23/5/16

Μαρτυρίες

«Ιστορίες προσφύγων», Καστοριά 26.11.2015




ΓΙΑΝΝΗ ΑΜΑΡΑΝΤΙΔΗ

Γενοκτονία και εθνοκάθαρση της μνήμης

Σοφία του Μάραντη Χωρίον Λαραχανή του νομού Τραπεζούντας



Στον μαχαλά του Αγιάννη της Λαραχανής του νομού Τραπεζούντας, ζούσε η Σοφία, 19 χρονών το 1923. Το χωριό μου είναι πάνω στον αρχαίο δρόμο από Τραπεζούντα για Αργυρούπολη – Ερζερούμ – Περσία.

Από τον μαχαλά μου βλέπω τα καραβάνια των ανθρώπων που ξεριζώνονται από τις περιοχές Αργυρούπολη, Κρύμνη, Ίμερα, Μούζενα, να περπατούν σαν τα ράκη, μέρα – νύχτα.
Είναι 15 Αυγούστου του 1923, οι καμπάνες των δύο εκκλησιών μας χτυπούν, όλοι στον μαχαλά είμαστε ξύπνιοι, έτοιμοι για τον δρόμο για την Σουμελά που είναι στο δικό μας βουνό, τον Κώχολο (από όπου οι μύριοι του Ξενοφώντα είπαν το «θάλαττα – θάλαττα»).

Οι καμπάνες όμως χτυπούν πένθιμα λες και έγινε σεισμός, μετά χτυπούν δυνατά σαν σε προσκλητήριο. Ο τρόμος φωλιάζει στις ψυχές μας, ο πατέρας μου, Γιώργος τρέχει στο κέντρο του χωριού, 700 μέτρα από τον μαχαλά μας. Περνά η ώρα και ο πατέρας μου αργεί. Ο μεγάλος αδερφός, Ιωάννης, στην Κωνσταντινούπολη, άγνωστη η τύχη του, είναι μόνο η νύφη με τα τρία παιδιά, ο Χαράλαμπος στην εξορία, στο Ερζερούμ, το Νταχάου των Ποντίων, μόνο η γυναίκα του και τα τρία παιδιά του είναι εδώ. Ο μικρός, ο Λαμπριανός, στα αντάρτικα, άγνωστη και αυτουνού η τύχη, η μεγαλύτερη αδερφή είναι παντρεμένη σε άλλο σπίτι, η μάνα μου η Ανατολή, η γιαγιά, ο παππούς είμαστε σύνολο 14 ψυχές και λείπουν τα τρία αδέρφια. Να ο πατέρας έρχεται με σκυμμένο το κεφάλι. Τα νέα είναι άσχημα, σε μια εβδομάδα πρέπει να φύγουμε από το χωριό για Τραπεζούντα.

Μια εβδομάδα παθών, όπως του Χριστού. Τα αδέρφια μας πού να είναι; Το σπίτι μας πού θα το αφήσουμε; Τα ζωντανά; Το χωριό μου; Την Παναγία μας; Την πατρίδα; Όλα αυτά τα χώματα είναι γεμάτα με κόκκαλα ηρώων και αδερφών. Τα αφήσαμε και ομάδες – ομάδες φεύγομε. Τα ζώα τα διώξαμε στα βουνά και εμείς ξεριζωμένοι για τον δρόμο της προσφυγιάς. Δεν είμαστε μόνο πρόσφυγες, είμαστε ξεριζωμένοι.

Στον δρόμο από το χωριό ως την Τραπεζούντα χιλιάδες νεκροί, είναι αυτοί που ήρθαν από το Καρς, το Ερζερούμ, οι εξόριστοι. Ο αδερφός μου όμως δεν ήρθε και εμείς φεύγομε.
Στην Τραπεζούντα τα σπίτια των πολιτιανών που έφυγαν νωρίτερα είναι γεμάτα, γέμισαν με αυτούς που ήρθαν νωρίτερα από εμάς. Τα αρχοντικά τα πήραν οι Τούρκοι. Εμείς πάμε στο λαμπρό λιμάνι της Τραπεζούντας, την Δαφνούντα (το όνομα το πήρε από τον Δαφνοπόταμο που ξεκινά από το χωριό μου).

Εδώ πεθαίνουν ο παππούς Κωστής και η γιαγιά Σοφία. Νεκροί κάθε πρωί δεκάδες, λίγο αργότερα εκατοντάδες, τα πλοία λίγα, άλλα για την Αθήνα για τους πλούσιους, άλλα για την Θεσσαλονίκη, για τους λιγότερο πλούσιους, και άλλα για την Πόλη για τους φτωχούς, όπως εμείς και άλλοι πιο φτωχοί. Δούλευαν για να βγάλουν τα εισιτήριά τους. Εάν δεν έχεις τα εισιτήρια, θα πεθάνεις στο λιμάνι τον χειμώνα που έρχεται. Σε τρεις μήνες η τρέλα της συνθήκης της Λωζάνης πρέπει να πραγματοποιηθεί. Αρχές Σεπτεμβρίου μπαίνομε στο πλοίο, η αδερφή μου έμεινε πίσω με τον άντρα της, την χάνω από τότε.

Μετά από 20 μέρες στο πλοίο είμαστε στη Σελιμιέ, στα παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Αγία Σοφία, στην Πόλη. Ένα μεγάλο πάρκο με κατάληξη το λιμάνι. Εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένοι από όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Εάν κάποιος φύγει δίπλα από τον άλλον χάθηκε. Ήδη έχουν πεθάνει τα τρία από τα έξι ανίψια επάνω στο πλοίο, τα ρίξαμε στην θάλασσα, όπως έκαναν όλοι. Η μάνα είναι βαριά άρρωστη, οι νύφες, βαλαντωμένες, δεν θέλουν να συνεχίσουν. Στους δύο μήνες που φύγαμε πέθαναν όλες και τα παιδιά. Στην Σελιμιέ τα κάρα μεταφέρουν νεκρούς κατά δεκάδες.

Μπαίνομε στο πλοίο για την Ελλάδα, αρχικά για Δεδεγάτση, Αλεξανδρούπολη και μετά στη Θεσσαλονίκη, το Καραμπουρνού. Εκεί φτάσαμε εγώ και ο πατέρας μου, αυτός άρρωστος βαριά και εγώ με κοιλιακό τύφο.

Ο πατέρας μου πεθαίνει λίγο αργότερα στην Καλαμαριά. Προτού τα πρώτα χρόνια βρίσκομαι στην Οινόη Καστοριάς, μόνη χωρίς πατέρα, μάνα, αδέρφια, νύφες, ανίψια, είμαι βαριά άρρωστη, με προσέχει μια χωριανή, η Ελένη. Εκεί αφήνει την ψυχή της, την Άνοιξη του 1924, είχε προλάβει να βάλει στον Ερυθρό Σταυρό, στην αναζήτηση, τα αδέρφια της και την αδερφή της.

Τον χειμώνα του 1924 έρχεται στην Οινόη ο αδερφός της Χαράλαμπος από την εξορία που ήταν στο Ερζερούμ και το Καρς με το τελευταίο πλοίο (όνομα Καβάλα) με τους φυλακισμένους, τους εξόριστους και τα ορφανά.

Δεν πρόλαβε την αδερφή του, την έθαψαν πίσω από το ιερό της εκκλησίας. Η άλλη του αδερφή πεθαίνει στην Σκήτη Κοζάνης. Δεν πρόλαβε να την δει (δεν είχε παιδιά). Ο Χαράλαμπος τους αποχαιρέτισε όλους για την εξορία στις 20 Δεκεμβρίου του 1920. Έκτοτε, όλα τα μέλη της οικογένειάς του δεν βρέθηκαν. Τον Γιάννη τον σκότωσαν έξω από την Τραπεζούντα, ο Λαμπριανός χάθηκε στα αντάρτικα, ο Χαράλαμπος ξαναπαντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Εάν αυτό δεν είναι γενοκτονία τότε τι είναι γενοκτονία; Ο Χαράλαμπος ήταν τυχερός, έχει απογόνους. Υπάρχουν χιλιάδες οικογένειες που χάθηκαν όλα τα μέλη.

Λαφρήν να εν το χώμαν ντο σκεπάζιατς (σκεπάζει).


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Δεκεμβρίου 2015, αρ. φύλλου 817. 
Η φωτογραφία είναι της κ. Αρχοντούλας Διαμαντοπούλου. 

«Ιστορίες προσφύγων» ήταν  το θέμα της εκδήλωσης του συλλόγου Εκπαιδευτικών α/θμιας Εκπαίδευσης Καστοριάς στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς στις 26 Νοεμβρίου στην οποία συμμετείχαν και οι σύλλογοι των  Απολλωνιαδιτών Καστοριάς, της Ευξείνου Λέσχης Καστοριάς, της “Κυζίκου” και της Ευξείνου Λέσχης  Άργους Ορεστικού. 


Σχετικά: 

1 σχόλιο:

  1. Οδαναγνώστης23/5/16

    Κύριε Μπαϊρακτάρη, σας ευχαριστούμε θερμά που αναρτήσατε τα δύο σχετικά με τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικρασίας και του Πόντου ακριβώς τις μέρες όπου θυμόμαστε και τιμούμε την Γενοκτονία των Ποντίων!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.