25.3.09

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΕΤΖΙΟΥ: Ιστορίες συλλογικής μνήμης


Η ΟΔΟΣ λαμβάνει μεγάλο αριθμό συνεργασιών (κειμένων και άρθρων) από αναγνώστες και φίλους της εφημερίδας, οι οποίοι στο τέλος συμβάλλουν στην συνολικότερη πορεία και την εικόνα της. Η ύλη της επικαιρότητας, η χρονική προτεραιότητα που τηρείται αυστηρά από την εφημερίδα, και συχνά η έλλειψη χώρου, οδηγεί υποχρεωτικά σε χρονική καθυστέρηση δημοσίευσης των συνεργασιών, όπως αυτή του κ. Γεωργίου Ρέτζιου


* * *

"Ω’μπω Θανασιέ τι πάθαμε!» ήταν τα πρώτα λόγια που ψέλλισε ο καταρρακωμένος Μισέλ Μεβοράχ στο πατέρα μου βάζοντας με πόνο και απόγνωση το χέρι στο μάγουλό του. Ο Μισέλ είχε μόλις επιστρέψει από την κόλαση ενός ζωντανού εφιάλτη, και δεν μπορούσε καλά-καλά να συνειδητοποιήσει αυτό που η σκληρή μοίρα είχε επιφυλάξει γι’ αυτόν και όλους τους δικούς του, εξ αιτίας μιας παράφρονης και νοσηρής ιδεολογίας. Εδώ η πραγματικότητα γινόταν πιο παράξενη και ξεπερνούσε κατά πολύ και την πιο άγρια φαντασία.

Ο Μισέλ, ένας κεφάτος και χαροκόπος νέος, αρμονικά προσαρμοσμένος στην μεσοπολεμική κοινωνία της πόλης τους, ζούσε ήρεμα μέχρι κάποιο ανοιξιάτικο πρωϊνό που ο βλοσυρός θεριστής με όψη αμείλικτου και αυστηρού στρατιωτικού χτύπησε βροντερά την πόρτα αυτού και των ομοθρήσκων του. Τώρα πλέον, η ζωή τους, περνούσε στην διάσταση του παραλόγου το οποίο θα γινόταν σύντομα απροκάλυπτα ορατό σε όλη του την φρίκη όταν αυτοί θα διάβαιναν το κατώφλι των ναζιστικών κολαστηρίων.

Η μοίρα όμως δεν θέλησε ο Μισέλ να τελειώσει την ζωή του εκεί όπου εξοντώθηκε το σύνολο σχεδόν της παροικίας του αλλά αντιθέτως τον στιγμάτισε μ’ έναν άχαρο σειριακό αριθμό στο χέρι και τον έστειλε πίσω εκεί που ξεκίνησε για να γίνει πικρός μάρτυρας κι απομεινάρι μιας ακμάζουσας κοινότητας του χθες στο ανύπαρκτό της αύριο. Περπατώντας τώρα στο θέατρο των πιο γλυκών του αναμνήσεων, στους δρόμους και στα σοκάκια που αντρώθηκε, αναλογιζόταν εάν όλα εκείνα είχαν πραγματικά συμβεί ή όχι. Κι όμως είχαν –του το θύμιζαν τα ερειπωμένα σπίτια της γειτονιάς του που στα παραθύρια τους δεν πρόβαλαν πια γελαστές γνώριμες μορφές και που οι σφαλιστές πόρτες τους αρνιόντουσαν πεισματικά να τον προσκαλέσουν στα ενδότερά τους. «Ώμπω Θανασιέ τι πάθαμε!!!»


Ιστορίες συλλογικής λήθης

Φοβάμαι πως λόγω έλλειψης ενημέρωσης ή και λόγω γενικότερης αδιαφορίας, ένας σημερινός νέος (και όχι μόνο) δεν θα μπορούσε σε καμμία περίπτωση να ταυτίσει την προηγούμενη ιστορία με την ιστορία της Καστοριάς. Το όνομα και μόνο του πρωταγωνιστή θα τον παραξένευσε και πιθανόν να τον παρέπεμπε στην σφαίρα της μυθοπλασίας. Κι όμως, η εν λόγω ιστορία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πόλη μας και πέρα για πέρα αληθινή.

Παίρνοντας έναυσμα από την πρόσφατη και πολύ αξιόλογη ημερίδα του Τ.Ε.Ι. Δυτικής Μακεδονίας και της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καστοριάς στο θέμα των καστοριανών εβραίων, θέλησα να μοιραστώ με τους αναγνώστες της ΟΔΟΥ την συγκινητική ιστορία αυτού του ανθρώπου όπως εγώ την άκουσα από τον πατέρα μου, με τον οποίο ήταν πολύ φίλοι.

Ο Μισέλ Μεβοράχ, το λοιπόν, ήταν υπαρκτό πρόσωπο και έτυχε να είναι ένας από τους 35 εκ των χιλίων περίπου καστοριανών εβραίων που επέζησαν του ολοκαυτώματος και ένας από τους λιγοστούς που τελικά επέστρεψαν για να ζήσουν στην Καστοριά. Ο Μισέλ ασκούσε το επάγγελμα του τζαμιά και είχε το μαγαζί του στην κάτω αγορά, στο σημερινό τεχνικό γραφείο του Θωμά Θώμου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός ανάμεσα στους Καστοριανούς, λόγω του πρόσχαρου χαρακτήρα του και της διονυσιακής ιδιοσυγκρασίας του, όντας πάντα μπροστάρης σε κάθε γλέντι και ξεφάντωμα, ιδιαίτερα του καρναβαλιού. Δημιούργησε οικογένεια με την επίσης καστοριανή εβραία Μποένα Ρούσο, και σε κάποια φάση μετοίκισε στην Θεσσαλονίκη (1963) όπου και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του, πριν αρκετά χρόνια (1986), σε ηλικία 72 ετών. Οι απόγονοί του ζούνε σήμερα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Απώτερος σκοπός της αφήγησής μου είναι πρώτον, να αφυπνιστούν όλοι οι πολίτες και κυρίως οι νέοι μας για την ύπαρξη αυτής της σημαντικής κοινότητας που με την παρουσία της και την δραστηριότητά της χρωμάτιζε και χαρακτήριζε το πρόσωπο και την ιστορία της Καστοριάς για πολλούς αιώνες. Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι το σημερινό γηροκομείο της πόλης μας στέκει πάνω στο εβραϊκό κοιμητήριο, ή ότι η πλειοψηφία των οικοδομών που βρίσκονται στον ευρύτερο χώρο της σημερινής πλατείας Ομονοίας (συμπεριλαμβανομένου και του 1ου γυμνασίου) είναι χτισμένες πάνω σε παλιά εβραϊκά σπίτια, και ότι το παλιό ιδιωτικό γυμνάσιο μαζί με τον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται μπροστά από αυτό, ήταν το σημείο όπου χτυπούσε η καρδιά της εβραϊκής κοινότητας, μιας και εκεί έστεκε το σχολείο και η συναγωγή τους; Αναρωτιέμαι τάχα εάν δεν θα ‘πρεπε ήδη να υπάρχει κάτι αξιόλογο σ’ αυτόν τον χώρο που να μνημονεύει το παρελθόν του εμπλουτίζοντας έτσι και αναβαθμίζοντας την πόλη μας πολιτισμικά και τουριστικά.

Δεύτερον, θα ήθελα να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες και οι διάφοροι φορείς αντιλαμβανόμενοι πως η λήθη είναι καταστροφική, ενώ αντιθέτως η προβολή και καλή γνώση της ιστορίας ενός τόπου είναι πολύ σημαντική, όχι μόνο ως προσωπική ενημέρωση αλλά κυρίως ως ψυχική καλλιέργεια, μιας και βοηθάει καθοριστικά στο να αξιολογούμε αντικειμενικά να αγαπάμε αληθινά, να προβάλλουμε με ουσία, και τέλος να εκτιμάμε και να βιώνουμε σωστά τον χώρο και το περιβάλλον στο οποίο ζούμε –με άλλα λόγια να το σεβόμαστε και να μην το κακοποιούμε στον βωμό της ιδιοτέλειας και των εφήμερων συμφερόντων τα οποία αναμφισβήτητα γυρίζουν μπούμερανγκ και χτυπούν τις μελλοντικές γενιές.

Δέστε για παράδειγμα πώς κακοποιήθηκε η εβραϊκή συνοικία με την ασφυκτική και κακαίσθητη δόμηση που υπέστη. Ξέρατε πως η οδός Θεοχάρη, που καταλήγει στον παλιό φούρνο του Σεραφείμ πριν την πλατεία Ομονοίας ήταν ένα γραφικότατο ανηφορικό σοκάκι, όπου κείτονταν ένα από τα ωραιότερα μακεδονικού τύπου αρχοντόσπιτα με θεόρατη τοξωτή είσοδο και διπλά σαχνισιά (προεξοχές) στους πάνω ορόφους της; Τώρα, τι έχει άραγε να επιδείξει ο συγκεκριμένος δρόμος; Στην θέση του αρχοντόσπιτου ανεγέρθη μία τερατώδης οικοδομή (και να με συγχωρούν οι ιδιοκτήτες της).

Ξέρετε επίσης πως στην Μανωλάκη και στην Τσόντου Βάρδα, εκεί που σήμερα επικρατεί το οικοδομικό αδιαχώρητο υπήρχαν υπέροχα νεοκλασσικά τύπου σπίτια εβραίων με ανθοστόλιστους κήπους –πραγματικά κοσμήματα της πόλης μας; Εκεί, στο ύψος της Τσόντου Βάρδα ήταν το σπίτι του Μισέλ αλλά και του Μοσέ Μιζραχή, ενός καστοριανού εβραίου, που επέστρεφε πρώτη φορά μετά από 61 χρόνια και προσπαθούσε μάταια να εντοπίσει το πατρικό του μη μπορώντας να πιστέψει ότι εκεί κάποτε ήταν η γειτονιά που έπαιζε. Αυτός θυμόταν γραφικά σπιτάκια με κήπους και απεριόριστη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Η απογοήτευσή του ήταν τεράστια βλέποντας την οικοδομική συμφόρηση του χώρου.

Είναι, το λοιπόν, προς όφελος και τιμή μας να δημιουργούνται τέτοια συναισθήματα και εντυπώσεις σε επισκέπτες και τουρίστες, ή μήπως είναι παράξενο που κάτοικοι τέτοιων περιοχών κάνουν αμάν για να ξεφύγουν από αυτό το στριμωξίδι, που σίγουρα δεν προσφέρει ποιότητα ζωής και κατά συνέπεια κάνει τόσα διαμερίσματα να μένουν ξεκοίκιαστα; Νομίζω πως ήδη πληρώνουμε τα αδικαιολόγητα λάθη του παρελθόντος γι’ αυτό καλό είναι να μην αφηνόμαστε στην λήθη, αλλά να μελετάμε και να διδασκόμαστε από την ιστορία, για να μπορούμε να προνοούμε καλλίτερα για το μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας, μη επιτρέποντας την λήθη να γίνεται ηλιθιότητα.




Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5 Μαρτίου 2009



Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.