14.4.12

ΑΝΔΡΕΑ ΒΙΤΟΥΛΑ: Ἡ ἀκρισία γεννᾶ τὴν κρίση

ΟΔΟΣ 627 | 9.2.2012


Πολίτης δὲν ριζώνεσαι, πρὶν νὰ χριστεῖς ὁδίτης.

Δημήτρης Κοσμόπουλος, Ἐπιτύμβιο


Οἱ διαπιστώσεις, τὰ σχόλια καὶ οἱ ἑρμηνεῖες, ποὺ ἀφοροῦν στὴν περιλάλητη κρίση, κατακλύζουν ὡς πλημυρίδα τὸν δημόσιο λόγο. Σπανίως ὅμως ὁ ἀκροατὴς ἢ ὁ ἀναγνώστης ἀπαντᾶ λόγο ἀνθεκτικότερο τῆς φλυαρίας, τῶν γενικόλογων τοποθετήσεων, τῶν προπαγανδιστικῶν ἀφορισμῶν. Διότι χαρακτηριστικὸ τῶν παραπάνω εἶναι ἁπλῶς ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἀδυνατεῖ νὰ ἐγγράψει προοπτική, νὰ κυοφορήσει ἀπαντοχή. Ἡ ἀφόρητη πλήξη ποὺ διαχέουν διαθέτει πρόσημο οἰκονομικό, κοινωνικό, ψυχολογικό, θρησκευτικό, ἀναλόγως τῆς σκοπιμότητος ποὺ ὑπηρετεῖ κάθε φορὰ ὁ ὑπερφίαλος πομπός της.
Ὁ καταιγισμὸς τῶν κοινοτοπιῶν ὅμως ἀποδεικνύεται ἐξόχως ἀποκαλυπτικός. Σηματοδοτεῖ ἀργὰ ἀλλὰ καὶ ἀναντίρρητα τὴν ἀνεπάρκεια κάθε ἰδεολογήματος. Παραφράζοντας τὸν γερο-Μάρξ θὰ μποροῦσαμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἐποικοδόμημα ξηλώνεται ἐλπιδοφόρα, καθὼς ἡ βάση τῆς καταναλωτικῆς ἀφασίας κατακρημνίζεται στὸν λάκκο ποὺ ἡ ἴδια ἔσκαψε.
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσή μας ὁ θάνατος λογίζεται κοίμηση. Ὅλοι οἱ κεκοιμημένοι θὰ ἀναστηθοῦν. Εἰς ζωὴν αἰώνιον ὅμως μόνον ἐκεῖνοι ποὺ σμίλεψαν τὸ εἶναι τους μὲ τὸ καλέμι τῆς κριτικῆς, τῆς ἔμπονης ἐγρήγορσης γιὰ τὰ καίρια τοῦ βίου, ποὺ ἡ ἐκκλησιαστικὴ μαστορικὴ ὀνομάζει «νήψη». Γιὰ νὰ μὴν ζήσουμε λοιπὸν τὴ νεκρανάσταση τοῦ θνήσκοντος κόσμου ὡσεὶ «ζόμπι», κατὰ τὴν ἀγγλοσαξωνικὴ κινηματογραφικὴ ὑποκουλτούρα προηγούμενων δεκαετιῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποπλεύσουμε ἀπὸ τὰ ἀπόνερα τῆς ἀκριτοέπειας.

Στὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ἀναδεικνύεται θεμέλιο ἔμπεδο καὶ βακτηρία ἀναψυχῆς ἡ ψηλάφηση τῆς ζωῆς διὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου, ποὺ γνωρίζει τὴν κριτικὴ ὡς τὸ οὐσιωδέστερο συστατικὸ τῆς ὕπαρξης. Βεβαίως, ὅταν τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄθλημα ἐκφυλίζεται σὲ ἠθικὸ σωφρονισμό, τέτοιες διατυπώσεις προκαλοῦν ἀπὸ ἀμηχανία ἕως καὶ ἐρυθρίαση. Ἡ θρησκειοποιημένη ἐκδοχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρότασης ἐργάζεται ἀκόπως τὸν ἐφησυχασμὸ καὶ τὴν ἐπανάπαυση λησμονώντας ὅτι ἡ πίστη δὲν εἶναι ἡ ἄκριτη ἀποδοχὴ μεταφυσικῶν «ἀληθειῶν» ἀλλὰ «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11, 1). Τὰ ἐλπιζόμενα ὑφίστανται, κεῖνται ἐνώπιόν μας, εἶναι ἁπτὰ διὰ τοῦ ἐλέγχου, τῆς δοκιμασίας καὶ τῆς κριτικῆς ἀποτίμησής τους. Τὸ μυστήριο τῆς ὕπαρξης ἐγγίζεται ἐνθάδε. Τὴν κρίση ἐπιτελεῖ ἡ ποιότητα καὶ τὸ μέτρο τῆς ψαύσης («ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς», Α´ Ἰω. 1, 1) καὶ ὄχι ὁ δικαστὴς Θεὸς τοῦ ἐνοχικοῦ νομικισμοῦ.

Περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς λοιπὸν ὁ λόγος. Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μαρτυρία ὁ λόγος αὐτός, ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ὕπαρξης, εἶναι πρόσωπο. Δὲν εἶναι οὔτε ἀφηρημένη ἰδέα, οὔτε ἠθικὴ διδασκαλία, οὔτε μεταφυσικὸς μετεωρισμός τοῦ νοῦ. Εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «δι’ ὑπερβολὴν ἐρωτικῆς ἀγαθότητος ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται» καὶ προσλαμβάνει τὸν τρόπο ὕπαρξης τοῦ δημιουργήματος. Ὁ Ποιητὴς γεύεται τὴν ζωὴ τοῦ ποιήματός Του ἕως ἐσχάτων. Αὐτὸ ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία ἔρωτα. Τὴν κοινωνία ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν αὐτοπαραίτηση καὶ τὴν θραύση τῶν ἐγωικῶν στεγανῶν. Αὐτὴ ἡ ἀγαπητικὴ παραφορὰ συνθλίβει καὶ τὰ ὅρια τῆς πεπερασμένης ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ νομοτελειακὴ φορὰ τοῦ θανάτου θανατώνεται. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς δὲν οἰκειώνεται μαγικὰ ἢ ἰδεαλιστικὰ ἀλλὰ οὐσιαστικὰ καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν ἔνταξη στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Γι’ αὐτὸ ἔνταξη στὴν Ἐκκλησία δὲν σημαίνει συμμετοχὴ σὲ θρησκευτικὸ σωματεῖο ἀλλὰ ἀνάληψη ἀγώνα σταυρικοῦ, ὥστε νὰ ἀπεμπολεῖται κατὰ τὸ δυνατὸν ὅ,τι καθηλώνει τὴν ζωὴ στὴ μονομέρεια τῆς ἀτομικῆς αὐτάρκειας. Συνεπῶς τὸ ζητούμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς νοηματοδότησης τοῦ βίου εἶναι ἡ σχέση.

Ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλέον φερέγγυο κριτήριο τοῦ αἰτήματος νὰ ἀληθεύει ἡ ζωή. Ὁ βαθμὸς τῆς πραγματοποίησής του ἀποκαλύπτει διαυγέστερα ἀπὸ κάθε ἀλλη παράμετρο, ἠθικὴ ἢ ψυχολογική, τὴν ἱεράρχηση τῶν προτεραιοτήτων ποὺ ἀπαιτεῖ μιὰ ὀργανωμένη κοινωνία. Ἡ κριτικὴ στὴν ὁποία ὑποβάλλει ὁ καθένας τὸν τρόπο τοῦ βίου καταδεικνύει μὲ σαφήνεια ἐὰν ὁ λόγος τῆς ζωῆς ἀνιχνεύεται στὸν ἄλλον ἢ περιχαρακώνεται στὴν αὐτασφάλιση. Ὅσο περισσότερο ἀσκεῖται κανεὶς νὰ μετέχει στὸν τρόπο ποὺ ἀποκάλυψε ἡ θυσιαστικὴ παραίτηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῆς θεότητός Του, τόσο τὰ κριτήριά του ἐκλεπτύνονται. Ἀπεκδύονται τὴν χοντράδα τῆς ἐνστικτώδους ἐπιβολῆς, ποὺ διψᾶ νὰ κατισχύει, νὰ κατακτᾶ. Μέριμνα γίνεται ἡ σχέση μὲ τὸν ἄλλον, ὄχι ἡ κατάσχεση ἀπὸ τὸν ἄλλο. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀσκητικῆς παράδοσης στὴν Ἐκκλησία. Νὰ γεωργηθεῖ ἡ πετρώδης γῆ τῆς ὕπαρξης, ὥστε νὰ βλαστήσει ὁ εὐχαριστιακὸς καρπὸς τῆς κοινωνίας μὲ τὸν πλησίον καὶ τὸν κατεξοχὴν πλησίον, τὸν Λόγο τῆς ζωῆς.

Ο ἐκκλησιαζόμενος λοιπὸν δὲν θρησκεύει. Γυμνάζει τὸ εἶναι του στὴν παλαίστρα τῆς βιοτῆς ὥστε νὰ ἀληθεύει, νὰ ἀποκρούει δηλαδὴ τὴν ἐφόρμηση τοῦ ψεύδους. Τὸ ψεῦδος ἐκλύεται στὰ πράγματα ἀπὸ τὸ μακιγιὰζ τοῦ θανάτου, ποὺ ἐπιχειρεῖ ἡ ἰσχὺς κατὰ τοῦ διπλανοῦ. Γιατὶ ἡ ἀχλὺς τῆς κυριαρχίας δημιουργεῖ τὴν ψευδαίσθηση τῆς αἰωνιότητας. Ὁ ἴλιγγος τῆς ἀδιαμφισβήτητης προσωρινότητας «καταπραΰνεται», ὅταν πρώτιστη ἀνάγκη καὶ σκοπὸς τῆς ζωῆς τίθεται ὁ ἑαυτὸς ὡς αὐταξία. Τὸ σκότος αὐτῆς τῆς ὑπαρκτικῆς ἐπιλογῆς μεταβάλλει τὰ πράγματα ποὺ ἐλέγχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ πίστη ὡς «οὐ βλεπόμενα».

Ἡ περιβάλλουσα πραγματικότητα συνεπῶς πλάθεται εἴτε μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς ἐγωτικῆς κατοχύρωσης εἴτε μὲ αὐτὰ ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν ὑπέρβασή της. Ἡ κριτικὴ διάγνωση καθίσταται ἀνάγκη ζωῆς καὶ θανάτου. Ἔτσι ἡ μέλλουσα κρίση δὲν εἶναι τὸ παγκόσμιο δικαστήριο ἑνὸς εἰσαγγελέα Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας στὴν καθολικότητά της, τὸ ἐρωτικὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς, ἡ κατάρριψη τοῦ παραπετάσματος ποὺ ἐπέβαλε τὸ ψεῦδος. Τὰ «οὐ βλεπόμενα» θὰ γίνουν ὁρατὰ καὶ θὰ κριθεῖ ἡ κριτικὴ ἀρματωσιὰ τῆς ἐλευθερίας νὰ βλέπει ἢ ὄχι. Δὲν κρίνει ὁ Θεὸς ἀλλὰ ἀποκαλύπτονται τὰ κριτήρια ποὺ μεταχειρίστηκε ἡ ἐλευθερία τοῦ καθενός. Ἦταν ἐγκλωβισμένη στὰ ἀφεγγῆ δώματα τοῦ ἑαυτοῦ καθιστώντας «οὐ βλεπόμενον» τὸν πλησίον ἢ ἔβλεπε καὶ κοινωνοῦσε τὴν ζωὴ μαζί του; Ἡ κριτικὴ προσπέλαση τῆς ζωῆς προγεύεται ἀναλόγως τὸν παράδεισο τῆς σχέσης ἢ τὴν κόλαση τῆς ἐγωικῆς μόνωσης. Γι’ αὐτὸ ὁ ψαλμωδὸς ἀναφωνεῖ μὲ ἀγωνία «κρῖνον τὴν κρίσιν μου καὶ λύτρωσαί με• διὰ τὸν λόγον σου ζῆσόν με» (Ψ. 118, 154). Ζητᾶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κρίνει τὰ κριτήρια μὲ τὰ ὁποῖα πορεύτηκε.

Νὰ κριθεῖ ἡ ἐγγύτητα ποὺ κατόρθωσε ἔναντι τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς, νὰ φανερωθεῖ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἀληθεύοντα βίο. Αὐτὴ ἡ ὕστατη ὑπαρκτικὴ τοποθέτηση δὲν προσάγει ἁπλῶς τὴν κριτικὴ ὡς τὸν κατεξοχὴν ὅρο ζωῆς. Φανερώνει περίτρανα ὅτι ἡ κρίση στὴν ὁποία ὑποβάλλει ὁ καθένας τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν πραγματικότητα ὑπερβαίνει κάθε ἄλλη μετρήσιμη ἐκδοχὴ τῆς ζωῆς. Ὁ Θεὸς δὲν κραδαίνει μεζούρα ἠθικῶν κατορθωμάτων ἢ μεταφυσικῶν ἀναβάσεων. Συνιστᾶ ὁ Ἴδιος τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ κριτήριό της. Ἄρα κρίνεται ἡ ἀνταπόκρισή μας στὴν κλήση τῆς παρουσίας Του. Τίποτα ἄλλο γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μπορούσαμε νὰ νιώθουμε περήφανοι. Ἡ σχέση δὲν μετριέται μὲ ἀντικειμενικοὺς προσδιορισμοὺς καὶ ποσοτικὲς βεβαιότητες. Ἔτσι ἀποκτᾶ νόημα τὸ γνωστὸ «μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Μτθ. 7, 1). Ἡ παραίνεση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀντιστρατεύεται τὴν ἀναγκαία κριτικὴ ἐγρήγορση ἀλλὰ τὰ ἀφερέγγυα καὶ ἀνώριμα κριτήρια τῆς ἐγωκρατίας, τῆς μήτρας τῶν ἄκριτων κρίσεων. Ἔτσι, τὴν κόλαση τῆς ἰδιωτείας θὰ δοκιμάσει ὅποιος ἐκπλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Λόγου. Ἡ ἔκπληξη σημαίνει ὅτι δὲν σχετίστηκαν ποτὲ λόγῳ τῆς ἄκριτης ἐμμονῆς τοῦ ἐκπλησσόμενου νὰ ἐξαντλεῖται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἑαυτοῦ.

Ἡ πληθώρα τῶν προσεγγίσεων γιὰ τὴν κρίση πραγματεύεται τὴν ἰδανικότερη ἔξοδο ἀπὸ αὐτήν. Τὸ ζητούμενο ὅμως σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀπόπειρα τῆς ζωῆς εἶναι ἐὰν θὰ ἐξέλθουμε ἀπὸ τὴν κρίση ἀδιακόπως κρινόμενοι ἢ ἀκρίτως ναρκισσευόμενοι προετοιμάζοντας νομοτελειακὰ τὴν ἑπόμενη. Ὅσο ἀποφεύγουμε νὰ διυλίζουμε τὴν ὕπαρξη μὲ τὸ κριτήριο τῆς σχέσης, τόσο ἡ ἄκριτη, ἀπαίδευτη ζωὴ θὰ ἐπιστρέφει ἐν κρίσει.

Τὰ παραπάνω σκιαγραφοῦν τὸ πλαίσιο ἑνὸς ἐξάπαντος πολιτικοῦ προτάγματος, ἐφόσον ὡς πολιτικὴ ὁρίσουμε τὸ ἄθλημα νὰ ὀργανώνεται ὁ συλλογικὸς βίος μὲ τρόπο ὥστε νὰ φανερώνεται τὸ ὄντως ὑπαρκτό. Τὸ ἀρχαιοελληνικὸ πολιτικὸ ἐγχείρημα διέγνωσε τὸ ἀγαθὸ στὸν λόγο τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας. Ἡ «βυζαντινὴ» οἰκουμένη, ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, μετέθεσε τὸ πολιτικὸ αἴτημα στὴν προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο. Προφανῶς τὰ δύο αὐτὰ πολιτικὰ ἐγχειρήματα δὲν συγκρότησαν κοινωνίες ἀγγέλων. Ἐπεσήμαναν ὅμως ὡς καίριο τῆς πολιτικῆς ἀναζήτησης τὴν ἀλήθεια τοῦ βίου καὶ ὄχι τὴν σύμβαση τοῦ ἀτομικοῦ ὀφέλους κατὰ τὴν παγκοσμιοποιημένη πιὰ ἐκδοχὴ τοῦ δυτικοῦ προτύπου. Γιὰ παράδειγμα, ἂν ἀναρωτιόμασταν σοβαρὰ γιὰ τὴν ὑπαρκτικὴ στρέβλωση ποὺ προϋποθέτει ὁ κοινοβουλευτισμός, τὸ ἀρχαιοελληνικὸ ἐπίτευγμα τῆς ἄμεσης δημοκρατίας δὲν θὰ ἀποτελοῦσε σὲ καμία περίπτωση γραφικό, οὐτοπικὸ ἀναχρονισμό.

Στὴν ἴδια συνάφεια βρίσκεται ἡ «βυζαντινὴ» κοινοτικὴ θέσμιση τῆς «ἐπιβολῆς» καὶ τοῦ «ἀλληλεγγύου», καθὼς καὶ ἡ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν ἀδιανόητη στὴν «βυζαντινὴ» πολιτεία τὸ laissez-faire τοῦ σημερινοῦ εἰδωλοποιημένου καπιταλισμοῦ. Οἱ ὑποθῆκες αὐτὲς ὑποχρεώνουν τὸν σπουδαῖο Στ. Ράνσιμαν νὰ ὁμιλεῖ γιὰ «σοσιαλιστικὰ ἰδεώδη τῆς βυζαντινῆς διοίκησης». Μαζὶ μὲ τὶς κοινότητες ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀποτελοῦν τὴν διαχρονικὴ πολιτικὴ πρόταση τῆς ἑλληνικῆς ἰδιοπροσωπίας. Κατ’ αὐτὴν προτάσσεται στὴν συλλογικὴ ὀργάνωση τοῦ βίου, ἡ σχέση, ἡ αὐτόβουλη προσωπικὴ μετοχὴ στὸ ὑπαρκτικὸ ἀγώνισμα νὰ φανερώνεται ἡ ἀλήθεια στὸν πολιτικὸ στίβο καὶ ὄχι νὰ διευθετοῦνται ἁπλῶς τὰ ἀλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα τῶν ἀτόμων.

Τὸ στοίχημα τοῦ κοινοῦ βίου ἀποτελεῖ ζήτημα προτεραιοτήτων. Οἱ κρίσεις ἀναχαιτίζονται ὅταν ἡ πολιτικὴ θέσμιση διαθέτει ἐπαρκῆ κριτήρια τοῦ ἐγχειρήματός της. Ἐπαρκῆ εἶναι αὐτὰ βάσει τῶν ὁποίων οἱ ἀνάγκες ἱεραρχοῦνται καὶ δὲν ἐγκαταλείπονται βορὰ στὴν ἁρπακτικότητα τῶν ἐνστίκτων. Σήμερα δοκιμάζουμε τὴν ἀμηχανία καὶ τὴν ἀγωνία τῆς ἔκπληξης ἀπὸ τὴν ἐπελαύνουσα κρίση, διότι ἡ πολιτική μας τέχνη δὲν γνωρίζει τὸ κριτήριο καὶ τὴν γυμνασία τῆς σχέσης, παρὰ μόνο τὴν ἄκριτη διαχείριση τοῦ θανατογόνου ἐφήμερου. Προτιμήσαμε καὶ ἐξακολουθοῦμε νὰ προκρίνουμε τὴν χρεία ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.

Ἴσως ὁ πρόλογος τοῦ παρόντος σχολίου νὰ μὴν χαρακτηρίζει τὰ παραπάνω, ἐὰν αὐτὰ κατόρθωσαν νὰ φωτίσουν κατ’ ἐλάχιστον τὸν στίχο τοῦ τίτλου. Πολίτης καθίστασαι ὅταν ὁδεύεις προσωπικά, μὲ ἀναζήτηση καὶ ἀγώνα, στὸν δρόμο τῆς κριτικῆς, ποὺ εἶναι ἀνηφόρι μετοχῆς. Ὄχι ὅταν ἐκχωρεῖς τὴν ὑπαρκτικὴ ἀνάγκη τῆς πολιτικῆς μέθεξης στοὺς ἐπαγγελματίες τῶν συμβατικῶν διευθετήσεων. Ὅταν ἀπαιτεῖς νὰ ἀληθεύεις καὶ ὄχι ὅταν ὠφελεῖσαι.
Καλὸ δρόμο!

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9 Φεβρουαρίου 2012, αρ. φύλλου 627


Σχετικά κείμενα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.