5.3.09

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Η συναγωγή της Καστοριάς στην Κωνσταντινούπολη

Με την Καστοριά συνδέομαι συναισθηματικά. Είναι μια από τις πολιτείες εκείνες, που συμβόλιζαν παιδιόθεν στη μνήμη μου το φυσικό και αρχιτεκτονικό κάλλος, στενά δεμένα με την ιστορία και τον πολιτισμό. Στην έρευνα της ιστορίας της με ώθησαν οι εβραϊκές μου παρακαταθήκες κι έτσι ασχολήθηκα και ασχολούμαι επισταμένα με την ιστορία της εβραϊκής της κοινότητας, των δικών μου ανθρώπων.

Δρόμοι παράλληλοι με συνδέουν με την Κωνσταντινούπολη, όπου από τα πρώτα νεανικά μου χρόνια ταξιδεύω συχνά, περνώντας εκεί ικανά διαστήματα του ελεύθερου χρόνου μου.

Οι δυο αυτές πορείες ήρθαν κι έδεσαν με την παρούσα μελέτη, που πραγματεύεται την πορεία ενός κομματιού του Καστοριανού λαού από τη Μακεδονία προς την Πόλη, που άρχισε όταν έδυε το άστρο του Βυζαντίου κι ανέτελλε η ημισέληνος.

Οι παράλληλοι αυτού δρόμοι δε σμίξανε άλλωστε τυχαία, αφού η Καστοριά είναι ως τις μέρες μας μια βυζαντινή πολιτεία, που η αίγλη της δε σβήνει – όσο κι αν προσπαθούν να τη σβήσουν κάποιοι από τους σύγχρονους κατοίκους της, επιδεικνύοντας προφανή έλλειψη σεβασμού στο χτες – αλλά και στο σήμερα και στο αύριο – αυτού του τόπου.

Σημειώνω εδώ ως γενικότερη παρατήρηση ότι η εβραϊκή συνιστώσα της ιστορίας της Καστοριάς είναι αναπόσπαστο κομμάτι της, που έχει δυστυχώς πολύ λίγο μελετηθεί – όπως βεβαίως ελάχιστα έχει μελετηθεί και η ιστορία του μουσουλμανικού στοιχείου της Καστοριάς…

Ας γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, πεντέμισι και πλέον αιώνες κι ας πάμε στην Κωνσταντινούπολη στα 1453, την περίοδο αμέσως μετά την Άλωση της από τους Οθωμανούς. Την αποφράδα Τρίτη 29η Μαΐου ακολούθησε βεβαίως τριήμερο λεηλασιών από τους κατακτητές. Όμως κάποτε τέλειωσε κι αυτό κι ο Πορθητής θέλησε να βάλει σε τάξη και νέα σειρά την πρωτεύουσά του2. Δε την ήθελε φυσικά μια πόλη παρηκμασμένη και πληθυσμιακά αποψιλωμένη, όπως είχε πλέον καταντήσει, αλλά μια πόλη ακμαία σε όλους τους τομείς, αντάξια του παρελθόντος και της ιστορίας της. Είχε άλλωστε αγωνιστεί πολύ για να την κατακτήσει.

Στην αλωθείσα Πόλη όμως, ο Μεχμέτ εκτός από τα επώνυμα βυζαντινά μνημεία, τα πλείστα των οποίων είχαν χάσει το φορητό τους πλούτο, συνάντησε ερείπια, ακατοίκητες έως χέρσες γειτονιές και ανθρώπινα ράκη.

Ολόκληρες περιοχές εντός της περίτειχης Επταλόφου είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους – όχι μόνο την περίοδο πριν την Άλωση και αμέσως μετά από αυτήν, αλλά ήδη από αρκετά παλαιότερα. Η Κωνσταντινούπολη του 1453 ήταν μια πόλη σαράντα ως πενήντα χιλιάδων ψυχών, σκιά του παλιού εαυτού της και γεμάτη ερείπια και φαντάσματα, ύστατη ικμάδα της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Είχε καταντήσει μια ολιγάνθρωπη πόλη – κράτος, χωρίς πόρους και χωρίς επικράτεια. Ένα σύμβολο που είχε χάσει την ύλη και το περιεχόμενό του, καθώς η ουσιαστική Άλωση είχε συντελεστεί πολύ παλαιότερα.

Όμως ο Μεχμέτ έπρεπε να ξανακάνει την νέα του πρωτεύουσα περίλαμπρη, να την ξανακάνει Βασιλεύουσα. Έπρεπε τώρα να αγωνιστεί για την Αναγέννηση μιας Πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, της Ντερσααντέτ του.

Για αρκετά χρόνια, καθώς σεργιάνιζα τις γειτονιές της Πόλης κοντά στα τείχη, κατηφόριζα το Hoca Çakir Sokak3, το δρομάκι που περνάει μπροστά από το Τεκφούρ -σαράϊ -ερείπιο βυζαντινού ανακτόρου, που θρυλείται πως ανήκε στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο- και πάει προς το Εγρήκαπου, την Χαρσία Πύλη ή της Καλλιγαρίας, και συναντούσα στο δεξί μου χέρι μια μνημειώδη αψίδα που δεν μπορούσα τότε να αναγνωρίσω και να ταυτίσω, καθώς η επιγραφή στην κορυφή είχε κρυφτεί μέσα στα χορτάρια. Και επειδή οι μεν γηγενείς της περιοχής είχαν μεταναστεύσει προ πολλού για άλλες πολιτείες, οι δε ντόπιοι ήταν κατά το πλείστον νιόφερτοι και αγράμματοι, δεν υπήρχε κάποιος γνώστης για να με πληροφορήσει.

Αργότερα, όταν άρχισα να γνωρίζω σε μεγάλο βάθος την Κωνσταντινούπολη, έμαθα πως η αψίδα, κλειστή σήμερα, ήταν άλλοτε η κύρια είσοδος μιας εκ των πλέον ιστορικών Συναγωγών της Πόλης, που μετράει πάνω της αιώνες ιστορίας και η ρίζα της ξεκινά τη χρονιά της Άλωσης. Απέναντί της, αξιόλογα και επίσης αταύτιστα παλαιϊκά κτίσματα, μαζί με τον εν γένει βυζαντινό περίγυρο, δημιουργούν πάντοτε εικόνα υποβλητική: Βρίσκεσαι σε μιαν άλλη εποχή…

Άλλοτε βρισκόταν εκεί η Συναγωγή της Καστοριάς. Καστοριανοί Εβραίοι έποικοι εγκαταστάθηκαν με προτροπή του Μεχμέτ του Β’ του Πορθητή στην περιοχή αυτή, που είχε εγκαταλειφθεί από τους Βυζαντινούς. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι από τα Βυζαντινά ακόμη χρόνια υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη μια μικρή Ρωμανιωτική4 εβραϊκή κοινότητα, που ζούσε σχετικώς καταπιεσμένη και γι’ αυτό υποδέχτηκε τον Πορθητή με ενθουσιασμό5.

Ο Μεχμέτ λοιπόν, όπως είπαμε, θέλησε να ξαναδώσει αίγλη στην Κωνσταντινούπολη, που ήδη την ύστερη βυζαντινή περίοδο είχε παρακμάσει και αποψιλωθεί πληθυσμιακά και βεβαίως μετά την Άλωση κατάντησε μια σχεδόν έρημη πόλη, με εκτεταμένες περιοχές να μένουν εντελώς ακατοίκητες και να χρησιμοποιούνται ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Μερίμνησε λοιπόν ώστε να μεταφερθούν από άλλες περιφέρειες της Αυτοκρατορίας διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, τόσο χριστιανών, όσο και μουσουλμάνων και Εβραίων6.

Εφαρμόστηκε τότε από το Μεχμέτ το Οθωμανικό σύστημα του Σουργκιούν7, όρος που κατά κυριολεξία σημαίνει εξορία. Επρόκειτο για μια συστηματική πρακτική μετακίνησης πληθυσμών από την Οθωμανική Διοίκηση, που άλλοτε είχε το χαρακτήρα τιμωρίας και ποινής, και άλλοτε την οργανωμένη μετεγκατάσταση πληθυσμών με στόχο την εξυπηρέτηση πολιτειακών στόχων.

Η μετοίκηση αυτή των Καστοριανών Εβραίων είχε χαρακτήρα μάλλον αναγκαστικό, πλην όμως στους μετοικήσαντες δόθηκαν ποικίλα κίνητρα, ώστε να γίνει η νέα τους εγκατάσταση πιο άνετη και να ριζώσουν στην Πόλη. Το δε εβραϊκό στοιχείο χρησιμοποιήθηκε τόσο για την τόνωση του εμπορίου, όσο και λόγω της ελληνοφωνίας του, ως μεσολαβητής μεταξύ της Οθωμανικής διοίκησης και του ελληνικού χριστιανικού πληθυσμού. Την περίοδο αυτή, εκτός από τους Καστοριανούς, μετοίκησαν στην Πόλη Εβραίοι και από άλλες πόλεις της Μακεδονίας: Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Βέροια, Ιστίπ, Σκόπια, Αχρίδα8, δημιουργώντας και τις αντίστοιχες Συναγωγές, άλλες από τις οποίες αποτελούν σήμερα ανάμνηση, άλλων σώζονται τα ερείπια, της δε Αχρίδας η Συναγωγή έχει συντηρηθεί και λειτουργεί, θεωρούμενη ως η ιστορικότερη των Κωνσταντινουπολίτικων Συναγωγών…

Σουργκούνηδες ήρθαν και από άλλες πόλεις της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας, με συνέπεια ο μεν εβραϊκός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης να αυξηθεί θεαματικά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, αλλά παράλληλα δεκάδες ιστορικές εβραϊκές κοινότητες στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας ερήμωσαν και εξαφανίστηκαν9. Και βέβαια η μετεγκατάσταση αυτή ήταν συχνά επαχθής για τους μεταφερόμενους πληθυσμούς, όπως αποδεικνύεται από μαρτυρίες, όπως αυτή ενός γιατρού από τη γειτονική Βέροια, που αυτοαποκαλείται στα γραπτά του «Εφραίμ μπεν Γκερσόν ο εξόριστος»10.

Όσον αφορά στην Καστοριά, αναφέρεται η έλευση στην Κωνσταντινούπολη ενός σημαντικού αριθμού Καστοριανών, υπό την ηγεσία του ραββίνου Ματταθία Ταμάρ. Η ίδρυση της Συναγωγής της Καστοριάς στο Μπαλατά – από το γειτονικό Παλάτιον των Βλαχερνών - είναι πιθανόν να έγινε αμέσως μετά την Άλωση και εντός του 145311, ή πάντως οπωσδήποτε ανάμεσα στα 1454-1459. Όντας Ελληνόφωνοι Ρωμανιώτες, οι Εβραίοι της Καστοριάς έγιναν συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στους υπόδουλους Ρωμιούς και στην Οθωμανική Διοίκηση. Η άφιξή τους μάλιστα είχε τέτοια μαζικότητα και επιρροή στην περιοχή, ώστε για αρκετό διάστημα η ζώνη από το Εγρήκαπου ως και το Μπαλατά ήταν γνωστή με το όνομα της πόλης προέλευσης των εποίκων: Καστορία. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι, καθώς η Συναγωγή ήταν χτισμένη πάνω στον έκτο λόφο, τα δρομάκια που οδηγούσαν στη Συναγωγή από το Αϊβάνσαράϊ – τις βυζαντινές Βλαχέρνες και από τον κυρίως Μπαλατά, ήταν γνωστά στους ντόπιους ως «Las eskaleras de la Kasturiya»12, τα σκαλοπάτια της Καστοριάς…
Ασφαλώς η κοινότητα των Καστοριανών δεν ήταν τόσο πολυάριθμη – ή αν θέλετε οι Ισπανόφωνοι Σεφαραδίτες13 που αφίχθησαν στο τέλος του 15ου αιώνα, ως kendi gelen όμως, ως εθελουσίως δηλαδή προσερχόμενοι, ήταν πολύ περισσότεροι – που δεν θα μπορούσαν να την αφήσουν αμιγή και ανεπηρέαστη. Αντίθετα, οι τελευταίοι επικράτησαν γλωσσικά τουλάχιστο. Παρόλα αυτά, η Συναγωγή της Καστοριάς διατηρήθηκε σε λειτουργία μέχρι την τέταρτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Μάλιστα οι δύο κοινότητες, αυτή της Κωνσταντινούπολης και αυτή που παρέμεινε στη μακεδονική πόλη, διατήρησαν μεταξύ τους στενές σχέσεις μέχρι το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε εξολοθρεύτηκαν οι Ελληνοεβραίοι από τους Ναζί. Σχέσεις οικονομικές, όσο και κοινωνικές, που δυνάμωναν μέσα από συνοικέσια και οικογενειακούς δεσμούς. Και μέχρι τις μέρες μας ακόμη, συναντάται στους Εβραίους της Κωνσταντινούπολης το δηλωτικό της καταγωγής επώνυμο Kastoryano14, που κουβαλά ιστορία πέντε και πλέον αιώνων.

Στα προπολεμικά χρόνια οι γύρω από τη Συναγωγή δρόμοι ήταν πυκνά κατοικημένοι από εβραϊκές οικογένειες, και οι παλιότεροι θυμούνται το σαμάς15, το νεωκόρο, να γυρίζει τα βράδια της Παρασκευής φωνάζοντας: “asendar ke es tadre” ειδοποιώντας δηλαδή πως πρέπει να σταματήσουν τις δουλειές γιατί είναι αργά κι έρχεται το Σάββατο, τα δε πρωϊνά του Σαββάτου καλώντας τους άνδρες για Προσευχή: “Alto Sinyores, ya van a dizir Baruh Sema” – «Εμπρός, κύριοι, πάμε να προσευχηθούμε για το Σάββατο»16. Πιο παλιά ακόμη, το ίδιο το γειτονικό της Συναγωγής βυζαντινό ανάκτορο του Τεκφούρ Σαράϊ κατοικείτο από φτωχές εβραϊκές οικογένειες, λειτουργώντας κάποτε και ως Πτωχοκομείο. Στα 1850 ακόμη, γράφει ο Σκαρλάτος Βυζάντιος, «… εργάζονται υαλουργοί Ιουδαίοι. Εις δε το υπέργειον οικούσιν άθλιαι τινές οικογένειαι Ιουδαίων…»17.

Κάποια συμπεράσματα για τα αριθμητικά δεδομένα του εβραϊκού πληθυσμού της συνοικίας της Καστοριάς την περίοδο αυτή, μπορούμε να αντλήσουμε από τις κοινοτικές εκλογές του 1865. Η συναγωγή της Καστοριάς είχε τότε 96 ψήφους σε σύνολο 886 ολόκληρου του Μπαλατά κι έβγαλε 2 εκλέκτορες σε σύνολο 10 18. Τα χρόνια εκείνα ο Μπαλατάς ήταν η μεγαλύτερη εβραϊκή συνοικία της Πόλης, όπου άλλωστε κατοικούσαν πάνω από δέκα χιλιάδες Εβραίοι ως τη δεκαετία του 1950. Το αρχικό κτίσμα της Συναγωγής υπέστη ασφαλώς πολλές τροποποιήσεις και σίγουρα οι συχνές φωτιές που ταλαιπωρούσαν την ξυλόκτιστη Πόλη, θα το έβλαψαν πολλάκις, πριν καταλήξει στην τελευταία ανακαίνιση ή εκ βάθρων ανέγερση στα 1893 19. Αυτήν υποδηλώνει άλλωστε η εβραϊκή χρονολογία 5653 στο υπέρθυρο της αψίδας, όπου επίσης αναγράφεται με εβραϊκούς χαρακτήρες το όνομα Καστοριά. Ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο ανήκε στην κοινότητα, περιλαμβάνοντας γραφεία, ευμεγέθη κυρίως Συναγωγή, με χωρητικότητα 150 ατόμων, πλούσια διακοσμημένη κατά τις περιγραφές που έχουν διασωθεί, μια δεύτερη μικρότερη Συναγωγή στην άκρη της αυλής, και μικρό ευκτήριο οίκο-«μιντράς»20, που χρησιμοποιείτο για τις καθημερινές προσευχές, αλλά και στις γιορτές, όταν γέμιζε η μεγάλη Συναγωγή. Υπήρχε επίσης ένα πηγάδι, όπου «έριχναν» οι πιστοί τις αμαρτίες τους στη γιορτή της Πρωτοχρονιάς-Ρος Ασανά21, και το νερό του χρησιμοποιείτο επίσης για την πλύση των νεκρών, πριν την ταφή22. Στα 1935, η συναγωγή της Καστοριάς είχε ηλεκτροφωτιστεί, χάρη στις ενέργειες του γκαμπάϊ23 Yomtov Sulam, ο οποίος έδωσε μαζί με την οικογένειά του συναυλία με θρησκευτικούς ύμνους, τα έσοδα της οποίας δόθηκαν για το σκοπό αυτό24.

Στην τελευταία πιθανότατα χαρτογραφική αποτύπωση της περιοχής, το 1928, εμφανίζεται το συγκρότημα της Συναγωγής με τα τρία κτήρια και καταλαμβάνει το 467 οικοδομικό τετράγωνο. Το κτίσμα της κυρίως Συναγωγής χαρακτηρίζεται όμως ως πεπαλαιωμένο, ξύλινο, υπέργηρο έως σαραβαλιασμένο – θαρρείς ως προειδοποίηση του τι έμελλε γενέσθαι. Τραγική ειρωνεία είναι ότι η χαρτογράφηση αυτή έγινε από το Ζακ Πέρβιτιτς25, για τις ανάγκες των ασφαλιστικών εταιριών που τότε άρχισαν να αναπτύσσονται στον κλάδο πυρός. Διότι, λίγο αργότερα - στα 1937 - η φωτιά θα φέρει το τέλος26. Μια ακόμη φωτιά που εξαφάνισε τα κτήρια, τα οποία ως επί το πλείστον ήταν ξύλινα, σβήνοντας για πάντα πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες και τοποθετώντας πια στην ιστορία μια από τις αρχαιότερες Συναγωγές της Πόλης. Έκτοτε ο χώρος εγκαταλείφθηκε και η Συναγωγή δεν ξαναχτίστηκε ποτέ.

Τις επόμενες δεκαετίες η περιοχή άρχισε να εγκαταλείπεται από τον εβραϊκό της πληθυσμό. Στις δεκαετίες του 1950 και 1960 η έξοδος από ολόκληρο το Μπαλατά απέκτησε μαζικό χαρακτήρα, καθώς οι Εβραίοι επέλεξαν να εγκατασταθούν σε νεώτερες και αναπτυσσόμενες συνοικίες της Πόλης, όπως το Πέρα, το Νισάντασι και το Σισλί. Ένας μεγάλος αριθμός επίσης από τους οικονομικά ασθενέστερους μετανάστευσε στο Ισραήλ, όπου στην πλειοψηφία τους εγκαταστάθηκαν στη Yehudiya, κοντά στη Γιάφφα27. Ενώ στο Μπαλατά ήρθαν να κατοικήσουν ανατολίτες, με καταγωγή κυρίως από την Κασταμονή του Πόντου. Ένα κεφάλαιο της ιστορίας έκλεισε…

Σήμερα διατηρούνται η αψιδωτή κυρίως πύλη της Συναγωγής και άλλη μια πύλη στην πίσω πλευρά και ικανό μέρος των τοίχων του αυλόγυρου. Σε μια γωνιά είναι στοιβαγμένες κάμποσες ταφόπλακες. Πρέπει να επισημανθεί πως στην περιοχή του Εγρήκαπου έχουν ανεβρεθεί εβραϊκές επιτύμβιες επιγραφές, χρονολογούμενες από την βυζαντινή περίοδο, με ονόματα Ρωμανιωτών ελληνοφώνων Εβραίων, καθώς στο σημείο αυτό βρίσκονται και τα απομεινάρια από το αρχαιότερο εβραϊκό κοιμητήρι της Πόλης, ακριβώς έξω από τα Βυζαντινά χερσαία τείχη, όπου μεταξύ άλλων ετάφη και ο πρώτος μετά την Άλωση της Πόλης Αρχιραββίνος, ο Μωύς Καψάλης28.

Διατηρείται επίσης και το Σχολείο της κοινότητας, που λειτουργούσε από πολύ παλιά ως Ιεροσπουδαστήριο - Ταλμούδ Τορά29 - και φαίνεται ότι ήδη στα 1929 είχε διακόψει τη λειτουργία του30. Στο πίσω σοκάκι, ανηφορίζοντας δέκα με είκοσι μέτρα, συναντάς δίπατο πέτρινο κτίσμα με δώμα, με τον κεραμοπλαστικό του ιστό να ξεχωρίζει. Σήμερα έχει διαμορφωθεί σε κτήριο κατοικιών. Ένα στενό πιο πάνω, στο Λιμοντζού σοκάκι, ισόγειο ταπεινό κτήριο αποτελούσε άλλοτε την έδρα των συλλόγων Μακαμπή και Ha Hamla και δίπλα του βρισκόταν το σπίτι του τελευταίου ραββίνου31. Σήμερα το ημιερειπωμένο κτίσμα αποτελεί την έδρα του Μποζκούρτ32 Σπορ Κουλουμπού, με έτος ιδρύσεως 1949. Σώζονται επίσης αρκετά σπίτια των αρχών του 20ου αιώνα, χτισμένα από τούβλο, που κατοικούνταν από μεσοαστικές εβραϊκές οικογένειες, καθώς τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα αυτού, το εκσυγχρονιστικό και ανακαινιστικό πνεύμα του τότε Αρχιραββίνου της Πόλης Χαϊμ Ναχούμ είχε έντονα επηρεάσει τους κατοίκους της συνοικίας αυτής, ώστε μέχρι και τη δεκαετία του 1930 η εικόνα της ήταν έντονα αναβαθμισμένη33.

Θλιβερή εικόνα γεμίζει την ψυχή του επισκέπτη. Όπως συχνά συμβαίνει στην Τουρκία, ο χώρος της Συναγωγής της Καστοριάς κάποια στιγμή κηρύχθηκε mazbut34. Εγκατελελειμένος και εμπερίστατος, υπό την προστασία δηλαδή του κράτους – όρος που χρησιμοποιείται υποκριτικά από το τουρκικό δημόσιο, ώστε να καταλαμβάνει μειονοτικά ιδρύματα. Έτσι κι εδώ το οικόπεδο της Συναγωγής καταλήφθηκε από τη Διεύθυνση Βακουφίων35 και στη συνέχεια στα 1992 νοικιάστηκε σε ιδιώτες. Την τελευταία εικοσαετία η έκταση έχει ισοπεδωθεί και χρησιμοποιείται ως σταθμός φύλαξης αυτοκινήτων – OTOGAR PARKI, λες κι από κάποια άσχημο παιχνίδι της ιστορίας έπρεπε να έχουν όμοια κακή τύχη κι οι δυο Συναγωγές36 των Καστοριανών Εβραίων, τόσο στην μητέρα πατρίδα της Μακεδονίας, όσο και στην βασιλίδα των πόλεων Κωνσταντινούπολη...

Ξαναπήγα στη γειτονιά της Καστοριάς, Σεπτέμβρη του 2008, προγραμματισμένα κατά κάποιον τρόπο, για να ξαναδώ τα μέρη για τα οποία πρόκειτο να σας μιλήσω απόψε, να πάρω στην ψυχή μου τον αέρα της γειτονιάς και της μνήμης. Σημειώστε ότι στην ευρύτερη περιοχή του ερειπίου της Συναγωγής της Καστοριάς και σε απόσταση λίγων δεκάδων ή εκατοντάδων μέτρων από αυτήν βρίσκονται εννιά ελληνορθόδοξες εκκλησίες37, μια αρμενική38, ένα βυζαντινό κοιμητήρι39, η βυζαντινή μονή της Χώρας και δυο ακόμη βυζαντινοί ναοί40 που έχουν μετατραπεί σε τεμένη, κινστέρνες41, δυο ενεργές Συναγωγές42 και μια κλειστή43 και τέσσερα ή πέντε ακόμη ερείπια παλιών ιστορικών Συναγωγών44, το εβραϊκό Νοσοκομείο Ορ Αχαϊμ – και φυσικά κάμποσα παλαιότατα τεμένη45, λουτρά46 κι άλλα μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι πρόκειται για μια περιοχή έντονα φορτισμένη ιστορικά, αφού επιπλέον βρίσκεται δίπλα στα βυζαντινά τείχη, το ανάκτορο του Πορφυρογέννητου, τις Βλαχέρνες και φυσικά την Κερκόπορτα. Κάθε σου βήμα πατάει πάνω στο παρελθόν, κάθε σου ματιά έρχεται κατάματα και αντιμέτωπη με την ιστορία.

Αυτή τη φορά επέλεξα να ανέβω από τον Κεράτιο στο ύψος της Ξυλόπορτας – διαδρομή περισσότερο δύσκολη, αφού πρέπει να σκαρφαλώσεις τα κάπως απότομα σκαλοπάτια – τις εσκαλέρας των Καστοριανών – και επιπλέον να περάσεις μέσα από τον τσιγγανομαχαλά, πολλά σπίτια του οποίου είναι αλλοτινά μέγαρα εβραίων και ρωμιών, που υποχρεώθηκαν από τα γεγονότα να τα εγκαταλείψουν και βεβαίως σήμερα καταρρέουν.

Ο περίβολος παραμένει στη θέση του, όπως και η επιγραφή στην κύρια πύλη. Έχει όμως αφαιρεθεί το υπέρθυρο αέτωμα και η επιγραφή της πίσω πύλης. Και βεβαίως ο χώρος εξακολουθεί να λειτουργεί ως σταθμός αυτοκινήτων, πληγώνοντας την ιστορία και τις μνήμες μας…

Κατηφορίζοντας για να φύγω, θυμήθηκα πως εκείνη η μέρα – η 6η Σεπτεμβρίου του 2008 - ήταν θλιβερή επέτειος μιας ακόμη αποφράδας μέρας. Αναφέρομαι ασφαλώς στα Σεπτεμβριανά του 1955 – στην ύστερη, τη σύγχρονη Άλωση της Πόλης.

Δε θα επεκταθώ βέβαια παραπέρα, παρά μονάχα θα επισημάνω πως το έντονο κλίμα ανασφάλειας που επικράτησε μετά τα Γεγονότα είχε σα συνέπεια την ολοσχερή έξοδο των Ρωμιών από την περιοχή, που γρήγορα τους ακολούθησαν και οι Εβραίοι, επιλέγοντας να ζήσουν σε άλλες περισσότερο ασφαλείς περιοχές, αφήνοντας πίσω τους ερείπια και πολλούς αιώνες ιστορίας…


___________________________

1.(τίτλος) Μια πρώιμη μορφή του παρόντος κειμένου έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο του γράφοντος «Γειτονιές της Κωνσταντινούπολης», Τσουκάτου, Αθήνα 2002 και στην εφημερίδα «ΟΔΟΣ» της Καστοριάς, φ. 342/8-3-2006.

2. Η λεηλασία δεν ήταν επιλογή του Μεχμέτ, αλλά επιβαλλόταν από τη σεριάτ, τον ιερό νόμο του Ισλάμ, καθώς η Πόλη είχε καταληφθεί με τη βία και συνεπώς τα κινητά αγαθά της ήταν νόμιμη λεία των πολεμιστών, ενώ οι κάτοικοι της μπορούσαν να σκλαβωθούν. Όταν ο Μεχμέτ εισήλθε στην Πόλη την πρώτη ημέρα της Άλωσης, διέκοψε τις λεηλασίες. Βλ. Χαλίλ Ιναλτζίκ, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική εποχή, 1300-1600, μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης, Αλεξάνδρεια 1994, σελ. 52-53.

3. Η ακριβής διεύθυνση της Συναγωγής της Καστοριάς είναι Hoca Çakir Sokak no 132.

4. Ρωμανιώτες καλούνται οι ελληνόφωνοι Εβραίοι, που εκτός από τη γλώσσα, είχαν ασπαστεί και τον ελληνικό πολιτισμό. Έχουν ιδιαίτερο λειτουργικό τυπικό, και πολλά χωρία της Βίβλου διαβάζονται στα ελληνικά. Ρωμανιωτικές κοινότητες στα νεώτερα χρόνια ήταν αυτές της νότιας Ελλάδας, με σπουδαιότερη αυτή των Ιωαννίνων. Ρωμανιώτες υπήρχαν σ’ όλη τη νότια Βαλκανική πριν την άφιξη των Σεφαραδιτών, οι οποίοι αφομοιώθηκαν από τους τελευταίους, λόγω του ότι αυτοί ήταν πολυάριθμοι. Η λέξη Ρωμανιώτης προέρχεται από το Ρωμιός – Ρωμανία, χαρακτηρίζει δηλαδή το Ρωμιό – Εβραίο.

5. Βλ. Naim Avigdor Güleryüz, The History of the Turkish Jews, Gözlem, Istanbul 2000, σελ. 6.

6. Stanford J. Shaw, The Jews of the Ottoman Empire and the Turkish Republic, Macmillan Press, London 1989, σελ. 28-29.

7. Για το Σουργκιούν βλ. Joseph Hacker, “The Sürgün System and Jewish Society in the Ottoman Empire During the Fifteenth to the Seventeenth Centuries”, σελ. 1-65, στο Aron Rodrigue (Ed.), Ottoman and Turkish Jewry. Community and Leadership, Indiana University, Bloomington 1992.

8. Stanford J. Shaw, ο,π,, σελ. 66.

9. Jacob Barnai, “On the History of the Jews in the Ottoman Empire”, στο Esther Juhasz (ed.), Sephardi Jews in the Ottoman Empire. Aspects of Material Culture, The Israel Museum, Jerusalem 1990, σελ. 19.

10. Joseph Hacker, ο.π., σελ. 12-13.

11. M. Molho, ο.π. σελ 20.

12. Marie - Christine Varol, Balat, Fauburg Juif d’ Istanbul, The Isis Press, Istanbul 1989, σελ. 20 και Naim Güleryüz, Istanbul Sinagoglari, Istanbul 1992, σελ 2.

13. Σεφαραδίτες (εβρ. Σεφαραδίμ) καλούνται οι ισπανόφωνοι Εβραίοι, που εξορίστηκαν από την Ισπανία και την Πορτογαλία ανάμεσα στα 1492 – 1497, και σε μεγάλο ποσοστό τους βρήκαν καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκτός από τη γλώσσα, έχουν δικιά τους ιδιαίτερη κουλτούρα και λειτουργικό τυπικό. Ο όρος προέρχεται από τη Σεφαράδ, βιβλική ονομασία (Οβαδίας, 1:20), που αρχικά αφορούσε σε περιοχή γύρω από τις Σάρδεις της Μικράς Ασίας, όπου μεταφέρθηκαν οι εξόριστοι Εβραίοι μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από το Ναβουχαδονόσορα. Ο όρος αργότερα χρησιμοποιήθηκε για την Ισπανία.

14. Επώνυμα εβραϊκών οικογενειών της συνοικίας της Καστοριάς τον 20ο αιώνα ήταν επίσης τα Toros, Taragano, Dinar, Soria, Palti, Benbasat, Çerasi, Sion, Alkulumbre τα οποία δεν απαντώνται στην εβραϊκή κοινότητα της Μακεδονικής πόλης την ίδια περίοδο, προφανώς λόγω της πληθυσμιακής κινητικότητας του εβραϊκού στοιχείου μέσα στους αιώνες που μεσολάβησαν από την εγκατάσταση του στην Κωνσταντινούπολη.

15. Σαμάς είναι ο υπεύθυνος για την καλή λειτουργία της συναγωγής, ο νεωκόρος.

16. Naim Güleryüz, ο.π., σελ 22.

17. Σκαρλάτος Βυζάντιος, Η Κωνσταντινούπολις ή περιγραφή τοπογραφική, αρχαιολογική και ιστορική κ.τ.λ., τόμος Α΄, Αθήνησιν 1851 (Ανατύπωση Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα 1993), σελ. 365.

18. Abraham Galante, Documents officiels Turcs concernant les Juifs de Turquie, Istanbul 1931, σελ. 242-245. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε βεβαίως καθολική ψήφος και οι αριθμοί πρέπει να εξετάζονται κάτω από αυτό το πρίσμα.

19. Mili Mitrani και Ersin Alok, Anatolian Synagogues, Istanbul 1992, σελ. 257

20. Μιντράς καλείται ο μικρός ευκτήριος οίκος, συνήθως δίπλα στις μεγάλες συναγωγές, αλλά κάποτε και αυτόνομος. Χρησιμοποιείται συνήθως στις καθημερινές πρωινές προσευχές, όπου οι πιστοί είναι λιγότεροι. Κατά κυριολεξία σημαίνει μελέτη και για το σκοπό αυτό κατ’ αρχήν προορίζεται. Η αραβοτουρκική λέξη μεντρεσέ έχει την ίδια ρίζα.

21. Ρος Ασανά (εβρ.) = Η εβραϊκή Πρωτοχρονιά, με την οποία αρχίζει η περίοδος των μεγάλων εβραϊκών γιορτών του φθινοπώρου. Γιορτάζεται την πρώτη ημέρα του μήνα Τισρί. Το τελετουργικό της περιλαμβάνει προσευχή δίπλα σε τρεχούμενο νερό, οπότε οι πιστοί τινάζουν τα ρούχα τους, «ρίχνοντας», «πετώντας» από πάνω τους τις αμαρτίες του προηγούμενου χρόνου, που τις ξεπλένει το νερό. Συνήθως στην αυλή της Συναγωγής υπάρχει πηγάδι, που χρησιμοποιείται για τις θρησκευτικές ανάγκες της κοινότητας.

22. Naim Güleryüz, ο.π., σελ 22.

23. Γκαμπάϊ είναι κοινοτικός έφορος της συναγωγής, υπεύθυνος για τα οικονομικά της. Ταμίας.

24. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ. 19.

25. Jacques Pervititch Sigorta Haritalarında Istanbul, Axa Oyak, Istanbul χ.χ., σελ. 174.

26. Ilan Karmi, Jewish Sites of Istanbul. A guide book, The Isis Press, σελ. 54.

27. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ.4.

28. Το νεκροταφείο αυτό έχει πάψει να χρησιμοποιείται από τα 1839. Βλ. Ilan Karmi, Jewish Sites, ο.π., σελ. 55 και Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ. 22-23.

29. Ταλμούδ Τορά (εβρ.) = Θρησκευτικό εβραϊκό σχολείο. Ο όρος προέρχεται από τις λέξεις Ταλμούδ που είναι ο προφορικός Νόμος των Εβραίων, οι ερμηνείες δηλαδή των Γραπτού Νόμου, όπως διατυπώθηκαν και καταγράφηκαν αιώνες πριν από σοφούς μελετητές και ραββίνους, και Τορά που είναι ο γραπτός εβραϊκός Νόμος, δηλαδή η Πεντάτευχος, τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης: Γένεσις, Έξοδος, Λευϊτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιον.

30. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., σελ. 22. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγείται η Varol καθώς το σχολείο αυτό δεν εμφανίζεται στους γνωστούς χάρτες του αυστριακού Pervitich, που συντάχθηκαν για τις ασφαλιστικές εταιρείες.

31. Marie - Christine Varol, Balat, ο.π., παράρτημα, φωτ. 55.

32. Μποζκούρτ σημαίνει γκρίζος λύκος, όμως εδώ πρόκειται για αθλητικό σύλλογο, που δε φαίνεται – κατά τη γνώση του γράφοντος - να έχει σχέση με τη γνωστή με το ίδιο όνομα ακροδεξιά παρακρατική οργάνωση.

33. Stanford J. Shaw, ο,π,, σελ. 230-231.

34. Mazbut = Ευρισκόμενο υπό την επίβλεψη και την προστασία των αρχών, περιμαζεμένο, εμπερίστατο. Έτσι χαρακτηρίζει το τουρκικό δημόσιο πλήθος θρησκευτικών ευαγών ιδρυμάτων (=βακουφίων) των μειονοτήτων, τα οποία στη συνέχεια καταλαμβάνει και αναθέτει τη διαχείριση τους στη Διεύθυνση Βακουφίων, η οποία υποτίθεται ότι πρέπει να μεριμνεί γι’ αυτά και να τα φροντίζει. Στην πράξη η Διεύθυνση Βακουφίων νοικιάζει και άλλοτε μεταβιβάζει σε ιδιώτες τα ακίνητα, τα έσοδα των οποίων καταλήγουν στα κρατικά ταμεία.

35. Βακούφι (τουρκ. vakıf) = Ιερό καθίδρυμα, αφιέρωμα, μετόχι. Ίδρυμα με αγαθοεργό σκοπό.

36. Η Συναγωγή της Καστοριάς επί της σημερινής οδού Πλάτωνος κατεδαφίστηκε στα 1948 και έκτοτε ο χώρος παραμένει άχτιστο οικόπεδο, που χρησιμοποιείται άτυπα ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων των περιοίκων, ενώ σ’ ένα τμήμα του έχουν χτιστεί σύγχρονες κατοικίες. Βλ. Πάνος Τσολάκης, Η εβραϊκή συνοικία της Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 17-19.

37. Πρόκειται για τους ναούς Παναγίας Χατζηριώτισσας, Παναγίας Κυρίας των Ουρανών, Παναγίας Σούδας, Αγίου Γεωργίου Εντιρνέκαπου, Αγίου Δημητρίου Σαρμασικίου, Ταξιαρχών Μπαλατά, Παναγίας Μπαλίνου, Παναγίας Βλαχερνών, Αγίου Δημητρίου Ξυλόπορτας, που όλοι τους βρίσκονται σε μικρή ακτίνα γύρω από τη Συναγωγή της Καστοριάς.

38. Πρόκειται για το ναό του Σουρπ Χιρεσνταγκαμπέτ.

39. Το Πατριαρχικό Νεκροταφείο Εγρήκαπου και ο ναός του Αγίου Κυριακού.

40. Πρόκειται για το Kefeli camii (Μονή Μανουήλ) και το Atik Mustafa Pasa camii (ναός Πέτρου και Μάρκου).

41. Όπως η κινστέρνα του Άσπαρος, πάνω στην οποία έχει χτιστεί το στάδιο του Καραγκιουμρούκ.

42. Πρόκειται για τις Συναγωγές της Αχρίδας και της Ιάμπολης (Yambol). Υπάρχει επίσης και η συναγωγή Kadoori εντός του Νοσοκομείου Ορ Αχαϊμ.

43. Πρόκειται για τη Συναγωγή της Ιστίπ (Iştipol), που είναι ξυλόχτιστη, στον ίδιο τύπο που ήταν χτισμένη η Συναγωγή της Καστοριάς. Μερικοί μελετητές συγχέουν τις δυο συναγωγές, που πάντως βρίσκονται πολύ κοντά. Βλ. Ester Juhazs, “Synagogues”, στο Esther Juhasz (ed.), Sephardi Jews, ο.π., σελ. 37 και σελ. 38 όπου δημοσιεύεται φωτογραφία της συναγωγής της Ιστίπ, με εσφαλμένη λεζάντα ως συναγωγή της Καστοριάς.

44. Πρόκειται για τις Συναγωγές Τζάνα, Ελιάχου, Θεσσαλονίκης ή Sigri, Βέρροιας και μέχρι πρόσφατα η συναγωγή Pol Yashan (παλιά Πόλη), που κατεδαφίστηκε το 1989 κατά τη διαπλάτυνση του παραλιακού δρόμου του Κεράτιου κόλπου. Η Τζάνα ήταν Ηπειρωτική πόλη κοντά στην Καστοριά, το εβραϊκό στοιχείο της οποίας μετεφέρθη στην Πόλη ταυτόχρονα με τους Καστοριανούς.

45. Όπως το ι Efendi camii το Ferruh Kethüda camii και το μεγάλο τέμενος της Μιχριμάχ.

46. Όπως το Hançerli Sultan hamam, το Tahta Μinare hamam και το Çavus ή Ferruh Kethüda hamam το οποίο χρησίμευε και ως τελετουργικό λουτρό (μικβέ) για τους Εβραίους ολόκληρου του Μπαλατά και γι’ αυτό ήταν γνωστό ως El Banyo de Balat.






SUMMARY
After the conquest of Istanbul in 1453, Sultan Mehmet 2nd the Gazi found an abandoned city. Many regions of the ex Byzantine capital were absolutely emptied of inhabitants, and the population that remained was poor and miserable. But Mehmet wanted to establish there a new brilliant capital.
So, following the Ottoman system of Surgun, he transferred there various populations of many regions of his extended empire, of Jewish origin and Christians and Muslims alike.
In the eve of the capture of Istanbul, Mehmet brought numerous Jewish families of the city of Kastoria and established them in the region of Balat, near Tekfur Saray – the ex-palace of the Emperor Constantine Porfirogenitus in the vicinity of the land walls.
The Kastorian Jews were transferred to Istanbul in an obligatory manner but they were given many advantages for their new establishment.
The Kastorian Jews were Greek speaking, following the Romaniot rite and they were used by the Ottomans as intermediaries between the State and the Greek population. They built their new Synagogue on the Hoca Cakir street and the region around it was called for many years “Kastoria”.
As the years were passing, the Romaniot Kastorian Jews were assimilated with the Sephardic Jews who were more numerous and came to Istanbul after their exile from Spain.
The Synagogue and the community of the Kastorian Jews survived in Istanbul till 1937, when it was destroyed by fire. What remains today is the gate of the entrance with the inscription “Kastoria” in Hebrew and the date 5893 which is referred as the last renovation of the building. The site of the Synagogue is now an empty plot, which is being confiscated by the government and being rented as a garage. The whole Jewish population of the region left after 1960 for Israel or preferred staying in modern regions of the city, like Pera and Sisli.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Φεβρουαρίου 2009

Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.