11.11.13

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Ἄρχοντες καί ἄρχοντες


ΟΔΟΣ 27.6.2013 | 698

Τά τελευταῖα χρόνια συνηθίζεται νά ἀποκαλοῦν, ἰδίως οἱ ἄρχοντές μας, τήν Καστοριά ¨Βυζαντινή Ἄρχόντισσα¨ ἄν καί κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιά νά ἀπαλειφθοῦν καί τά ὀλίγα ἐναπομείναντα βυζαντινά στοιχεῖα τῆς πόλεως, μέ ἐξαίρεση, βεβαίως, τῶν βυζαντινῶν καί μεταβυζαντινῶν Ἐκκλησιῶν, καί αὐτό γιατί δέν ὑπάγονται στήν δικαιοδοσία τους.

Ηταν πράγματι ἀρχόντισσα ἡ Καστοριά καί διεκρίνετο ἀπό τά βυζαντινά ἀκόμη χρόνια γιά τόν τρόπο ζωῆς τῶν κατοίκων της, δηλαδή τοῦ πολιτισμοῦ της, πράγμα πού διετήρησε καθ᾽ ὅλην τήν διάρκεια τῆς ὑποδουλώσεως τοῦ γένους στούς Ὀθωμανούς καί μέχρι τά χρόνια τοῦ τελευταίου παγκοσμίου πολέμου καί τῆς ξένης κατοχῆς. Αὐτό ὀφείλετο στό ἤθος καί τήν συμπεριφορά τῶν κατοίκων της.

Στά χρόνια τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἡ Καστοριά ὡς πόλις μακράν τοῦ κέντρου καί διαθέτουσα ἰσχυρό κάστρο καί ἀπαράμιλλο ὀμορφιά ἐπιλέχθηκε ὡς τόπος ἐγκαταστάσεως (ἐξορίας;) βυζαντινῶν ἀρχόντων οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀπωλέσει τήν εὔνοιαν τοῦ Αὐτοκράτορος καί εὐρίσκοντο ὑπό δυσμένειαν. Ὑπάρχουν ἀδιάσειστα στοιχεῖα πού μαρτυροῦν τὀ γεγονός, ὅπως οἱ κτητορικές ἐπιγραφές πολλῶν Ἑκκλησιῶν τῆς ὕστερης βυζαντινῆς ἐποχής. Οἰ βυζαντινοί αὐτοί ἄρχοντες ἀποτέλεσαν τό ἅλας τῆς ἀρχοντιᾶς τῆς Καστοριᾶς.

Επί Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας οἱ Καστοριανοί διετήρησαν τόν τρόπο ζωῆς τους καί τήν ἀρχοντιά τους καί αὐτό ὀφείλετο στήν ἐπεξεργασία τῆς γούνας. Οἱ Καστοριανοί, κάτοχοι τῆς κληρονομικῆς βιοτεχνίας τῆς γούνας, ἄρχισαν ἀμέσως μετά τήν ὀθωμανική κατάκτηση νά δουλεύουν ξανά τήν γούνα καί μέ τίς δωρεές καί τά ρουσφέτια, πού ἔδιναν στούς μπέηδες καί ἀγάδες εἰς εἶδος, δηλαδή ὠραῖες γοῦνες, κατόρθωναν ἀφ’ ἑνός μέν νά παρακάμπτουν τόν τουρκικό φανατισμό, ἀφ΄ἑτέρου δέ νά ἐξασφαλίζουν τήν εὔνοια καί τήν ὑποστήριξή τους ὥστε νά κινοῦνται ἐλεύθερα ἐντός τῆς ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας καί νά ἐμπορεύονται τά προϊόντα τῆς δουλειάς τους.

Απέκτησαν ἀπό πολύ νωρίς οἰκονομική εὐχέρεια ὥστε νά μποροῦν νά διαθέτουν χρήματα γιά τήν συντήρηση τῶν ἐκκλησιῶν τίς ὁποῖες καί μᾶς κληροδότησαν. Τό ὅτι ἀπό πολύ νωρίς ὑπῆρχαν Καστοριανοί γουνέμποροι φαίνεται ἀπό ἕναν κώδικα τῆς Μητροπόλεως Καστοριᾶς τοῦ 1618 ὄπου ἀναγράφεται ὅτι πραγματευτᾶδες γουναρᾶδες, δηλαδή γουνέμποροι, ἀναλαμβάνουν εὐθύνες γιά τά χρήματα πού τούς εμπιστεύονται γιά τίς ανάγκες τῆς πατρίδος.

Οἱ Καστοριανοί αὐτοί γουνέμποροι ἐμπορεύονταν καί διέθεταν τά προϊόντα τῆς δουλειάς τους σ΄ὅλην τήν Ὀθωμανική αὐτοκρατορία, ἀπό τήν Μέση Ἀνατολή μέ κέντρο τήν Δαμασκό, τό Σιάμι ὅπως τό ἔλεγαν, μέχρι τίς Παραδουνάβιες περιοχές, ὄπου καί ἡ πρόσβασή τους ἤταν εὐχερέστερη. Εἶναι γνωστό ὅτι καθ᾽ὅλην τήν διάρκεια τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπικυριαρχίας οἱ Καστοριανοί γουνέμποροι ταξίδευαν καί ἐμπορεύονταν στά Γιάννενα, τήν Κορυτσά, τό Μοναστῆρι, τόν Περλεπέ καί τά Σκόπια. Πήγαιναν στίς Σέρρες, τήν Αδριανούπολη καί ἐλάμβαναν μέρος στήν περίφημη ἐμποροπανήγυρη τῆς Ζιντζόβας στήν Ἀνατολική Ρωμυλία. Ἔφθαναν μέχρι τό Βελιγράδι καί τό Βουκουρέστι.

Αλλά καί στήν ἴδια τήν πρωτεύουσα τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, τήν Κωνσταντινούπολη, γρήγορα κατέλαβαν αξιόλογο θέση μεταξύ τῶν ἐκεί γουνοποιῶν καί γουνεμπόρων. Εἶναι γνωστός στήν ἑλληνική ἱστορία ὁ Μανωλάκης ὁ Καστοριανός ὁ ὁποῖος διακρίθηκε κατά τόν 17ο αἰῶνα. Ἤταν κιουρκτζήμπασης τοῦ ρουφετίου τῶν γουναράδων, δηλαδή πρόεδρος τῆς συντεχνίας αὐτῶν καί ἀναγνωρισμένος ἀρχιγούναρης.

Μέ την πάροδο τοῦ χρόνου τὀ ἐμπόριο τῶν Καστοριανῶν γουναράδων ἐπεξετάθηκε καί πρός τίς Εὐρωπαϊκές πόλεις. Ἡ πρώτη ἀγορά, πού πῆγαν στό ἐξωτερικό οἱ Καστοριανοί, ἤταν τῆς Βενετίας. Δέν ξέρουμε πότε ἀκριβῶς ἄρχισαν οἱ Καστοριανοί νά ἐμπορεύονται στήν Βενετία, πού ἤταν ἀκόμη τότε τό πρῶτο ἐμπορικό κέντρο τῆς Ευρώπης, ἀπό τούς κώδικες ὅμως τῆς κοινότητος τῆς Καστοριᾶς, ἀπό τό βιβλίο τῶν εὐεργετῶν αὐτῆς - τά Λάσσα - καί τό ἐσχάτως δημοσιευόμενο στήν ΟΔΟ, ¨Καστοριᾶς Σημειωματάριο ¨ τοῦ κ. Κων/νου Δούφλια μαθαίνουμε, ὅτι κατά τόν 17ο αἰῶνα ἤταν ἀρκετοί Καστοριανοί ἐμπορευόμενοι ἐκεί, οἱ ὁποῖοι κέρδιζαν ἀρκετά, γιατί ἤταν πολλά καί τά εὐεργετήματα, πού ἔκαμαν στήν γενέτειρά τους.

Μετά τήν Βενετία ἐπεξέτειναν τίς ἐμπορικές δραστηριότητές τους πρός τά ἐμπορικά κέντρα τῆς κεντρικῆς καί βορείου Εὐρώπης, στήν Βιέννη καί τήν Λειψία μέ ἐπέκταση πρός τήν Πολωνία καί Ρωσσία, καί μετά πρός δυσμάς στό Παρίσι καί τό Λονδίνο.

Εἶναι γνωστό ὅτι τό ἐμπόριο ἐκτός ἀπό τήν διακίνηση τῶν ἀγαθῶν, διακινεῖ καί τίς ἰδέες καί τόν πολιτισμό. Οἱ Καστοριανοί γουναράδες ταξιδεύοντας καί ἐμπορευόμενοι στίς μεγάλες πρωτεύουσες τῆς Εὐρώπης ἐπηρεάζονταν ἀπό τόν δυτικό τρόπο ζωῆς, τόν συνέκριναν μ΄αὐτόν τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, καί μετέφεραν στήν Καστοριά ἐπιστρέφοντες πολλά δυτικά ἤθη καί τρόπον ζωῆς. Γιαυτό ἡ Καστοριά ( καί ἡ Σιάτιστα ) διακρίνονταν γιά τόν τρόπο ζωῆς τῶν κατοίκων της καί τοῦ πολιτισμοῦ της, ὄχι μόνον τῶν ἄλλων πόλεων τῆς Μακεδονίας, μέ ἐξαίρεση τῆς Κωνσταντινούπολης καί τῆς Θεσσαλονίκης γιατί αὐτές ἤταν πολυεθνικές καί πολυπολιτισμικές πόλεις, ἀλλά καί πολλῶν ἄν ὅχι ὅλων τῶν πόλεων τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδος. Ὅλοι οἱ ἐπισκέπτες π.χ. τῆς Καστοριᾶς, στά χρόνια τῆς δουλείας, ἀλλά καί οἱ ἐκ τῆς νοτίου Ἑλλάδος δημόσιοι ὑπάλληλοι μετά τήν ἀπελευθέρωση εἴχαν νά λένε γιά τήν ἀπαράμιλλο φιλοξενία τῶν Κα στοριανῶν.


Ο Θεόδωρος Λημνιώτης (εκπρόσωπος της καστοριανής αριστοκρατίας, Ε.Δρακοπούλου) με τον γυιο του Ιωάννη, κτήτορες των Αγίων Αναργύρων Καστοριάς. 


Τό ἦθος, ἡ συμεριφορά καί οἱ ἐνέργειες τῶν προυχόντων Καστοριανῶν γουνεμπόρων καθιστοῦσε αὐτούς πραγματικούς ἄρχοντες. Ὄχι μόνον ὅσων συμμετείχαν στήν δημογεροντία ἀλλά ὅλων. Ὅλοι φρόντιζαν γιά τά κοινά τῆς κοινότητος καί τήν εὐημερία τῶν κατοίκων. Ὡς πραγματικοί ἄρχοντες τῆς πόλεως φρόντιζαν γιὰ τὴν κατανομὴ τῶν φόρων, ἀνάλογα μὲ τὶς δυνατότητες ἑκάστου, γιατί γνώριζαν τὴν οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια ὅλων τῶν μελῶν τῆς κοινότητος, τὴν συντήρηση καὶ εὔρυθμο λειτουργία τῶν κοινωφελῶν ἱδρυμάτων, ἐκκλησιῶν, σχολείων κ.λ.π. καὶ γιὰ τὴν ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης τῶν χριστιανῶν.

Τό πώς ἀπονέμονταν ἡ δικαιοσύνη στήν χριστιανική κοινότητα ἀπό τούς προύχοντες καί ἄρχοντες τῆς κοινότητας καί τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου τό περιγράφει παραστατικώτατα ὁ Γάλλος περιηγητὴς Πουκεβίλ (1) στήν ἐξιστόρηση τῶν περιηγήσεών του ὅταν ἀναφέρεται στήν ἐπίσκεψή του στήν Καστοριά. Γράφει κατὰ λέξιν:

Ο ἀρχιεπίσκοπος Καστοριᾶς Νεόφυτος, ὁ ὁποῖος μὲ φιλοξενοῦσε, δέχθηκε τὸ ἀπόγευμα τὴν ἐπίσκεψη ὅλων τῶν Ἑλλήνων προκρίτων τῆς πόλης, στοὺς ὁποίους καὶ μὲ σύστησε… ἦταν ὅλοι τους πλούσιοι μεγαλέμποροι μὲ ἐμπορικοὺς οἴκους στὴ Βιέννη, τὴ Λειψία, τὴ Δρέσδη, καὶ τὴ Μόσχα. Ὁρισμένοι ἀπ’ αὐτοὺς μιλοῦσαν γερμανικά, ἄλλοι σλάβικα, μερικοὶ ἤξεραν ἰταλικά, κι ὅλοι σχεδὸν κατεῖχαν ἄπταιστα τὴ λόγια ἑλληνικὴ γλώσσα… ἔρχονταν ἕνας ἕνας μὲ τὴ σειρά τους καὶ κάθονταν δίπλα στὸν ἱεράρχη, πού τοὺς φερόταν σὰν νὰ ἦταν ἀδέλφια του. Ὅταν εἶχαν συγκεντρωθεῖ ὅλοι, μὲ πληροφόρησαν ὅτι ἐπρόκειτο ν΄ ἀσχοληθοῦν μὲ θέματα ἀφορῶντα τὴν ἐπαρχία τους, ἕνα συνηθισμένο ἀντικείμενο συζητήσεων σὲ παρόμοιες ἐκκλησιαστικὲς καὶ λαϊκὲς συναθροίσεις…

Κατόπιν κλήθηκαν γιὰ συμβιβασμὸ πολλὲς ὑποθέσεις, ἐνῶ μοῦ ἐξήγησαν ὅτι σ’ αὐτὰ τὰ ἀπομακρυσμένα ἀπὸ τὴ διαφθορὰ μέρη, οἱ Χριστιανοὶ διατηροῦσαν ἀκόμη τὴ συνήθεια νὰ φέρουν ἐνώπιον τῶν πνευματικῶν τους δικαστῶν καὶ τῶν κοσμικῶν ὁμολόγων τους τὶς προσωπικές τους διαφορές. Οἱ λαμβανόμενες ἀποφάσεις, σχετικὰ μὲ τὶς ὑποθέσεις αὐτῆς τῆς συνεδρίασης, ἀντικείμενο τῶν ὁποίων ἦταν τὰ χρέη, ἤ ὁ διακανονισμὸς ὁρισμένων ἐνδοοικογενειακῶν φιλονικιῶν, μοῦ φάνηκαν μετριοπαθεῖς καὶ συνετές. Παρατήρησα ὅτι οἱ διάδικοι ἄκουαν τὴν ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου ἀδιαμαρτύρητα, κι ἔτσι κατέληξα στὸ συμπέρασμα ὅτι, πὰρ΄ ὅλη τὴν ἁπλότητά τους, παρόμοιες δικαστικὲς σύνοδοι, βασιζόμενες πάνω στὴν εὐαγγελικὴ εὐσπλαχνία, ἦταν χωρὶς ἀμφιβολία ἀντάξιες ἐκείνων ποῦ γνωρίζουμε ἐμεῖς¨.


Καστοριανός πατέρας με τον γυιό του, αρχές του 1900, φωτογραφία του Λεωνίδα Παπάζογλου (1872-1918) συλ. Γ.Γκολομπία.


Υπηρχε ὅμως τότε καἴ μιὰ ἀλληλοϋποστήριξις τῶν μελῶν τῆς κοινότητος μεταξύ τους, καὶ ἰδιαίτερα μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς αὐτῆς συντεχνίας. Οἱ παλαιότεροί μας ἀνέφεραν περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ἔμποροι ἤ ἐπιχειρηματίες οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπισαν δύσκολες περιόδους καὶ ἔφθασαν στὰ πρόθυρα χρεωκοπίας, γιατί δὲν πῆγαν καλὰ οἱ δουλειές τους, βοηθήθηκαν ἀπὸ ἄλλους ἐμπόρους ἤ ἐπιχειρηματίας τῆς αὐτῆς συντεχνίας ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ ὀρθοποδήσουν καὶ νὰ ἀντεπεξέλθουν στὶς ὑποχρεώσεις τους. Τοὺς χορηγοῦ-σαν ἄτοκα δάνεια, ἀνέστελαν τὴν πληρωμὴ τῶν ὑποχρεώσεών τους, καὶ μὲ ἄλλες διευκολύνσεις τοὺς παρεῖχαν τὴν δυνατότητα ἀνορθώσεώς τους.

Αλλὰ καὶ νεαροὺς γουνεργάτας, πού ἔβλεπαν ὅτι εἶναι ἐργατικοί, τίμιοι καὶ ἔχουν προοπτικὲς νὰ προοδεύσουν, τοὺς βοηθοῦσαν ν’ ἀνοίξουν δικές τους δουλειὲς ἤ τοὺς δάνειζαν χρήματα ὥστε ν ἀγοράσουν πράμα, ὅπως λέγαμε, γιὰ νὰ μεταβοῦν στὴν Ἀμερικὴ ὡς ἔμποροι. Ὅλοι τους ξεπλήρωναν τὶς ὑποχρεώσεις τους εἰς τὸ ἀκέραιο καὶ ἐξελίσσονταν σὲ εὐκατάστατους γουναράδες, τόσο στὴν Καστοριὰ ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικό.

Καὶ συνοικέσια ἀκόμη τακτοποιοῦσαν οἱ προύχοντες. Ὅπως κάθονταν καὶ συζητοῦσαν μετὰ τὴν δουλειά, πίνοντας τὸν καφέ τους, τὸ ἐφερνε ἡ κουβέντα καὶ στὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά τῆς πόλεως, πού πάντοτε βοηθοῦσαν ποικιλοτρόπως. Λέγανε λοιπόν, «Καλὴ κοπέλλα ἡ τάδε, νὰ βροῦμε ἕνα καλὸ παιδὶ νὰ τὴν παντρέψουμε. Δὲν ἔχει ὅμως προίκα γιατί εἶναι ὀρφανὴ». Ψάχνανε, συζητώντας, καὶ βρίσκανε ἕνα καλὸ παιδί, ἐργατικό, τίμιο καὶ καλὸ τεχνίτη, ἀπὸ τοὺς γουνεργάτες, πού εἶχαν στὰ ἐργαστήριά τους, κάνανε τὸ προξενιὸ καὶ πρΟικίζανε οἱ ἴδιοι τὴν κοπέλλα, διαθέτοντας ὅσο μποροῦσε ὁ καθένας κατὰ τὶς δυνάμεις του, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει κανείς, κι ἔτσι καὶ τὸν νεαρὸ βοηθοῦσαν ν᾽ ἀνοίξει δική του δουλειὰ καὶ τὴν κοπέλλα ἀποκαθιστοῦσαν καὶ σχημάτιζαν καλὲς οἰκογένειες.

Οἱ ἀνωτέρω πράξεις καί ἐνέργειες τῶν προυχόντων Καστοριανῶν κατά τήν διάρκεια τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπικυριαρχίας, ἐκτός τῶν δωρεῶν καί εὐεργεσιῶν τους πρός τήν γενέτειρά τους, ἀποδεικνύουν περίτρανα τὀ ἦθος τους καί τήν ἀρχοντιά τους. Ὁ ἄρχοντας διακρίνεται ἀπό τήν συμπεριφορά του πρός τούς συνανθρώπους καί συμπολίτες του καί ἀπό τό ὅτι βάζει πάνω ἀπό τό ἀτομικό του συμφέρον τό καλό καἰ συμφέρον τῆς κοινότητας καί τῶν συμπολιτῶν του.

Οἱ Καστοριανοί αὐτοί γουνέμποροι διετήρησαν τήν ἀρχοντική παράδοση τῶν βυζαντινῶν εὐγενῶν, πού ἔζησαν στήν Καστοριά, συντήρησαν καί ἀνακαίνησαν τίς Ἐκκλησίες, ἵδρυσαν, μέ εὐεργεσίες, σχολεία – εἶναι γνωστό καί βεβαιωμένο, ὅτι ἀπό τόν 17ο αἰῶνα λειτουργοῦσε στήν Καστοριά Ἑλληνικό σχολεῖο – στά ὁποία καλοῦνταν νά διδάξουν διαπρεπεῖς καθηγητές, - ἔκτισαν τά περίφημα ἀρχοντικά τους καί μέ τά δυτικά ἤθη καί τόν δυτικό τρόπο ζωῆς, πού μετέφεραν ἀπό τά ταξίδια τους στό ἐξωτερικό, ἔδωσαν μιά ἰδιαίτερη πνοή καί τρόπο ζωῆς στήν πατρίδα τους, ὥστε ὀρθῶς νά ἀποδωθεῖ στήν Καστοριά τό προσωνύμιο Βυζαντινή Ἀρχόντισσα.

Πρέπει ἐδώ νά τονίσω ὅτι πολύ συνέβαλαν στόν τρόπο ζωῆς καί τόν πολιτισμό τῶν κατοίκων τῆς Καστοριᾶς καί τήν ἀπόδοση τοῦ προσωνυμίου Ἀρχόντισσα, τῶν Καστοριανῶν γυναικῶν, συζύγων, ἀδελφῶν και μητέρων, τῶν Ἀρχόντων Καστοριανῶν, γιατί καί αὐτές ἤταν πραγματικές ἀρχόντισσες.

Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας ἀπὸ τὸν Ὀθωμανικό ζυγὸ ἄρχισαν αὐτόματα νὰ ἰσχύουν οἱ νόμοι, οἱ διατάξεις καὶ τὸ διοικητικὸ σύστημα τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους. Ἡ Δημογεροντία, οἱ ἐφορίαι τῶν σχολείων καί οἱ λοιπές ἁρμοδιότητες τῶν κοινοτικῶν ἀρχόντων δὲν εἶχαν πλέον λόγον ὑπάρξεως καὶ καταργήθηκαν. Τὰ σχολεῖα ἔγιναν κρατικὰ ἀπὸ κοινοτικὰ πού ἤταν, ἡ κοινοτικὴ περιουσία μὲ τὰ ἔσοδα τῆς ὁποίας συντηροῦνταν τὰ σχολεῖα, μοιράσθηκε μεταξύ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τὴν ὁποίαν εἶχε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν προέλευσή της, καὶ τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια δὲν θεωροῦσαν πλέον τοὺς χριστιανοὺς ὡς ραγιάδες καὶ ὑπόλογους τοῦ Κατῆ ἀλλά ἐλεύθερους πολίτες ὑποκείμενους στούς νόμους τῆς Ἐλληνικῆς πολιτείας.

Τὸ σύστημα διοικήσεως, πού εἰσήγαγαν καὶ ἐφάρμοσαν οἱ Βαυαροὶ στὴν Ἑλλάδα, ἐνισχύει τὴν κεντρικὴ κρατικὴ ἐξουσία, πλὴν ὅμως εἶναι ἀπρόσωπο καὶ ἀπομακρύνει τοὺς κατοίκους μιᾶς πόλεως ἤ περιοχῆς, τοὺς πολίτες, ἀπὸ τὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὰ κοινὰ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον πού ἀποδείκνυαν ἄλλοτε γιὰ τὰ προβλήματα τοῦ τόπου τους. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἄνθρωπος εἶναι κοινωνικὸ ὄν, ἀρέσκεται καὶ ἐπιζητεῖ νὰ συμμετέχει στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τῆς πολιτείας στὴν ὁποία ζεῖ. Ἐτσι οἱ προεστοί και ἄρχοντες τῆς Καστοριᾶς ὅταν ἐξέλειπε ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνεργοῦ συμμετοχῆς τους στὴν διοίκηση τῶν φορέων, πού ρυθμίζουν τὴν εὔρυθμο λειτουργία τῆς κοινότητος, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ διοίκησις, ἡ ἐκπαίδευσις, ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης κ.λ.π. ἔστρεψαν τὶς δραστηριότητές τους σ᾽ἄλλους τομεῖς, ὅπως τὴν φιλανθρωπία, τὸν ἀθλητισμό, τὴν προστασία τοῦ περιβάλοντος, τὴν πολιτισμικὴ ἀναβάθμηση κ.λ.π. καὶ συνέστησαν διαφόρους συλλόγους.

Αλλά καί μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Καστοριᾶς τό 1912, πολλοί Καστοριανοί αἰρετοί ἄρχοντες τῆς πόλεως, ὅπως καί ἁπλοί πολίτες, μέ τό ἦθος τους, τίς πράξεις τους, τήν συμπεριφορά τους καί τήν προσφορά τους στήν κοινωνία, ἀπέδειξαν ὅτι δέν ἔπαυσαν νά ὑπάρχουν ἄρχοντες στήν πόλη μας. Ἐνδεικτικά ἀναφέρω, χωρίς νά θέλω νά ὑποτιμήσω πολλούς συμπατριῶτες μας πού μοῦ διαφεύγουν, τούς άδελφούς Βαλαλά, τούς Δούκηδες, τόν ἰατρό Ἀλβανό ἤ Μπασάρα, τόν ἀείμνηστο Παντελή Τσαμίση, ἀπό τούς νεώτερους τόν παιδικό μου φίλο Σωτήρη Τόσκο, καί ἀπό τούς αἰρετούς τόν βουλευτή Λεωνίδα Μπατρίνο καί τόν δήμαρχο Σαράντη Τσεμάνην(2). Ὅλοι τους ἀπέδειξαν μέ τόν βίο τους ὅτι ἤσαν πραγματικοί ἄρχοντες μέ τήν κυριολεξία τοῦ ὅρου.

Όλα τά ἀνωτέρω τά ἔγραψα γιά νά γνωρίζουν οἱ νεώτερες γενιές τῶν κατοίκων τῆς Καστοριᾶς ὅτι πράγματι, τό πάλαι ποτέ, ἡ Καστοριά ἤταν πράγματι Ἀρχόντισσα καί δικαίως ἀποκαλοῦνταν ἔτσι, νά ἔχουν δέ ὡς παράδειγμα, οἱ νύν προύχοντες καί αὐτοί πού θέλουν νά θεωροῦνται ταγοί τῆς Καστοριανῆς κοινωνίας, τούς προγόνους μας ἄρχοντες, καί νά φιλοτιμοῦνται νά τούς μιμοῦνται στίς πράξεις καί ἔργα τους, ὥστε νά ἀποκτήσει πάλι ἡ Καστοριά τήν πραγματική καί ὄχι τήν εἰκονική προσωνυμία Ἀρχόντισσα.



Σημειώσεις
1. Ὁ Φρανσουά- Σαρλ - Υγκ - Λοράν Πουκεβίλ (γαλλ. François Charles Hugues Laurent Pouqueville, 1770-1838), ἤταν Γάλλος ιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ἱστορικός συγγραφέας, ἀκαδημαϊκός καί σπουδαῖος φιλέλληνας. Τό δέ συγγραφικό του ἔργο ὑπῆρξε ἰδιαίτερα σπουδαῖο ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοί τόν θεωροῦν ἀρχιτέκτονα τοῦ Φιλελληνισμοῦ κατά τήν Ἑλληνική ἐπανάσταση τοῦ 1821.
2. Τούς ἀνωτέρω ἀναφέρω ἐνδεικτικά· ὑπήρξαν καί πολλοί ἄλλοι πού δέν ἐπαρκεῖ ὁ χῶρος νά τούς ἀναφέρω, Ἐξ ἄλλου μπορεῖ νά παραλείψω κανέναν καί νά παρεξηγηθεῖ. Οἱ συμπατριῶτες μας πάντως τούς γνωρίζουν.


Φωτογραφία:
Η Άννα Ραδηνή, σύζυγος του κτήτορα Θεοδώρου Λημνιώτη, στην κτητορική αναπαράσταση (περ. 1.180) των Αγίων Αναργύρων Καστοριάς.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 27 Ιουνίου 2013, αρ. φύλλου 698


Επιλογή σχετικών κειμένων:

11 σχόλια:

  1. Ανώνυμος11/11/13

    Χρόνια Πολλά σε όλους τους Καστοριανούς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος11/11/13

    ΥΠΕΡΟΧΟ !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος11/11/13

    ΘΑΥΜΑΣΙΟ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος11/11/13

    Εύγε! Μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Το λουλουδάκι του μπαξέ11/11/13

    Πού είναι πια αυτοί οι αρχοντάνθρωποι ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος11/11/13

    Για ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΤΩΡΑ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος11/11/13

    Xronia polla, stin elefteri (?) Kastoria!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ρωμύλος Μαντζούρας12/11/13

    Αξιότιμε κ. Πηχιών, το άρθρο σας είναι εξαιρετικό (όπως τα περισσότερα που έχετε γράψει), πλην όμως θα ήθελα να θέσω υπ όψιν σας και σε όσους άλλους τους ενδιαφέρει, πως η άποψη ότι η Καστοριά ήταν τόπος εξορίας (εσείς σωστά τοποθετείτε ερωτηματικό στο τέλος της λέξης) ή εγκατάστασης Αρχόντων που είχαν πέσει σε δυσμένεια από τον εκάστοτε Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, αντιμετωπίζετε με έντονο σκεπτικισμό.
    Συγκεκριμένα αρκετά χρόνια τώρα, ο Ακαδημαϊκός Μανόλης Χατζηδάκης στο σπουδαίο έργο των Εκδόσεων Μέλισσα «Βυζαντινή Τέχνη στην Ελλάδα: Καστοριά» (σελ 57-58) , αναθεωρεί τις παλαιότερες απόψεις των Ορλάνδου και Πελεκανίδη για το αν η Καστοριά υπήρξε τόπος εξορίας .
    Ομοίως στο εξαιρετικό άρθρο «Η πόλη της Καστοριάς την εποχή των Κομνηνών»
    της Ευγενίας Δρακοπούλου που έχει δημοσιευθεί στο Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας 14 (1987-1988), Περίοδος Δ'• Σελ. 307-314, πέρα από τα πολύ αποκαλυπτικά στοιχεία για την πόλη και το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των κατοίκων της κατά τον 12ο αιώνα , ρίχνει φως και σε αυτόν τον διαδεδομένο μύθο.
    Το πόνημα της κυρίας Δρακοπούλου είναι ψηφιοποιημένο και μπορεί κανείς να το διαβάσει εδώ: http://www.deltionchae.org/index.php/deltion/article/view/1021/964
    Κατά τα άλλα συνεχίστε να γράφετε καίρια και να αγαπάτε την πατρίδα σας όπως πάντα , έμπρακτα .
    Με τιμή

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Βασίλειος12/11/13

    Κύριε Μαντζούρα, ευχαριστούμε πολύ για τις πληροφορίες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αναστάσης Κ. Πηχιών13/11/13

    Ευχαριστώ τον κ. Ρωμύλο Μαντζούρα για τα καλά του λόγια και για την υπόδειξη του να ανατρέξω και διαβάσω το άρθρο της κ. Δρακοπούλου. Η κ. Δρακοπούλου, με το άρθρο της αυτό, ανατρέπει την ως τώρα υπάρχουσα δοξασία ότι η Καστοριά ήταν τόπος εξορίας Βυζαντινών αρχόντων και με τεκμηριωμένο λόγο αποδεικνύει ότι οι κτήτορες των Βυζαντινών εκκλησιών της πόλεώς μας ήταν γηγενείς προύχοντες και άρχοντες.
    Αποδεικνύεται επίσης ότι η Καστοριά είχε, την περίοδο των Κομνηνών αυτοκρατόρων αξιόλογο υψηλό πολιτισμό, ο οποίος οφείλετο, όχι στους δήθεν εξόριστους Βυζαντινούς άρχοντες αλλά στην δική της οικονομική ανάπτυξη, η οποία οφείλετο στην προνομιακή γεωγραφική της θέση μεταξύ της Βασιλεύουσας και της Δύσης.
    Η άποψη αυτή έχει μεγάλη σημασία για την ιστορία της πόλης μας γιατί αποδεικνύει ότι η πολιτιστική ανάπτυξη της Καστοριάς, την περίοδο εκείνη, δεν ήταν δάνεια αλλά έργο των ίδιων των Καστοριανών.
    Επιρρωννύεται επίσης η γνώμη μου περί των τότε Αρχόντων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Athena13/11/13

    Αγαπητέ κύριε Πηχιών, επιτρέψτε μου δυο λόγια.
    Με μεγάλη χαρά διάβασα το σχόλιό σας και σας παρακαλώ να συνεχίσετε να συμμετέχετε και στον διάλογο. Είναι προσωπική μου παράκληση αλλά αναμφίβολα εκφράζει και πολλούς ακόμη από τους αναγνώστες της "ΟΔΟΥ", οι οποίοι χαιρόμαστε τα άρθρα σας.
    Εύχομαι να είστε αειθαλής !

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.