24/2/15

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΥ: Σχόλιο στην έκθεση «Χάρτινες εικόνες του Αγίου Όρους» από τη συλλογή της αγιορείτικης πινακοθήκης


ΟΔΟΣ 23.10.2014 | 761


49α Δημήτρια Θεσσαλονίκης 
Casa Bianca, 9 Οκτωβρίου-15 Νοεμβρίου 2014


Η σύγχρονη αγιορείτικη δημιουργικότητα στον Πολιτισμό εκδηλώνεται, τα τελευταία χρόνια, με τον δυναμικότερο και εναργέστερο τρόπο στις σημαντικές συλλεκτικές και τεκμηριωτικές–εκδοτικές δράσεις της Σιμωνόπετρας. Είτε ως αγιορείτικη φωτοθήκη, είτε ως αγιορείτικη βιβλιοθήκη, είτε ως αγιορείτικη χαρτοθήκη, είτε ως αγιορείτικη πινακοθήκη, αλλά και ως αγιορείτικη βοτανοθήκη, αγιορείτικη ηχοθήκη, αγιορείτικη προσωπογραφία, αγιορείτικη ταινιοθήκη και άγιοι του Άθω, φωτισμένοι μοναχοί αφανείς αλλά εμπνευσμένοι, υπομονετικοί και εντατικοί πνευματικοί μοχλευτές, ανάμεσά τους ο π. Ιουστίνος Σιμωνοπετρίτης, προσφέρουν σπουδαία έργα, μοναδικής έμπνευσης και εμβέλειας, με συνεργάτες που, ο καθένας από τη σκοπιά του, συμβάλλουν με γνώση, εμπειρογνωμοσύνη και αγάπη.

Εδώ, έχουμε τώρα τις «Χάρτινες εικόνες του Αγίου Όρους» της συλλογής της αγιορείτικης πινακοθήκης, όπως τις καθορίζει ο αξέχαστος Γιώργος Γκολομπίας ως τις ...στάμπες, δηλαδή «τά θρησκευτικά χαρακτικά πού δίνονταν ἀπό τά ὀρθόδοξα μοναστήρια καί ἀπό ἄλλα ἱερά καθιδρύματα στούς προσκυνητές ὡς «εὐλογία», [...] ἀποτελοῦν μία ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα πτυχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰκονογραφίας τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας [...] αὐτόνομα (μή ἐνταγμένα σε βιβλία) ἔργα, πού στήν πλειονότητά τους μετά τόν 18ο αἰώνα εἶναι χαλκογραφίες» και αποτελούν, όπως συμπληρώνει η Φανή Μαρία Τσιγκάκου, «μία κατηγορία χαρακτικῶν θρησκευτικοῦ προσανατολισμοῦ καί συγκεκριμένου ὁρίζοντα ὑποδοχῆς. Μολονότι συγγενεύουν, τυπολογικά, μέ τις τοπιογραφίες, ἡ λειτουργία τους ὑπερβαίνει τίς διαστάσεις τῆς συγκεκριμένης εἰκαστικῆς δημιουργίας».

Από τη σκοπιά λοιπόν του χαρτογράφου, που κι’ αυτός με «χάρτινους καθρέφτες της γης» έχει να κάνει, δεν μπορώ να μείνω ασυγκίνητος από το θέμα και το περιεχόμενο του τωρινού έργου. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν, πριν δώδεκα χρόνια, η Σιμωνόπετρα είχε και τότε μοχλεύσει, δια της αγιορείτικης χαρτοθήκης, το έργο «Όρους Άθω γης και θαλάσσης περίμετρον, Χαρτών μεταμορφώσεις» (1) , μερικά συναφές και με ενδιαφέρον εφαπτόμενο του έργου των «Χάρτινων εικόνων».

Ιδιαίτερη λοιπόν η σχέση του χαρτογραφικού εκείνου έργου με το Α’ μέρος των «Χάρτινων εικόνων», το «Τόπος και μνημεία», με τις εικόνες των γενικών απόψεων του Αγίου Όρους, των είκοσι μονών και σκητών του, αλλά και των άλλων πολλών μονών, προσκυνημάτων και απόψεων πόλεων δεκατεσσάρων τοποθεσιών, από την Αγία Πετρούπολη στο Σινά και από τις Στροφάδες στην Τραπεζούντα, που αξίζει να απεικονιστούν σε χάρτη, ως χωρικοί μάρτυρες της προέλευσης του πλούτου των «Χάρτινων εικόνων».

Οι «Χάρτινες εικόνες» του 17ου και 18ου αιώνα της τωρινής συλλογής είναι στάμπες, κυρίως χαλκογραφίες, μιας τεχνικής που έλκει την καταγωγή της από τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, μάλλον από τη Γερμανία και αμέσως μετά την Ιταλία, πολύ λίγο πριν την εμφάνιση και διάδοση της τυπογραφίας από τις Παραρηνάνιες περιοχές. Γρήγορα η τεχνική αυτή κυριαρχεί στη Δύση και για την παραγωγή χαρτών και χάρτινων εικόνων για να φτάσει να γίνει στα καθ’ υμάς «μία ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα πτυχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰκονογραφίας τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας».

Γιατί όμως αυτή η συνάφεια και ποιό το αντικειμενικό στοιχείο ενδιαφέροντος στη σχέση των χαρτών με τις στάμπες των τόπων και μνημείων; (αν αυτές, προς στιγμή, δεν τις δούμε ως «θρησκευτικοῦ προσανατολισμοῦ καί συγκεκριμένου ὁρίζοντα ὑποδοχῆς», αλλά αυστηρά ως αποτελέσματα απεικονιστικής τεχνογνωσίας). Γιατί είναι, και οι δύο περιπτώσεις, απεικονίσεις του γεωγραφικού χώρου, με ό,τι φυσικό και τεχνικό-ανθρωπογενές χαρακτηριστικό τοποθετείται σ’ αυτόν τον χώρο.

Οι τεχνικές των απεικονίσεων του γεωγραφικού χώρου, έτσι όπως εξελίχθηκαν ιστορικά, κυρίως από τον 15ο αιώνα και ύστερα, διακρίνονται κυρίως σε τρία είδη: σε εκείνες που προκύπτουν από μια, λέγοντάς το απλά, «κατακόρυφη ματιά», σε εκείνες μιας «οριζόντιας ματιάς» και σε εκείνες της «λοξής ή πλάγιας ματιάς». Και οι τρεις συνυπάρχουν στον εμπλουτισμό του παγκόσμιου απεικονιστικού αποθέματος της χαρτογραφικής και τοπιογραφικής τέχνης και κληρονομιάς. Από τα τρία είδη, τα δύο τελευταία προσομοιάζουν σε τρισδιάστατη απεικόνιση και το πρώτο (οι γνωστοί μας χάρτες) σε διδιάστατη «κατακόρυφης ματιάς», αν και στην πραγματικότητα και τα τρία είναι επίπεδες απεικονίσεις, στο χαρτί!

Οι «Χάρτινες εικόνες» των τόπων, κυρίως τα δίκορφα και οι απεικονίσεις κτηρίων της «Αγιορείτικης πινακοθήκης» συγγενεύουν με τις τοπιογραφίες στην οικογένεια των απεικονίσεων «οριζόντιας ματιάς». Δίνουν την αίσθηση της προοπτικής τρίτης διάστασης (2), ακόμη και ως εμπειρικά προοπτικά σχέδια. Μοιάζουν με κάτι που θα έβλεπε ή είδε ο επισκέπτης, από τη θάλασσα ή/και τη στεριά, αποτυπώνοντάς το στη μνήμη του ως μνημονική εικόνα και τώρα χάρις στις «Χάρτινες εικόνες» το έχει μαζί του ως υλική απεικόνιση, με όλα τα αισθητικά και ηθικά συμφραζόμενα που προσφέρει η δύναμη της εικόνας.

Τα αγιορειτικά δίκορφα, από μόνα τους, ως ιδιαίτερη κατηγορία της λεγόμενης «Ιερής χαρτογραφίας» (3), αποτελούν μια εξαιρετικά ιδιαίτερη κατηγορία απεικονίσεων κυρίως «οριζόντιας ματιάς». Οι δύο όψεις του Άθω και των φυσικών και ανθρωπογενών προσαρτημάτων του, όπως η «οριζόντια ματιά» της φυσικής όρασης, ή της όρασης του νου, απεικονίζει από τη θάλασσα, αναπτύσσονται στην ίδια όψη και συναντώνται κατοπτρικά ως συνέχεια στον χώρο. Πρόκειται για μια μοναδική απεικονιστική επινόηση την οποία με συγκίνηση εντόπισα (4), ως σπανιότητα, να αναπαράγει με τον δικό του τρόπο και ο Ρήγας Βελεστινλής στην «Χάρτα της Ελλάδος» του, στο άκρο της πεπλατυσμένης απεικόνισης της χερσονήσου του Αγίου Όρους.

Μερικές φορές, τα απεικονιζόμενα τοπιογραφικά, τα δίκορφα ή τα κτήρια των μονών και σκητών αποτελούν μνημονικά αισθητικά δημιουργήματα, δεν είναι ακριβείς (ή έστω κατά προσέγγιση) εικονογραφικές αναπαραστάσεις. Αυτό δεν έχει καμιά σημασία στη προσέγγισή τους, ακόμα και σε μια αυστηρή απεικονιστική θεώρηση, χαρτογραφικού τύπου, που θα επιχειρούσε κανείς εντάσσοντας τις εικόνες αυτές στις τεχνικές απεικονίσεις διότι, όπως εύστοχα σημειώνει η Φανή Μαρία Τσιγκάκου, «...οἱ παραστάσεις τους ὑπαινίσσονται μία πραγματικότητα πού ὑπερβαίνει την εἰκαστική της ἀναπαράσταση, ἐπιτρέποντας, ὡστόσο, στόν θρησκευόμενο ἀποδέκτη νά συμμετέχει ἐνεργά. Διότι, γιά τόν πιστό, οἱ θρησκευτικές ἀναφορές πού συνάγονται εἶναι περισσότερες ἀπό αὐτές πού ἀπεικονίζονται».

Άλλωστε, σε αυτά τα συμφραζόμενα αθροίζονται και τα γοητευτικά αισθητικά συμπληρώματα, στις απεικονίσεις των τοπιογραφικών–δίκορφων και των μνημειακών–μονών και σκητών των «Χάρτινων εικόνων», όπως είναι οι ουρανοί, τα σύννεφα, ο ήλιος και η σελήνη, που διακοσμούν, συμπληρώνοντας την αισθητική υποβολή, αλλά και η θάλασσα, οι βάρκες και τα καράβια, που πλέουν τριγύρω ωσάν να θέλουν να υπενθυμίσουν τη «Νήσο» Άγιον Όρος, των πορτολάνων ναυτικών χαρτών της Αναγέννησης και των τόπων ή ουτοπιών της ψυχής μας.



1. Ε. Λιβιεράτος (επιμ.), Όρους Άθω γης και θαλάσσης περίμετρον, Χαρτών μεταμορφώσεις, Εθνική χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 414, σε συνεργασία με την αγιορείτικη χαρτοθήκη.
2. Βλ. το κείμενο της Χρ. Μπούτουρα, 2002, «Όρους ανάγλυφα και σκιάσεις», σελ. 255-284, στον τόμο: Ε. Λιβιεράτος (επιμ.) Όρους Άθω γης και θαλάσσης περίμετρον, Χαρτών μεταμορφώσεις, ό.π.
3. Βλ. το κείμενο του Γ. Τόλια, 2002, «Αθωνική ιερή χαρτογραφία. Οι απαρχές», σελ. 145-179, στον τόμο: Ε. Λιβιεράτος (επιμ.) Όρους Άθω γης και θαλάσσης περίμετρον, Χαρτών μεταμορφώσεις, ό.π.
4. Βλ. στο κείμενο του Ε. Λιβιεράτου, 2002, «Άθω περιμέτρου μεταμορφώσεις», σελ. 17-141, το κεφάλαιο «Άθως και Χάρτα του Ρήγα», σελ. 84-93, ιδιαίτερα τη σελ. 91, στον τόμο: Ε. Λιβιεράτος (επιμ.) Όρους Άθω γης και θαλάσσης περίμετρον, Χαρτών μεταμορφώσεις, ό.π.


Το παραπάνω κείμενο το οποίο επιμελήθηκε ο κ. Νώντας Τσίγκας, εκφωνήθηκε από τον κ. Λιβιεράτο στα εγκαίνια της έκθεσης (9.10.2014). Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 23 Οκτωβρίου 2014, αρ. φύλλου 761

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.