29.6.13

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Μικροί ήρωες του ‘21



Ο Θούριος του Ρήγα

Ποια βαθιά εντύπωση έκαμναν στις ψυχές των Ελλήνων της εποχής εκείνης τα τραγούδια του Ρήγα και του Κοραή δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε εμείς σήμερα. Αλλά ακούστε ένα επεισόδιο που συνέβη το 1817, τέσσερα χρόνια πριν από την Ελληνική Επανάσταση.
Ένας νέος Έλληνας, που συνοδευόταν από έναν καλόγερο, ταξίδευε τότε στη Μακεδονία. Έφτασαν σ’ ένα χωριό και κατέλυσαν στο αρτοποιείο, που χρησίμευε και για πανδοχείο.
Εντύπωση στους ταξιδιώτες έκανε ο ζυμωτής του αρτοποιού. Ήταν ένας νέος από την Ήπειρο, ψηλός, με ωραίο πρόσωπο. Τα μπράτσα και το γυμνό του στήθος έδειχναν σώμα αθλητικό. Αφού περίμενε να έρθει η κατάλληλη στιγμή, πλησίασε τον ταξιδιώτη και τον ρώτησε:
-Ξέρεις να διαβάζεις;
-Ναι, απάντησε ο ταξιδιώτης.
-Έρχεσαι μαζί μου να σου πω κάτι;
-Ευχαρίστως, είπε με περιέργεια ο ταξιδιώτης.
Ο ζυμωτής τον οδήγησε σε απόκεντρο μέρος του κήπου, που ήταν πίσω από το αρτοποιείο. Εκεί κάθισαν και οι δύο πάνω σε μια πέτρα που βρισκόταν κάτω από ένα μεγάλο και πυκνόφυλλο δέντρο. Ο νέος έβγαλε τότε από τον κόρφο του ένα μικρό και παμπάλαιο φυλλάδιο, που κρεμόταν απ’ το λαιμό του με λινή κλωστή. Ήταν ο θούριος του Ρήγα. Τον έδωσε στον ξένο και τον παρακάλεσε να τον διαβάσει δυνατά.
Ο ταξιδιώτης άρχισε να διαβάζει με τον ενθουσιασμό εκείνο που οι στίχοι του Ρήγα προκαλούσαν σε κάθε ελληνική καρδιά. Μετά από λίγο γύρισε τα μάτια του προς τον νέο, αλλά έμεινε έκπληκτος. Ο νέος Ηπειρώτης είχε σηκωθεί όρθιος και στεκόταν κοντά του σαν άλλος άνθρωπος. Δεν ήταν πια ο απλοϊκός υπηρέτης του αρτοποιού, αλλά είχε μεταμορφωθεί σε ήρωα. Το πρόσωπό του έλαμπε, τα μάτια του σπινθηροβολούσαν, τα χείλη του έτρεμαν και δάκρυα καυτά έβρεχαν τα μάγουλά του.
-Πρώτη φορά ακούς το τραγούδι του Ρήγα; ρώτησε έκπληκτος ο ταξιδιώτης.
-Όχι, αποκρίθηκε ο νέος. Κάθε φορά που περνούν από δω άνθρωποι που ξέρουν γράμματα, τους παρακαλώ και μου το διαβάζουν. Το έχω ακούσει πολλές φορές.
-Και πάντοτε με τη συγκίνηση αυτή;
-Ναι, πάντοτε! αποκρίθηκε ο Ηπειρώτης.
 Ιωάννης Γεννάδιος (1844-1932)


Το παιδί το αθάνατο

Ξημερώματα Ευαγγελισμού, στα 1826. Το πολιορκημένο Μεσολόγγι ξυπνάει με τουφεκίδι και κανόνια από στεριά και θάλασσα. Συνηθισμένοι από τέτοια οι Μεσολογγίτες. Τους ξαναθυμήθηκαν, φαίνεται, οι Τουρκαλάδες, πρωί πρωί. Γι’ αυτό και δεν παραξενεύονται. Όμως αυτή τη φορά δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί ο Κιουταχής με τ’ ασκέρι του και τα καράβια του τραβάει για την Κλείσοβα, ένα μικρό νησάκι έξω απ’ το Μεσολόγγι. Οι Κλεισοβίτες με τη λιγοστή φρουρά αμύνονται. Πόσο όμως θ’ αντέξουν; Είναι τόσο λίγοι…
Στο Μεσολόγγι βρίσκεται ο Κίτσος Τζαβέλας. Μόλις μαθαίνει την είδηση, βιάζεται να φτάσει στο νησί, που κινδυνεύει. Να βοηθήσει. Πώς όμως;
Μπροστά του είναι αραγμένες μερικές βάρκες. Τίποτε άλλο…
Γύρω του λίγα παλικάρια κι ανάμεσά τους ο αρχηγός του Μεσολογγιού Θανάσης Ρατζηκότσικας. Παρέκει γυροφέρνουν μερικά παιδιά. Είναι οι βαρκάρηδες.
-Ποιος θ’ αποτολμήσει να φέρει τον καπετάν-Τζαβέλα ως την Κλείσοβα; ακούγεται σε κάποια στιγμή η φωνή του αρχηγού.
Δεν προφταίνει ν’ αποτελειώσει…
-Εγώ, απαντάει κάποιος.
 Γυρίζουν όλοι. Τι να ιδούν; Ποιος είναι; Ένα 15χρονο αγόρι, ο Τάσος Βορίνας, ο βαρκάρης.
Τα μάτια του λάμπουν απ’ τη ζωηράδα. Δε χάνει καιρό. Πηδάει στη βάρκα. Ξοπίσω του ο Τζαβέλας με 5-6 παλικάρια του.
Η βάρκα σχίζει γρήγορα τα νερά. Το κρύο είναι τσουχτερό. Μα απ’ το μέτωπο του παιδιού ποτάμι τρέχει ο ιδρώτας.
Κοντοζυγώνουν. Καταπάνω τους ορμούν τότε οι εχθρικές βάρκες. Το τουφεκίδι έχει ανάψει για τα καλά.
Μέσα σ’ όλο τούτο το χαλασμό, ο νεαρός βαρκάρης δε λιποψυχάει. Το ‘χει πάρει απόφαση. Θα κάνει το παν για να φτάσει τη βάρκα του ως το νησί, που κινδυνεύει. Στο παιχνίδι τούτο του θανάτου πρέπει να βγει νικητής.
Έτσι το παλικαρόπουλο των 15 χρόνων, με την ασυνήθιστη για την ηλικία του τόλμη, αλλά και με την εξυπνάδα του, καταφέρνει ν’ αράξει τη βάρκα του στην Κλείσοβα. Αναθαρρεύουν τότε οι Κλεισοβίτες…
Κοντεύει μεσημέρι. Ο Κιουταχής, που παρακολουθεί την εξέλιξη της μάχης, γίνεται θηρίο απ’ το θυμό. Τέτοια τροπή! Αποφασίζει να μπει ο ίδιος αρχηγός.
Νέα επίθεση τώρα, πιο σκληρή. Ώσπου ένα βόλι πληγώνει τον Κιουταχή. Από κείνη την ώρα όλα αλλάζουν. Όταν οι άνδρες του μαθαίνουν ότι ο αρχηγός τους λαβώθηκε, σταματάνε την επίθεση.
Βρίσκουν τότε την ευκαιρία να ξαποστάσουν λίγο οι ηρωικοί υπερασπιστές της Κλείσοβας. Να δουν και πού βρίσκονται από προμήθειες.
Τα πολεμοφόδια τελειώνουν. Ούτε νερό δεν έχουν. Πώς θα συνεχίσουν;
-Να στείλουμε είδηση στο Μεσολόγγι, ορμηνεύει κάποιος.
-Ποιος να πάει; ρωτάει ο Τζαβέλας.
-Εγώ θα πάω, πετάγεται τότε ο Μπάκας, ένα συνομήλικο με το Βορίνα αγόρι και φίλος του.
Όλοι απόμειναν να το κοιτάζουν. Ξέρει τάχα τι λέει τούτο το παιδί;
-Πώς θα περάσεις απ’ τα τούρκικα λεφούσια; τον ρωτάει ο Τζαβέλας.
-Θα βρω τρόπο, καπετάνιε, αποκρίνεται με σταθερή φωνή το παιδί. Έχει το σχέδιό του. Ξέρει τι θα κάνει…
-Άιντε, λοιπόν, με την ευχή της Παναγιάς!...
-Καλό κατευόδιο! του εύχονται όλοι κατασυγκινημένοι, σαν βλέπουν το παιδί να ‘χει κιόλας μπαρκάρει για το Μεσολόγγι.
Στην αρχή οι Τούρκοι την έπαθαν. Νόμισαν ότι είναι δικός τους και τον άφησαν να προχωρεί. Σαν είδαν όμως να κατευθύνεται για το Μεσολόγγι, κατάλαβαν. Τι έγινε τότε…
Βροχή πέφτουν τα βόλια. Το παιδί, σκύβοντας το κεφάλι για να το φυλάξει από τις σφαίρες, προχωρεί όσο μπορεί πιο γρήγορα. Να όμως που μια σφαίρα το λαβώνει στ’ αριστερό χέρι. Κι είναι μονάχο μες στη βάρκα. Κανείς να του πει δυο λόγια. Δαγκώνει το παιδί τα χείλη απ’ τον πόνο, μα δεν τα χάνει. Μ’ όλη τη θέρμη της ψυχής του παρακαλεί το Θεό να του δώσει δύναμη να φτάσει στο Μεσολόγγι. Τίποτε άλλο δε ζητάει. Επιτέλους να…
-Νερό και μπαρουτόβολα καρτερούν στην Κλείσοβα, προφταίνει να προφέρει με τα χείλη του το ηρωικό παιδί και πέφτει κάτω λιπόθυμο.
Σε λίγο τέσσερα βαρέλια με πολεμοφόδια και δύο με νερό είναι έτοιμα για την Κλείσοβα. Όμως ποιοι θα βρεθούν τώρα ξανά να πάρουν το δρόμο του θανάτου για το νησί;
Να κιόλας δύο βαρκάρηδες με δυο-τρία άλλα παλικάρια, φορτώνουν τη βάρκα.
Αλλά τι βλέπουν; Πριν προλάβουν να ξεκινήσουν πηδάει πάνω στη βάρκα σβέλτο ένα 14χρονο αγόρι. Είναι ο Σωτήρης Γιαλλώτος, ο γιος του πρώτου βαρκάρη. Πάντα ακολουθούσε τον πατέρα του.
Έχουν βγει αρκετά στ’ ανοιχτά. Το κάθε λεπτό τους φαίνεται χρόνος. Το ξέρουν. Πρέπει να φτάσουν όσο μπορούν πιο γρήγορα. Την ψυχή τους τη γιγαντώνει η αίσθηση του χρέους. Κι ας περνάνε μέσα από βροχή σφαίρες. Ένας είναι ο δρόμος τους. Μονάχα μπρος. Μόνοι τους τον διάλεξαν. Κι είναι αποφασισμένοι να τον φτάσουν στο τέρμα. Αυτά σκέφτονται οι γενναίοι κι η καρδιά τους φτερώνει απ’ την ελπίδα… Κάποιο βόλι όμως ρίχνει κάτω τον ένα, το Γαλλιώτο, τον αφήνει νεκρό. Τον μεταφέρει ήρωα στον ουρανό.
Μπροστά στο νεκρό πατέρα ο μικρός Σωτήρης λυγίζει. Το χλωμό πρόσωπό του αυλακώνουν καυτά δάκρυα. Κι όμως! Πρέπει να πάρει τη θέση του ήρωα πατέρα του. Να σφίξει την καρδιά του… Να κάμει κουράγιο…
Η βάρκα τον χρειάζεται για να συνεχίσει το δρόμο της!
Όρθιος, λοιπόν, ο Σωτήρης, στην άδεια θέση του πατέρα του, λες κι είναι χρόνων βαρκάρης, μαζί με τον άλλο βαρκάρη, οδηγούν τη βάρκα προς την Κλείσοβα.
Να, κοντεύουν. Παίρνουν θάρρος. Λίγο ακόμη και φτάνουν…
Δεν προφταίνουν όμως. Μια εχθρική μπάλα, λίγα μέτρα έξω απ’ το νησί, χτυπάει τη βάρκα και το μικρό βαρκάρη, το Σωτήρη, και τον πετάει κομματιασμένο στα νερά της θάλασσας.
Γι’ αυτό το παιδί, το Σωτήρη Γαλλιώτο, θα γράψει αργότερα στ’ Απομνημονεύματά του ο στρατηγός Νικόλαος Κασομούλης, από το Πισοδέρι της Φλώρινας, ένας από τους σπουδαιότερους αγωνιστές του 21 και από τους πιστότερους στην αλήθεια ιστορικούς της εποχής εκείνης:
«Εκεί εφονεύθη και το παιδί το αθάνατο».

Και αν ο Σωτήρης Γαλλιώτος κέρδισε τον τιμητικότατο τίτλο «Το παιδί το αθάνατο», υπάρχει κι η ιστορία ενός πολύ μικρότερου Μεσολογγίτη ήρωα, που…

Σε μια επίσκεψή του στο Μεσολόγγι, ο Γάλλος φιλέλληνας Ζορζ Μανζάρ είδε ένα επτάχρονο. Του έκανε εντύπωση η ιστορία του. Στη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου, το αγόρι αυτό ήταν μόνο δυόμισι χρονών. Στεκόταν κοντά στον πατέρα του, που είχε την ευθύνη ενός κανονιού στους προμαχώνες. Ο γονιός του γέμιζε το κανόνι και σ’ ένα νεύμα ο μικρός, που κρατούσε αναμμένο φιτίλι, πλησίαζε το μπαρούτι και γινόταν η έκρηξη, που σκόρπιζε την καταστροφή και το θάνατο στους εχθρούς. Κάρφωνε τα μάτια του στον πατέρα του, πάντα έτοιμο να δράσει. Όταν αυτός σκοτώθηκε, ο μικρός δεν το κατάλαβε και περίμενε ανυπόμονα. Αναγκάστηκαν οι άλλοι μαχητές να το αποσπάσουν με το ζόρι απ’ το κανόνι, που δεν ήθελε να το εγκαταλείψει.
Στην Πάτρα το εξέτασαν. Περίμεναν να έχει κουφαθεί. Είκοσι κανόνια βροντούσαν και ήταν τρομερό. Όμως… δεν είχε πάθει τίποτα και θυμόταν πολύ καλά τα γεγονότα, καταλαβαίνετε…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21 Μαρτίου 2013, αρ. φύλλου 684

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.