος δεν είναι παγωμένο και άτοκο. Και μιας και ο λόγος περί δημοσίου χρέους, τίποτε δεν ηχεί λογικότερο από τη σύσταση διεθνούς λογιστικής επιτροπής ελέγχου του, δικαίωμα που διατηρεί και ο τελευταίος οφειλέτης μιας τράπεζας, έλεγχος που βεβαίως μπορεί να αποκαλύψει τα μύρια όσα για το πολιτικό κατεστημένο, που τον αρνείται...

Ακόμη όμως κι αν αποδεχτούμε ότι ενδείκνυται η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη, δεν είναι πλέον ή προφανές πως η προοπτική εξόδου είναι πραγματική αν όχι Ante Portas; Αυτό δε δείχνουν οι διεθνείς εξελίξεις; Η άρνηση αποδοχής και συμβιβασμού με την πραγματικότητα, όσο οδυνηρή κι αν είναι, δεν βοηθάει στο να αλλάξει αυτή η πραγματικότητα. Ο ασθενής, που του αποκρύπτουν την ασθένεια, δεν θεραπεύεται εξ αυτού. Δε θα έπρεπε λοιπόν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, αντί να «ξορκίζουν το κακό», να εξηγήσουν στο λαό την πραγματική κατάσταση, να τον προετοιμάσουν και να προετοιμαστούν και για το ενδεχόμενο της εξόδου, οργανώνοντας εθνικό σχέδιο προσαρμογής; Η προοπτική αυτή είναι υπαρκτή, οφείλεται στην ακαταλληλότητα τόσο του «Μνημονίου», όσο και στην ανικανότητα και τα λάθη εκείνων που επιχείρησαν να το εφαρμόσουν – και όχι βεβαίως στην όποια καλή ή κακή αντιπολίτευση. Δεν πρέπει συνεπώς να αντιμετωπίζεται ως περίπου η σύγκρουση του Ουρανού με τη Γή, αλλά ως πιθανότητα απέναντι στην οποία η χώρα οφείλει να είναι έτοιμη. Οι ηγέτες της «Πομπηίας» του Αιγαίου πρέπει να ξυπνήσουν. Δεν υπάρχουν «εγγυητές» του ευρώ. Πραγματικός εγγυητής θα ήταν μια ισχυρή εθνική οικονομία, στηριγμένη σε βάσεις ατσάλινες. Αλλά τέτοια οικονομία η Ελλάδα ούτε έχει, ούτε είχε ποτέ. Και ασφαλώς δεν θα αποκτήσει και στο μέλλον, όσο το πολιτικό της σύστημα ακολουθεί την πεπατημένη…

Πρέπει να ειπωθούν βαριές και πικρές αλήθειες στον ελληνικό λαό. Αντί να γίνεται λαϊκιστική πλειοδοσία εκατέρωθεν και ένας αγώνας γύρω από ένα νόμισμα που έτσι κι αλλιώς δεν είναι δικό μας, θα έπρεπε να γίνει συνείδηση ότι είτε παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη, είτε όχι, είτε ακόμη κι αν διαλυθεί η Ευρωζώνη – υπαρκτή πιθανότητα που κανείς εδώ δε λαμβάνει υπόψη του, θα πρέπει να αλλάξουν πολλά πράγματα στη νοοτροπία και στις πρακτικές μας.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 7 Ιουνίου 2012, αρ. φύλλου 645


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.