8.8.12

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Ηλιόψαρα του γλυκού νερού

Να ‘φταιγε η κούραση που συσσωρεύει από ολόκληρη την εβδομάδα κι εκδηλώνεται έντονα το απόγευμα της Παρασκευής ή ήταν η γενική φόρτιση εξαιτίας της γενικής κατάστασης που επικρατεί και μέσα στην οποία ζούμε όλοι μας, ποιος ξέρει… Πάντως όταν το απόγευμα εκείνο πήρε την ΟΔΟ στα χέρια της για να αποφορτιστεί και για να την ξεκουράσει, το μυαλό της της έπαιζε επί ώρα ένα παράξενο παιχνίδι. Γιατί, αρχίζοντας να διαβάζει το άρθρο το αναδημοσιευμένο από την εφημερίδα με ελληνικό τίτλο «Αληθινά Νέα», άλλα διάβαζε και άλλα καταλάβαινε. Το έπαθε και το κατάλαβε αμέσως, από τη δεύτερη κιόλας λέξη του άρθρου, αφού…

Αφού «άρπαγας» διάβασε, λέξη που σε ψάρι αναφερόταν, καθώς το ξεκαθάριζε η αμέσως προηγούμενη λέξη, αλλά αυτή η ευλογημένη άνθρωπο έφερνε στο νου της. Ή, ακριβέστερα, ανθρώπους. Και, όσο κι αν προσπαθούσε να επαναφέρει στο σωστό δρόμο το μυαλό της που είχε ξεστρατίσει, αυτό αρνιόταν πεισματικά να ξεκολλήσει από τους άρπαγες ανθρώπους. Μάλλον γιατί αυτοί είναι που φταίνε περισσότερο για την κρίση που περνάμε –«τιμωρία» την είπε ο μαθητής μας ο Γιώργος αυθόρμητα προχτές και είχε τόσο δίκιο-, ίσως όμως πάλι γιατί αυτοί έχουν πληθύνει επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια. Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά δε συμμαζεύονται ούτε και μετά τις συλλήψεις και προσαγωγές κάποιων –έστω ελαχίστων- ομοϊδεατών τους∙ απόδειξη οι επίορκοι υπάλληλοι που εξακολουθούν να συλλαμβάνονται γιατί εξακολουθούν να τ’ αρπάζουν άφοβα οι αθεόφοβοι...

Τι να λέμε τώρα… Άρπαγες παντός είδους είχαμε καταντήσει τις τελευταίες δεκαετίες και όσο υπήρχε η ατιμωρησία τόσο συνεχίζαμε να αρπάζουμε. Χωρίς να συνειδητοποιούμε πόσο δίκιο είχε ο σοφός της εποχής μας όταν, ερωτώμενος για τις τρεις πιο σοβαρές πληγές του περιβάλλοντος σήμερα, την απληστία μας ανέφερε, όσο κι αν φαίνεται πως δε σχετίζεται με το περιβάλλον. Γιατί, ναι, η απληστία μας (που δεν είναι τίποτ’ άλλο από εκδήλωση υπέρμετρου εγωισμού) είναι αυτή που καίει τα δάση για να τα οικοπεδοποιήσει, αυτή δε βάζει φίλτρα στα εργοστάσια που προτιμούν τη μόλυνση του αέρα που αναπνέουμε από το λιγόστεμα των εσόδων, αυτή κρύβεται πίσω από τα περισσότερα από τα χρειαζούμενα αυτοκίνητα που διαθέτουν κάποιοι για τη φιγούρα τους, η απληστία κάνει τον εργοδότη να αμείβει τον εργαζόμενό του λιγότερο απ’ όσο αξίζει η δουλειά του για να κερδίσει ο ίδιος περισσότερα, αυτή κάνει τον ανάξιο να σκάβει το λάκκο του αξιότερού του, προκειμένου να ανεβεί ψηλότερα στην ιεραρχία παρά την αναξιότητά του, αυτή φταίει και για πολλά άλλα, αν το καλοσκεφτούμε. Οπότε, άρπαγας δεν είναι μόνο ο «φονιάς» ή ο φονιάς του γλυκού νερού, αλλά είμαστε κι εμείς οι άπληστοι άνθρωποι, που υποτίθεται πως είμαστε τα μόνα έλλογα όντα επάνω στη γη…

Και συνέχισε η γυναίκα να διαβάζει για τα τεκταινόμενα στα γλυκά νερά των λιμνών μας, αλλά δε συνερχόταν. Και πώς θα μπορούσε να συνέλθει την ώρα που για τις λίμνες διάβαζε και στην ανθρώπινη ζωή εν Ελλάδι επικεντρωνόταν η σκέψη της, αφού…

Αφού ό,τι συνέβη εδώ συνέβαινε επί δεκαετίες και στα άλλα πεδία της ζωής μας: «και παρότι η παρουσία του ηλιόψαρου είναι πλέον καταγεγραμμένη, μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί κάποιο μέτρο για το μετριασμό της εξάπλωσής του». Ακριβώς σαν τους άρπαγες της ζωής και των επαγγελματικών χώρων∙ τους ξέραμε όλοι μας, τους βλέπαμε, συχνά τους ζούσαμε, άλλοτε πάλι οι ανομίες τους έβγαζαν όχι το ένα, μα και τα δυο μας μάτια, και οι άλλοι, η μειοψηφία, σιωπούσαμε για διάφορους λόγους: άλλοτε γιατί ο άρπαγας ήταν κοντινό μας πρόσωπο και δε γινόταν να μιλήσουμε, άλλοτε γιατί εμείς δεν είμαστε καρφιά ούτε ρουφιάνοι, άλλοτε για να μη συνασπιστούν όλοι οι άλλοι υπέρ του –λόγω «ηθικής», βλέπε ανήθικης, συγγένειας- και εναντίον μας, με αποτέλεσμα αυτό που ζούμε σήμερα. Αυτό γινόταν και δεν λαμβανόταν κανένα απολύτως μέτρο. Γι’ αυτό και δε χρειαζόταν να ψάξουμε πολύ∙ ακόμα και στον πολύ κοντινό μας περίγυρο υπήρχαν περισσότερες από μία περιπτώσεις υπαλλήλων που είχαν κάνει τις απάτες τους και «τιμωρούνταν» με μετάθεση σε γειτονικό νομό, αλλά και με ταυτόχρονη προαγωγή τους σε ανώτερο βαθμό, τι κοροϊδία! Με μεγαλύτερα κορόιδα όλους εμάς που βλέπαμε και δε μιλούσαμε –τι να πούμε και σε ποιον; μονάχα μεταξύ μας το συζητούσαμε- και, επιπλέον, το χειρότερο που πάθαμε από την επανάληψη αυτής της «τιμωρίας» ήταν πως, έχοντας πάθει άμβλυνση του συναισθήματος, την τακτική αυτή τη θεωρούσαμε πια σαν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο…

Διάβαζε η γυναίκα για το ψαράκι με το υπέροχο όνομα, που στο φως παραπέμπει, διάβαζε και ξεχείλιζε μέσα της ο θυμός κι η πίκρα, που εξαιτίας όλων αυτών των ηλιόψαρων, που είχαν βολευτεί μια χαρά στην απραξία τους και που είχαν βρει τους τρόπους να εξουδετερώνουν τους χαζούς που επέμεναν να πηγαίνουν με το σταυρό στο χέρι (ο κυριότερος τρόπος είναι η εξουδετέρωση δια της συκοφαντίας, άλλωστε όλοι το ξέρουμε πως η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως μπορείς, αρκεί να γλιτώσεις από τους συνεπείς και ευσυνείδητους, που εδώ και χρόνια είχαν καταντήσει πολύ επικίνδυνοι), διάβαζε και πονούσε για τα άξια παιδιά που δεν έχουν προοπτική εδώ στην πατρίδα που προοπτική είχαν μονάχα τα πάσης φύσεως λαμόγια. Τα οποία δε φαίνονται εκ πρώτης όψεως κι ούτε κάνουν μπαμ από μακριά. Άλλωστε στην Ελλάδα ζούμε, στη χώρα που είσαι ό,τι δηλώνεις (και το ηλιόψαρο πέρκα δηλώνει κι εύκολα το μπερδεύουν οι ψαράδες, αλλά, αντί να μας ωφελεί όπως η πέρκα, μας βλάπτει, αφού κάνει ζημιές στις λίμνες μας) κι έπειτα ποιος να παραδεχτεί πως ανήκει στα λαμόγια ηλιόψαρα; Γι’ αυτό και οι άλλοι, οι λιγότεροι και καημένοι, δεν έπαυαν να εκπλήσσονται κάθε φορά που κάποιο καινούριο λαμόγιο αποκαλυπτόταν και δεν έπαυαν να μένουν με ορθάνοιχτο στόμα όποτε διαπίστωναν πόσο κοντά μας έφτασε ο υπόκοσμος και πόσο δίπλα του ζούσαμε. Άλλωστε, το ηλιόψαρο της λίμνης «είναι οπορτουνιστικό είδος (…) και ο ιδιαίτερος χρωματισμός του –πορτοκαλί, πράσινες, κίτρινες ή μπλε κηλίδες σε λαδί ράχη- το καθιστά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα από πλευράς εμφάνισης ψάρια του γλυκού νερού και ταυτόχρονα λειτουργεί ως καμουφλάζ που του επιτρέπει να κρύβεται πιο εύκολα» και από εμφάνιση, μα και καμουφλάζ εμείς οι Έλληνες που καταφέραμε την κρίση άλλο τίποτα. Αλλά και ως οπορτουνιστικό είδος πώς να το κρύψουμε ότι δεν έχουμε ταίρι;

Tέλος, όσον αφορά το ποιος έκανε το λάθος κι έριξε το ηλιόψαρο στη δική μας λίμνη κι αν το έριξε επί τούτου ή χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες, τρέχα γύρευε… Σάμπως και σχετικά με το ποιος ακριβώς έκανε την αρχή κι έσπρωξε την Ελλάδα μας στον κατήφορο που βαδίζουμε και δε γνωρίζουμε πού θα μας βγάλει, ακόμα κι αν το ξέρουμε πια, το παραδέχονται όσοι το έχουν προκαλέσει, για να αρχίσουν να διορθώνουν όσα διορθώνονται, μπας και ανθίσει ξανά η ελπίδα στις ξεραμένες καρδιές μας; Θα το παραδεχτούν, άραγε, ποτέ τους;
Εκτός και αν το κακό το μετέφερε κάποιο πουλί με τα πόδια του και είμαστε όλοι μας τελείως, μα τελείως αθώοι…

Υ.Γ.: Νιώθω την ανάγκη να εξηγήσω στους αναγνώστες μας πως ο λόγος που χρησιμοποιώ παρατατικό κι όχι ενεστώτα χρόνο στα ρήματα που αναφέρονται στην πορεία που οδήγησε στην παρακμή της χώρας μας είναι η διάθεση για ελπίδα περισσότερο και όχι κάποια διαπίστωση πως τάχα άρχισαν τα πράγματα να γίνονται καλύτερα γιατί τάχα εμείς συνήλθαμε αυτομάτως, που μακάρι…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Μαΐου 2012, αρ. φύλλου 643

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.