24.2.13

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΛΕΓΚΑΝΟΥ: Η χώρα της μικρής εικόνας


H ΕΛΛΑΔΑ πάσχει από έλλειψη αντίληψης της μεγάλης εικόνας. Είναι δύσκολο να μη βιώσει κανείς κάποιο, λιγότερο ή περισσότερο κραυγαλέο, παράδειγμα αποσπασματικής αντίληψης κι επιλεκτικής ερμηνείας των γεγονότων, μπολιασμένο με αξιοπερίεργη ιδιοτέλεια, αλλά και μία αυθαίρετη αυτοδικαίωση, που ανάγει τέτοιους είδους «απόψεις» σε δυσβάσταχτο επαρχιωτισμό. Ζητείται η μεγάλη εικόνα, λοιπόν. Γιατί;

Γιατί στην Ελλάδα το «μερικό» καταστρατηγεί το «όλον». Τα επιμέρους ιδιοτελή συμφέροντα των αμέτρητων συντεχνιών, κλικών και λοιπών σιναφιών, απολαμβάνουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος απ’ ό, τι το ευρύτερο κοινωνικό καλό. Το ζητούμενο για έγκαιρες εισπράξεις των φαρμακευτικών εταιριών, είναι πάνω από τους ασθενείς που θα μείνουν χωρίς φάρμακα (νομικά κατοχυρωμένο μεν, ανήθικο δε για προφανείς λόγους). Το νομικά κατοχυρωμένο κέρδος πολλών κλειστών, ανελεύθερων επαγγελματικών κλάδων, αντιμετωπίζεται ως σημαντικότερο από το ευρύτερο κοινωνικό ζητούμενο για φθηνότερες υπηρεσίες. Οι λίγοι εναντίον των πολλών. Τα αιτήματα 1300 εργαζομένων στο μετρό είναι πάνω από το ιερό δικαίωμα των 4 εκατομμυρίων εργοδοτών τους για απρόσκοπτη καθημερινή μετακίνηση. Η διαμαρτυρία των γεωπόνων που απασχολούνται στο δημόσιο (υπεύθυνη για πληθώρα ελέγχων κι εγκρίσεων), υπερβαίνει την ανάγκη των παραγωγών να πουλήσουν τα προϊόντα τους, αλλά και την αυτονόητη απαίτηση των πελατών τους για μια σταθερή εφοδιαστική ροή. Η μολότοφ του χουλιγκάνου πάνω από οτιδήποτε άλλο. Το μαχαίρι του νεοναζί εναντίον οτιδήποτε «ξένου». Μια χούφτα καταληψιών, πάνω από το ιερό δικαίωμα των πολλών στο μάθημα. Η κρατικοδίαιτη νομενκλατούρα εναντίον όλων. Το «μικρό» στρέφεται ενάντια στο «μεγαλύτερο». Το «λίγο», στο «περισσότερο». Οι λίγοι κερδίζουν τους πολλούς, πολλές φορές εν αγνοία των τελευταίων. Το δέντρο, κατακαίει το δάσος.

Αν η Δημοκρατία λειτουργεί βάσει της θέλησης των πολλών, σεβόμενη τους λιγότερους, τότε σε μια χώρα που στην πράξη συμβαίνει το αντίθετο, συνήθως χωρίς ίχνος σεβασμού προς την πλειονότητα, μπορεί κανείς να μιλάει για δημοκρατία; Ή, έστω, για μια κατ’ ελάχιστο λειτουργική δημοκρατία; Η απάντηση είναι όχι, κι αυτή η δυσλειτουργικότητα, η σχεδόν πλήρης αποτυχία της μεταπολιτευτικής ελληνικής δημοκρατίας, αποδεικνύεται περίτρανα σε όλα τα επίπεδα με τα τεκταινόμενα των τελευταίων τριών χρόνων. Γιατί οι δομές κι οι αντοχές ενός συστήματος στα δύσκολα φαίνονται.

Τα παραπάνω τριτοκοσμικά φαινόμενα ιδιοτελούς φαυλότητας, δεν απολαμβάνουν μόνο διαχρονικής θεσμικής κάλυψης, αλλά κι εξωθεσμικής. Η χειρότερη μορφή εξωθεσμικής κάλυψης είναι η αποδοχή των πρακτικών αυτών από πλατιές κοινωνικές μάζες, οι νοοτροπίες των οποίων εδράζονται, κυρίως, σε δύο mainstream ιδεολογήματα: στους «προοδευτικούς» μύθους και τις εθνικολάγνες φαντασιοπληξίες. Και τα δύο αυτά, καρκινικά πλέον, ιδεολογήματα επιτάσσουν με περισσή θρησκευτικότητα συγκεκριμένες «ιερές αγελάδες» που επιτρέπουν την επιβολή του «μερικού» στο «όλον». Κύριο εργαλείο τους, η παράβαση της ίδιας της λογικής, μέσα από αφαιρετικά τσιτάτα.

Τέτοιου είδους μικρόνοιες θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν χοντρικά κάτω από τα δύο εξής παραδείγματα: το κλασικό, πλέον, «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», που επιτρέπει στον καθένα που αυτοπροσδιορίζεται ως εργάτης να ορίσει κατά το δοκούν και το τι είναι νόμος, κατά παράβαση κάθε έννοιας δημοκρατικότητας, κάτι που, λίγο-πολύ, επιτρέπει στους πάντες να ορίζουν τα πάντα όπως θέλουν, με γνώμονα το προσωπικό τους συμφέρον. Η ιδιοτέλεια, καταπατά τη συλλογικό- τητα. Πόσο μη-αριστερό είναι αυτό; Το δεύτερο παράδειγμα είναι το ακόμη κλασικότερο (κυριολεκτικά) «πας μη Έλλην, βάρβαρος», η αυθαίρετη παρερμηνεία του οποίου οπλίζει τα χέρια υπανθρώπων που στρέφονται εναντίον αλλοδαπών, αποδεικνύοντας ότι ο ελληνικός κατά φαντασία εθνικισμός καλά κρατεί, υπό τη μορφή αντικοινωνικού, εγκληματικού επαρχιωτισμού.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η χώρα έφτασε νομοτελειακά σε ένα σημείο όπου δε χωρούν ιδεολογήματα. Δε χρειαζόμαστε επίπλαστες γέφυρες με το μακρινό παρελθόν για να διαιωνίζουμε το ναρκισσισμό μας, ούτε και γέφυρες-ευχολόγια με ένα θολό, απροσδιόριστο «καλύτερο αύριο» για να αποποιούμαστε τις σημερινές μας ευθύνες, θρέφοντας εμμονικά τις γνωστές ιδεοληψίες.

Η λύση του ελληνικού ζητήματος δεν είναι θέμα «αριστεράς» ή «δεξιάς». Η λύση θα πρέπει να είναι λύση σύνθεσης, πραγματισμού και λογικής ανάλυσης. Λύση δική μας, εσωτερική. Θα πρέπει να είναι λύση με γνώμονα το «όλον», αντί του «μερικού». Όσο η σκέψη μας παραμένει υποδουλωμένη στο παρωχημένο πλαίσιο «αριστερά-δεξιά», τόσο το πολιτικό σύστημα που εκλέγουμε θα είναι τραγικά ανεπαρκές κι η χώρα θα παραμένει εγκλωβισμένη στην υπανάπτυξη και την καθυστέρηση. Ας κάνουμε την υπέρβαση, κι έτσι όπως ο καθένας μας στέκεται πάνω στο κλαδί του, ας σηκώσουμε το κεφάλι να κοιτάξουμε το δάσος. Γιατί σε αυτό ζούμε και με αυτό αλληλεπιδρούμε. Ας σκεφτούμε διαφορετικά. Ας δούμε, επιτέλους, τη μεγάλη εικόνα. Γιατί ό,τι έχουμε δοκιμάσει μέχρι τώρα έχει αποτύχει παταγωδώς, κι αυτό κάτι θα πρέπει να μας λέει ως πυξίδα για το αύριο.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 31 Ιανουαρίου 2013, αρ. φύλλου 677,
πρωτοδημοσιεύθηκε  στο enfo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.