27.8.12

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Με φόντο τα βιβλία, ή, η καρδιά του δασκάλου.

Το σκεφτόμουν κάθε Παρασκευή που ζωντάνευε αλλιώτικα η Δημοτική μας Βιβλιοθήκη∙ θα ήθελα να βρεθώ μια φορά έστω να το δω. Το κατάφερα μόλις χτες. Αυτήν τη φορά είχα έναν ακόμη ιδιαίτερο λόγο:
Η συνάδελφός μου Φερενίκη Γκίτση είχε διαλέξει κάτι δικό μας να ζωντανέψει∙ ένα από τα παραμύθια της συλλογής του Σχολείου μας από το βιβλίο «Το λαϊκό παραμύθι… πάει σχολείο». Οπότε η καρδιά μου το ‘θελε πολύ να ‘μαι εκεί. Και τα κατάφερα.

Κι εκεί με περίμενε η μεγάλη έκπληξη. Και πολλές σημαντικές διαπιστώσεις: Πρώτα η εξαιρετική συνάδελφός μου, η Όλγα∙ μια μαμά με ολοζώντανο πάντοτε ενδιαφέρον να προσφέρει στην κόρη της ευκαιρίες ξεχωριστές για άνοιγμα των οριζόντων της. Με όποιο προσωπικό της κόστος. Όταν πέρασε να με πάρει, με τον ψιλό ευωδιαστό ιδρώτα στο γλυκό πρόσωπο και το μωρό στο πίσω καθισματάκι, φαινόταν πως το είχε παλέψει, πως δεν της βγήκε αβίαστα κι ανέκοπα. Όμως το έκανε αγόγγυστα και με χαρά, γιατί πίστευε σ’ αυτό. Και ήξερε πως είναι κέρδος.


Κι έπειτα εκεί, στο χώρο της Βιβλιοθήκης, είδα την αθρόα προσέλευση. Αυτή ήταν για μένα η τεράστια κι ευχαριστότατη έκπληξη: το αδιαχώρητο! Τα παιδιά που έπρεπε δυστυχώς να φύγουν, για να το δουν την επόμενη Παρασκευή, καθώς δε χωρούσαν.
Έβλεπα, έβλεπα και δε χόρταινα την ευχαρίστηση. Χαιρόμουν τους γονείς που είχαν έρθει ως εκεί για να φέρουν τα παιδιά τους, ομαδοποιημένα πολλές φορές και με άλλα παιδιά φίλων, συμμαθητές, γειτονόπουλα… Μαμάδες και κάποιοι μπαμπάδες, για να μην εξακολουθούμε να τους αδικούμε. Και ενώ οι γονείς ήταν αποκλεισμένοι από το χώρο όπου εκτυλισσόταν η όλη δράση, από το στενό άνοιγμα της πόρτας έβλεπα μόνο γελαστά κι υπομονετικά πρόσωπα να προσπαθούν να «κλέψουν» λίγο για να δουν. Και να χαρούν περισσότερο.

Ένα τεράστιο μπράβο στους γονείς! Δίχως να το ‘χουν συνειδητοποιήσει οι ίδιοι, πέρα από το ξεχωριστό βίωμα που εξασφάλισαν για τα παιδιά τους, είχαν καταφέρει, άθελά τους, και κάτι ακόμα τελείως απροσδόκητο: είχαν εξοστρακίσει όσο διαρκούσε η δράση, αλλά και πριν, όσο προετοιμάζονταν με τα παιδιά τους να έρθουν, την κρίση. Εντελώς. Τα πρόσωπά τους και η παρουσία τους εκεί έδειχναν μια άλλη Ελλάδα∙ μια Ελλάδα που γνωρίζει πολύ καλά να ξεχωρίζει τα εφήμερα από τα διαχρονικά και αιώνια. Και μη βιαστείτε να με παρεξηγήσετε: και βέβαια το ξέρω πως οι βιοτικές ανάγκες είναι βασικότατες. Μήπως δεν τις έχω κι εγώ με την οικογένειά μου; Αλλά υπάρχουν ευτυχώς κι αυτοί που ξέρουν πολύ καλά πως ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος. Απλώς αυτό, που όμως είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα. Το ήξεραν κι οι χτεσινοί γονείς αυτό, γι’ αυτό ήταν εκεί. Κι η δική μου έκπληξη και χαρά ήταν που ήταν τόσοι πολλοί.

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Η ψυχή της όλης δράσης, η γυναίκα που, όσο κι αν την ήξερα, όσο κι αν γνωρίζω και το γιατί, αναγκάστηκε να αφήσει την τάξη, στερώντας κι από άλλα παιδιά τη δυνατότητα να μάθουν με μιαν αλλιώτικη ευχαρίστηση γράμματα. Η γυναίκα που είναι ταυτισμένη με το χαμόγελο, ό,τι κι αν συμβαίνει γύρω της και πάνω της και μέσα της… Αφηγούνταν και έπαιζε με φόντο τα βιβλία: Αυτά τα πλάσματα του ανθρώπου που, ενώ έ-χουν φωνή και μιλιά, χτες την είχαν χάσει ολότελα∙ είχαν βουβαθεί κι είχαν μόνο μάτια για να βλέπουν. Γιατί δεν είναι συνηθισμένο να παίζουν και να χορεύουν τα παιδιά ανάμεσά τους. Και δεν είναι συνηθισμένα να βλέπουν τις ιστορίες από τις σελίδες τους να ξετυλίγονται μπροστά τους. Γιατί συνήθως η σχέση τους με τους αναγνώστες είναι αυτό που λέμε «στους δύο τρίτος δε χωρεί». Σαν τον έρωτα. Γιατί έρωτας είναι η ανάγνωση. Έρωτας είναι η αιτία ένα πρόσωπο να χώνεται μες στις σελίδες, προσπαθώντας να ξεδιψάσει και να χορτάσει μια δίψα και μια πείνα που ποτέ δεν τελειώνουν.

Αλλά ευτυχώς ζούμε σε μια εποχή που τα πράγματα γίνονται κι αλλιώς για το καλό των παιδιών μας: τα βιβλία δραπετεύουν από τα ράφια τους και ζωντανεύουν μέσα στις Βιβλιοθήκες, σε σχολικές και άλλες αίθουσες κι όχι μονάχα στο θέατρο από τους ηθοποιούς, όπως γινόταν παλιότερα. Κι ευτυχώς ζούμε σε εποχές που ταράζουν αρκετά τα νερά που ήταν πιο στάσιμα. Αφού εδώ και χρόνια σε μεγάλες πόλεις διαβάζουμε για τα αμέτρητα και κάθε λογής εκπαιδευτικά προγράμματα σε δήμους και σε μουσεία (προγράμματα με θέματα από την πλουσιότατη Παράδοσή μας, με θέματα διατροφής, προγράμματα καλλιτεχνικής έκφρασης των παιδιών, αφήγησης παραμυθιών, αλλά και γνωριμίας με σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς) κι έχουμε φτάσει και σε πιο πρωτότυπες διοργανώσεις του τύπου «νύχτες μουσείων» (με τις πόρτες των μουσείων ανοιχτές για νυχτερινούς επισκέπτες) και «τα παιδιά κοιμούνται μες σε μουσεία», ανάμεσα στ’ αγάλματα, και ένα σωρό άλλες ασυνήθιστες ως τώρα δράσεις που αλλάζουν τα δεδομένα, χαρίζοντας την ελπίδα πως αυτός ο τόπος κι αυτός ο λαός θα μεγαλουργήσει και πάλι, αφού αρχίζει σιγά σιγά να βρίσκει το δρόμο προς το αληθινά υψηλό και το πραγματικά ωραίο.

Αυτή η ελπίδα θέριεψε χτες μέσα μου. Όταν είδα πως και στο δικό μας μικρό, αλλά πανέμορφο και ιστορικό τόπο υπάρχει τόσο ζωντανό ενδιαφέρον. Και δε γελάστηκα καθόλου…



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 7 Ιουνίου 2012, αρ. φύλλου 645

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.