6/2/15

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Χωρίς καλό τέλος


ΟΔΟΣ 30.10.2014 | 762

για το «κοινωνικό και μαύρο» αφήγημα 

της Χρυσούλας Πατρώνου –Παπατέρπου



[…] Ο λογοτέχνης δεν πρέπει να είναι ο δικαστής των προσώπων του και αυτών που λένε, αλλά μόνο ο αμερόληπτος μάρτυρας […]
Αντόν Τσέχωφ (προς Α. Σουβόριν, 1888)



Η Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου δεν χρειάζεται συστάσεις. Αποτελεί διακριτό πια στοιχείο στον πολιτιστικό ορίζοντα της καστοριανής πολιτείας. Άοκνη, αθόρυβη, χαμηλών τόνων, μελετηρή και με ικανό πνευματικό διαμέτρημα, εκτός από την θητεία της στην μετάφραση ευρωπαϊκής ποίησης, τον καίριο δημόσιο λόγο και την κοινωνική της δράση, θητεύει από καιρό τώρα και στο «διήγημα μικρής φόρμας». Το βιβλίο της, που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Κοράλλι» στην Αθήνα, περιλαμβάνει εικοσιέξη σύντομα διηγήματα από τα οποία τα δεκατέσσερα έχουν πρωτοδημοσιευθεί στο -κατά μείζονα λόγο …πολιτιστικό- έντυπο της πόλης, την εφημερίδα «ΟΔΟΣ» του Παν. Μπαϊρακτάρη μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια.

Όλα διηγήματα της ΧΠΠ αντλούν τη θεματολογία τους από της ζωή μιας επαρχιακής πόλης- της Καστοριάς εν προκειμένω, άσχετα αν η πόλη ποτέ δεν αναφέρεται με τ’ όνομά της- και με χρονικό πλαίσιο, όπου οι ιστορίες λαβαίνουν χώρα, αυτό των δεκαετιών μεταξύ ’50 και ‘80. Τα διηγήματά της τα χαρακτηρίζει καθαρό βλέμμα, σαφήνεια στόχων και νοήματος, ειλικρίνεια και τιμιότητα. Χωρίς λογοτεχνίζοντα ή εξεζητημένο λόγο η ΧΠΠ αποφασίζει να μιλήσει για πράγματα για τα οποία συνήθως δεν μιλάμε. Συχνά μιλά γι’ αυτά με κάποιο σαρκασμό ή με πικρό υπομειδίαμα, και σχεδόν ποτέ με τρόπο μελοδραματικό.

Η ΧΠΠ αναδεύει το βούρκο της κοινωνίας ή τον θολό βυθό της λίμνης, παραμερίζει τις πυκνές καλαμιές και τις πρασινάδες της, ή τις δεμένες βάρκες στο ακρολίμνι κι ανασύρει πτώματα που βάζουν τον επίλογο πριν την τελευταία τελεία στα διηγήματά της. Μας αφήνει άφωνους με αδιανόητα φονικά που διαπράττονται μέσα σε σπίτια και στην ύπαιθρο. Αλλά οι νεκροί αδικαίωτοι και δικαστής δεν υπάρχει… Αφήνει να γίνουν διακριτά μέσα από το τοπίο της ομίχλης μορφές που βασανίζονται, από παλιές αμαρτίες, πόθους, έρωτες, όνειρα. Όλα σφραγισμένα με το μελάνι της ματαίωσης. Βάζει στο κάδρο της ζωής τις μορφές ταπεινών και καταφρονεμένων ανθρώπων που εύκολα χάθηκαν κι άλλο τόσο εύκολα λησμονήθηκαν. Μέσα από το σκοτάδι της επαρχίας ανασύρεται η μνήμη αυτών των σιωπηλών όντων που υπέστησαν μαρτύρια ή ξεδίψασαν με το φαρμάκι ενός σκληρού αιώνα.

Η καθηλωμένη ζωή της επαρχίας, τα ήθη της εποχής, ο θάνατος σαν λύτρωση, ο θάνατος σαν τιμωρία, ο θάνατος σαν απαραβίαστη μοίρα, η αμαρτία, τα ερεβώδη πάθη (λαγνεία, αιμομιξίες, παιδεραστία, βιασμοί κλπ), οι απελπισμένες, οι έγκλειστες ζωές μοναχικών ανθρώπων, αναπνέουν μέσα στα τα κείμενα της ΧΠΠ. Μέσα σ’ ένα τοπίο φτώχειας, πολέμων, προσφυγιάς, μετακινήσεων, μετανάστευσης, εμφυλίων σπαραγμών και τρόμου η ΧΠΠ στήνει την παλέτα της και ολοκληρώνει πορτρέτα ανθρώπων που στα πρόσωπά τους είναι ανεξίτηλα χαραγμένη με επιτυχία η κάθε εποχή. ποτέ όμως αυτή σαν δρόσος ή δωρεά αλλά πάντοτε αφημένη σαν χαριστική βολή ανάμεσα στα μάτια.

Γι’ αυτό τολμώ να χρησιμοποιήσω για τη συλλογή της τον τίτλο καστοριανό «κοινωνικό και μαύρο αφήγημα» (δανεισμένο από τον αείμνηστο Θωμά Γκόρπα) και «μνήμη ματαιώσεων» καθώς αποτελούν μια πρώτης τάξεως μελέτη πάνω στον «ρουν της ιστορίας» που αλέθει ζωές στις μυλόπετρες, στις κοινωνικές συμβάσεις που ματώνουν σιωπηλά μα βαθειά τις ψυχές, και πάνω στα κρατούντα ήθη που δένουν τους ανθρώπους χειροπόδαρα.

Τα διηγήματα ευσύνοπτα και με σχεδόν παντελή έλλειψη ζωντανών διαλόγων. Κάποιος (η συγγραφέας μάλλον) αφηγείται τις ιστορίες σε τρίτο -σπάνια σε πρώτο- πρόσωπο. Σαν να μας διηγείται ένα παραμύθι. Πολλές φορές διαβάζοντάς τα έφερνα ασυναίσθητα στο νου μου τη γιαγιά μου καθώς μου απάγγελε τον τρομερό λαϊκό μύθο που έχει σαν επίλογο και σαν παραδειγματική τιμωρία και κάθαρση, τον τραγικό θάνατο ανάμεσα στις μυλόπετρες ενός αλευρόμυλου, της φόνισσας-συζύγου που έβαλε τον ανύποπτο άντρα της να φάει τηγανισμένη την καρδιά του σφαγμένου από εκείνην παιδιού του («Άλεθε μύλε μ’ άλεθε της στρίγγλας το τομάρι…»). Ήθελα να φύγω από κοντά της κάθε φορά γιατί έφριττα, αλλά ταυτόχρονα ελκόμουν από το ρυθμό της απαγγελίας και το δέος που μου προκαλούσαν αυτά με το μαύρο τους περιεχόμενο. [Κι ύστερα που να πήγαινα; Έξω χιονιάς βαρύς και κρύο αδυσώπητο -«καρδία του χειμώνος» που λέει κι ο γέροντας της Σκιάθου].

Αυτό λοιπόν το ίδιο συναίσθημα δοκίμαζα, καθώς διάβαζα τα διηγήματα της ΧΠΠ. Ήθελα να κλείσω το βιβλίο από τη συσσωρευμένη φρίκη και τον αποτροπιασμό που ένιωθα με τις ιστορίες όμως έμενα. Και τότε αντιλήφθηκα πως κι εκείνη πια σφράγιζε με τον προσωπικό της τρόπο, μεταφέροντας σε πεζό λόγο κι όχι σε έμμετρο στιχούργημα, τη μαυρίλα μιας εποχής κι ενός τόπου και την μοίρα των ανθρώπων που δέθηκαν μαζί τους (με τόπο κι εποχή). Αυτά σαν φίλη ή σαν μητέρα ή σαν γιαγιά θέλησε να μας διηγηθεί η ΧΠΠ χωρίς ζαχαρωμένες, περίτεχνες ή ποιητικές φράσεις ικανές να γλυκάνουν την ψυχή και να την αποκοιμίσουν. Μα με λέξεις καθημερινές, οικείες, λέξεις μαχαίρια και λέξεις μαστίγια και λέξεις φωτιές που ύπουλα καίνε, πονούν, ματώνουν, συνταράσσουν κι αναστατώνουν.

Στο «Καινούργιο φόρεμα» η μικρή εγγονή Μαρούλα αδυνατεί να συνειδητοποιήσει το θάνατο της γιαγιάς -που δεν αξιώνεται ν’ αντικρίσει το γυιό της να επιστρέφει από την αιχμαλωσία- και προβάρει το καινούργιο της φόρεμα μπροστά στο σιωπηλό φέρετρο. Απορεί και λυπάται που κανείς δεν την προσέχει. Στα συγκλονιστικά «Κυδώνια» τα καρφωμένα στα αιχμηρά κιγκλιδώματα κάποιου σπιτιού κεφάλια από «συμμορίτισες» αντικαθιστούν την παιδική ζαβολιά και έφεση να καρφώνουν εκεί τα προς βρώσιν κλεμμένα κυδώνια. Η φρίκη του πολέμου με αποστομωτικό τρόπο. Στα «Πλατάνια» η παραίνεση της μάνας προς τη μικρή Γιώτα «Προσουχή μουρή» δεν είναι αρκετή ώστε ν’ ακουστεί κι από τον οδηγό ενός διερχόμενου τεθωρακισμένου. Η «κυρα-Λαμπρινή», από τα κορυφαία διηγήματα της συλλογής, με τρόπο σχεδόν κρυπτογραφικό μας αποκαλύπτει μια φρικτή αιμομιξία που αιτιολογεί την πατροκτονία. «Το κουφάδι», που ονοματοδότησε και τη συλλογή, είναι μια απόλυτα σπαρακτική κραυγή για λογαριασμό μιας κωφάλαλης ορφανής ψυχοκόρης που βιάζεται και δολοφονείται. «Ο λιποτάκτης» πραγματεύεται την ασφυξία της θητείας και την σιωπηλή διαδικασία που λαβαίνει χώρα μέχρι την τελική απόφαση της αυτοχειρίας. Που είναι βέβαια κάποτε κι αυτή μια φυγή («Μα την αλήθεια, θα τα παρατήσω όλα και θα πάρω των ομματιών μου μακριά από δω!»)

Στην «Αφροδίτη των αβγών», η κακομοίρα η Άφρω κατρακυλά στην πορνεία για να τα φέρει βόλτα και γίνεται αυτό επισήμως κατανοητό και με κραυγαλέο τρόπο (κοινώς «βούκινο») στους γείτονες χάρη σ’ ένα φαντάρο που προσέρχεται φρουμάζοντας εκτός ωραρίου λειτουργίας του …«σπιτιού». Η «Αποβολή» είναι μια ιστορία πάνω στο bullying (σχολικό εκφοβισμό-διαπόμπευση της διαφορετικότητας). Ο αψύς Γιώργος υπερασπίζεται με προσωπικό κόστος τον ντελικάτο Δημήτρη που υφίσταται την σεξουαλική επίθεση ενός παιδεραστή Φιλολόγου του σχολείου. Οι «Μηχανορραφίες» είναι ένα δηκτικό σχόλιο απέναντι σ’ αυτό που θεωρούμε σήμερα «κοινωνική επιτυχία» και «καταξίωση». Η αναρρίχηση ανάμεσα στους κραταιούς του χρήματος, ενός καθ’ εαυτού «σκράπα» που θεωρεί σ’ όλη του τη ζωή πως οι μηχανορραφίες των βυζαντινών είχαν να κάνουν με …ραπτομηχανές! Στο ευφρόσυνο διήγημα «Μπέλλα», η νεοφερμένη γειτονοπούλα Μπέλλα αποδεικνύεται πως στην πραγματικότητα ήταν απλώς Σταμάτω…

Στην «Προεκλογική συγκέντρωση», που μου θύμισε κάποιο διήγημα από την «Περυσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζ. Ζατέλη (μόνο που ο κουρέας γίνεται εδώ γαλατάς), η σεξουαλική παρενόχληση σε παιδιά μοιάζει να έχει κάτι από την αθωότητα κάποιου παιχνιδιού. Το «Δυο κόκκινα μπαλόνια» πραγματεύεται τη δραματική απόληξη που λαβαίνει η πρωτοβουλία ενός παιδιού να κάνει δώρο στην μάνα του δυο μπαλόνια. Οι ενοχές κι ο πόνος της μάνας θα φουσκώνουν τα επόμενα χρόνια κάθε μέρα δυο καινούργια κόκκινα μπαλόνια που θα αποτίθενται σαν κτερίσματα πάνω στο μνήμα του αδικοχαμένου παιδιού. «Η γραφομηχανή» της κομψής μεγαλοκοπέλας που εργάζεται ως δακτυλογράφος μοιάζει να έχει αποκτήσει δικαιώματα «πλησιέστερου εν ζωή συγγενούς» για κείνην. Μετά την συνταξιοδότησή της τα χρήματα που απόκτησε χάρη σ’ αυτήν την γραφομηχανή, που δεν μπορεί πια να αποχωριστεί, σωρευμένα και χωρίς καμιά πλέον αξία βρίσκονται πεταμένα εδώ κι εκεί στο πάτωμα.

Ο «Πίτ και Πολ», ένας ύμνος στην ανθρώπινη αγάπη που απευθύνεται σε δυο άχαρα πετεινά του ουρανού (δυο κάργιες) και την οποία η παροιμιώδης παιδική σκληρότητα θα αντιπαρέλθει με αποστομωτικό τρόπο. Οι «Πλαστικές σακούλες» της δεσποινίδος Αθηνούλας που αποκαλύπτουν με δραματικό τρόπο το πάθος της για αποταμίευση και καλά στερνά. Στις «Πουτάνες» ο Φαρισαίος και υποκριτής θείος αρρωσταίνει από σύφιλη ενώ σ’ όλη του τη ζωή βλαστημάει τις κακόμοιρες θεραπαινίδες του έρωτα (με τις οποίες όπως φάνηκε δεν ήταν καθόλου άσχετος). Στην «Κερασιά», το ομώνυμο δέντρο της κυρά Αλτίνας, παύει να ανθίζει και να καρποφορεί όταν πια νιώθει πως δεν βρίσκεται στο σωστό μέρος. Η «Διάσωση» αποτελεί ένα πικρό χιουμοριστικό σχολιασμό των ανύπαρκτων οικογενειακών δεσμών που δομούνται πάνω σε ένα διαρκές ψεύδος.

Θα αποτελούσε ασέβεια και οικτρή παράλειψη να μην αναφερθούμε και στην σπουδαία εικονογράφηση του βιβλίου της ΧΠΠ από τον Κώστα Λάκη*, την εξαιρετική αυτή περίπτωση …«εικαστικού όντος»- δώρο στην πόλη της Καστοριάς που μας προέκυψε εξ ουρανού. Το εξώφυλλο κοσμεί έγχρωμο πορτρέτο: Μια καρικατούρα της γυναίκας που δακρύζει στα βουβά με δεμένα στόμα κι αυτιά (η κωφάλαλη-«το κουφάδι»). Προμετωπίδα κάθε διηγήματος αποτελεί το σχετικό επανασχεδιασμένο πορτρέτο σε άσπρο-μαύρο ειδικά για τις ανάγκες -ή τις δυσκολίες…- της έκδοσης. Όλα τα σχέδια συναρμόζουν στο πνεύμα της γραφής και των κειμένων κι εξυπηρετούν την οπτικοποίηση του μύθου, συμβάλλοντας βέβαια στην εικαστική αρτιότητα του εκδοτικού αποτελέσματος. Παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις για τις επιλογές του εκδότη (τα σχέδια μοιάζει να «μπουκώνουν» και να ασαφοποιούνται, είναι μικρά και δεν κολακεύονται από τη εκτύπωση) το αποτέλεσμα κρίνεται συνολικά ως εξαίρετο.

Καλωσορίζω το έργο της ΧΠΠ με την ωραία αποστροφή του Μάριο Βάργκας Λιόσα: «H μυθοπλασία δεν είναι η ζωή που ζούμε, αλλά μια άλλη ζωή, φαντασιωμένη με τα υλικά που μας παρέχει η πρώτη, και χωρίς την οποία ή αληθινή ζωή θα ήταν πιο αποκρουστική και φτωχή απ’ όσο είναι».
Και εις άλλα Χρύσα!



* * *



ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ

Το κουφάδι - και άλλα διηγήματα

Εκδόσεις Κοράλλι (Πατησίων & Πολυτεχνείου 1, 10433 Αθήνα, τηλ. 2105200077, 2108547723) koralli.com.gr Αθήνα 2014, σελ. 96, ISBN: 978-960-9542-22-7. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου θα διατεθούν αποκλειστικά για τους σκοπούς και το έργο της Εταιρείας Προστασίας Ατόμων με Αυτισμό Ν. Καστοριάς.


Η παρουσίαση του βιβλίου της κ. Χρυσούλας Πατρώνου-Παπατέρπου, θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς το Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 30 Οκτωβρίου 2014, αρ. φύλλου 762.



Σχετικά κείμενα:

5 σχόλια:

  1. Κολλητήρι6/2/15

    Μπράβο, Νώντα! Έγραψες πάλι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Λ. Π.6/2/15

    Από τις καλύτερες βιβλιοκριτικές που έχω διαβάσει.
    Εφάμιλλη του βιβλίου της κ. Χρυσούλας Πατρώνου-Παπατέρπου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος6/2/15

    "Αυτό λοιπόν το ίδιο συναίσθημα δοκίμαζα, καθώς διάβαζα τα διηγήματα της ΧΠΠ. Ήθελα να κλείσω το βιβλίο από τη συσσωρευμένη φρίκη και τον αποτροπιασμό που ένιωθα με τις ιστορίες όμως έμενα. Και τότε αντιλήφθηκα πως κι εκείνη πια σφράγιζε με τον προσωπικό της τρόπο, μεταφέροντας σε πεζό λόγο κι όχι σε έμμετρο στιχούργημα, τη μαυρίλα μιας εποχής κι ενός τόπου και την μοίρα των ανθρώπων που δέθηκαν μαζί τους (με τόπο κι εποχή). Αυτά σαν φίλη ή σαν μητέρα ή σαν γιαγιά θέλησε να μας διηγηθεί η ΧΠΠ χωρίς ζαχαρωμένες, περίτεχνες ή ποιητικές φράσεις ικανές να γλυκάνουν την ψυχή και να την αποκοιμίσουν. Μα με λέξεις καθημερινές, οικείες, λέξεις μαχαίρια και λέξεις μαστίγια και λέξεις φωτιές που ύπουλα καίνε, πονούν, ματώνουν, συνταράσσουν κι αναστατώνουν."

    Ακριβώς το ίδιο νιώθω κι εγώ στα περισσότερα διηγήματα της κυρίας Χρυσούλας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μια φωνή απ' το υπερπέραν6/2/15

    Τη Χρυσούλα και τα μάτια σας !!!
    Ακούτε βρε ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος7/2/15

    Τα συγχαρητήριά μου στην κυρία Πατρώνου. Και ως συγγραφέα και ως συμπ-πολίτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.