10.9.13

Κάποτε στην Καστοριά

Η στήλη Κάποτε στην Καστοριά,  έλαβε επιστολή του κ. Καράτζιου ταξιάρχου εα, η οποία απευθύνεται προς τον δήμαρχο Άργους Ορεστικού και αναφέρει τα εξής:
«Στις 21/10/2012 παρέστην, ως προσκεκλημένος, στην εκδήλωση των αποκαλυπτηρίων προτομών μακεδονομάχων, που οργάνωσε, εκ των ενόντων και κατά τρόπον αξιέπαινον και όντως θαυμαστόν, ο σύλλογος «Φίλοι Μουσείου Μακεδ. Αγώνα Ν.Καστοριάς», στον προαύλιον χώρον του Μουσείου (Πλατεία Ντολτσού Καστοριάς), με χορηγούς τους κάτωθι:
Πρώτον, τον ευπατρίδη Δημήτριον Διαμαντίδην που χρηματοδότησε την προτομήν του Μακεδόνα εκπαιδευτικού Αναστασίου Πηχεών. Ο αξέχαστος Πηχεών ήτο βορειοηπειρωτικής καταγωγής (Αχρίδα 1836 – Καστοριά 1913) και ιδρυτής του πρώιμου Μακεδονικού Αγώνα ή Πηχεωνικά. Δάσκαλος από το 1851, υπήρξε σημαντικός συνεργάτης του «Φιλευκπαιδευτικού Συλλόγου Καστοριάς» και συνιδρυτής της «Φιλικής εταιρείας», το έτος 1867, τρία χρόνια πριν από την ίδρυση της Βουλγαρικής εξαρχίας. Κατά το έτος 1878, όταν, επαναστάτησε η περιοχή Κοζάνης, εξελέγη μέλος της προσωρινής Κυβερνήσεως της επαρχίας Ελιμείας και ανέλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση οργανώνοντας ανταρτικά σώματα. Μετά την καταστολή της επανάστασης εγκαταστάθηκε στην Καστοριά, όπου ανέπτυξε μεγάλη εθνική δράση. Συνελήφθη από τους Τούρκους, φυλακίστηκε στο Μοναστήρι (1882) και εκτοπίστηκε στα Φρούρια της Πτολεμαΐδος, στη Λιβύη (1890). Από εκεί απέδρασε και ήλθε στην Αθήνα (Οκτώβριος 1890). Από το 1892 ως το 1908, δίδαξε ως καθηγητής στη Ριζάρειο Σχολή. Μετά την χορήγηση αμνηστίας από την οθωμανική κυβέρνηση επέστρεψε στην Καστοριά.
Δεύτερον, τον Ζήσην Ουζούνην που χρηματοδότησε την προτομή της γιαγιάς του Ευτέρπης. Η Ευτέρπη Ουζούνη υπήρξε πράκτορας Α΄ Τάξεως κατά τον Μακεδονικό Αγώνα (1902-1908). Διακρίνετο για το θάρρος και την γενναιότητα. Ενετάχθη στις τάξεις του Μακεδονικού Αγώνα, συνεργάστηκε με τον Μητροπολίτην Καστοριάς Γερμανόν Καραβαγγέλην και έφερεν εις αισίον πέρας το δύσκολο έργο που της ανατέθηκε, αποσπάσασα σχετικούς επαίνους.Τρίτον, τον αξιότιμον Δήμαρχον Άργους Ορεστικού, κύριον Παναγιώτην Κεπαπτσόγλου, ο οποίος, παρά τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι Δήμοι της Ελλάδας, λόγω της γνωστής οικονομικής κρίσης που μαστίζει την χώρα, κατόρθωσε να εξασφαλίσει, με λίαν επίπονες προσπάθειες, το αναγκαίον χρηματικόν ποσόν για την κατασκευήν και την τοποθέτηση προτομής στον προαύλιον χώρο του Μουσείου, εις μνήμην του εκ Βογατσικού ευπατρίδη συμπατριώτη μας και μεγάλου αγωνιστή υπέρ των εθνικών μας ιδεωδών, τον ανεπανάληπτον και αείμνηστον Ίωνα Δραγούμη (1878-1920), ο οποίος καταχωρήθηκε, πλέον, στις «Χρυσές Δέλτους της Ιστορίας», ως άξιον τέκνον του Ελληνικού Έθνους, για να φωτίζει και καθοδηγεί τις επερχόμενες γενεές στο δρόμο του εθνικού χρέους.

Κύριε Δήμαρχε,
Με την ιδιότητα του Αργίτη και του στενού φίλου του πατρός σας, του αειμνήστου Δημοσθένη, παρακολούθησα μετά της δεούσης προσοχής τον όντως μεστόν και απέριττον λόγον που εκφωνήσατε, την 21/10/2012, στον προαύλιο χώρο της τελετής, από του επισήμου βήματος και σας συγχαίρω εκ βαθέων. Επειδή κατά κανόνα οι πολιτευόμενοι αποφεύγουν να διατυπώνουν δημοσίως ιστορικές αλήθειες, που πράγματι έχουν πολιτικό κόστος, ειλικρινά δεν ανέμεινα να ακούσω από τα χείλη σας αυτήν τούτην την ιστορικήν αλήθεια, γύρω από τα «έργα και ημέραι» του Ίωνα Δραγούμη. Εξεπλάγην όταν ήκουσα να κατονομάζετε ως φυσικόν αυτουργόν της δολοφονίας του Ίωνα Δραγούμη, τον Παύλον Γύπαρην, που, ήτο διοικητής της προσωπικής φρουράς ασφαλείας του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και ηθικόν αυτουργόν τον πρωθυπουργό Έλ. Βενιζέλον. Γιαυτό και μόλις κατήλθατε του βήματος σας συνεχάρην στεντορείως παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστοριάς κ.κ. Σεραφείμ, των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών (νυν και πρώην βουλευτών, νυν και πρώην εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τον πρώην πρόεδρον της Βουλής των Ελλήνων κ. Φίλιππο Πετσάλνικο, κλπ) και πλήθος κόσμου.
Κατά τη διάρκεια της δεξιώσεως, που επακολούθησε, συνομίλησα με πολλούς γνωστούς και μη συμπολίτες. Δύναμαι να σας διαβεβαιώσω ότι όλοι τους εκφράστηκαν επαινετικά για το θάρρος και τις ιστορικές αλήθειες που είπατε. Εντυπωσιάστηκαν σφόδρα όταν τονίσατε ότι «αν δεν εδολοφονείτο ο Ίων Δραγούμης ενδεχομένως να μην είχε συμβεί η Μικρασιατική καταστροφή και σε κάθε περίπτωση τα δεινά της θα ήσαν αριθμητικά ολιγότερα και όχι τόσο επώδυνα».
Είναι αξιοσημείωτον το γεγονός, κύριε Κεπαπτσόγλου, ότι το μείζον μέρος των συνομιλιτών μου «εξέφρασε την ευχήν αλλά και την πεποίθησιν ότι θα αναδυθούν στο προσεχές μέλλον μιμητές του κυρίου Δημάρχου, δια να μάθει ο λαός μας την ιστορική αλήθεια», τόσον αναγκαία, για την ασφαλή πορεία του Έθνους μας.

Κύριε Δήμαρχε,
Εις επίρρωσιν των υφ’ υμών λεχθέντων, υπέρ του Ίωνος Δραγούμη, θα αναφέρω τα κάτωθι:
Ο καταγόμενος εκ του χωριού Βογατσικό, της Επαρχίας Άργους Ορεστικού Ίων Δραγούμης (1878-1920) υπήρξε διπλωμάτης, πολιτικός και συγγραφέας, εγγονός του Νικολάου Δραγούμη πέμπτος υιός του Στεφάνου Ν.Δραγούμη και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη. Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1899, ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις, έγινε δεκτός στη διπλωματική υπηρεσία και τον Νοέμβριο του 1902 ονομάστηκε υποπρόξενος στο ελληνικό Γενικό Προξενείο στην πόλη Μοναστήρι της Άχριδας, ενώ στον άτυχο πόλεμο του 1897, είχε υπηρετήσει ως εθελοντής.
Από την θέση του υποπρόξενου εργάστηκε επίμονα για την οργάνωση των ορθοδόξων κοινοτήτων της Δυτικής Μακεδονίας εναντίον των Βουλγάρων σχισματικών που κατευθύνοντο από τη Ρωσία. Για τον σκοπό αυτό ενεργούσε από κοινού με τον Μακεδόνα πατέρα του Στέφανο (1842-1923), που είχε χρηματίσει ήδη υπουργός Εξωτερικών, και τον σύζυγον της αδελφής του Ναταλίας, τον ανθ/γόν πυρ/κού Παύλον Μελά, ψυχή του Μακεδονικού Αγώνα. Συνεργάστηκε στενά με τον μητροπολίτη Καστοριάς (1900-1908), τον Γερμανό Καραβαγγέλη (1863- 1935), από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού Αγώνα, ήδη από το 1901. Έως το 1907 ο Ίων Δραγούμης κινείται στην Ανατολική Μακεδονία, την Ανατολική Ρωμυλία και την Θράκη, προσπαθώντας να ενισχύσει τους ελληνικούς πληθυσμούς των περιοχών αυτών και να ενδυναμώσει την ελληνική οργάνωση.

Στα 1907-1908 υπηρέτησε στην ελληνική πρεσβεία της Κωνσταντινουπόλεως με το βαθμόν του γραμματέα και βρέθηκε εκεί, όταν στα 1908 κηρύχθηκε η επανάσταση των Νεοτούρκων. Οι επαγγελματίες των επαναστατών ‘περί ισοπολιτείας των διαφόρων εθνοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία’ φάνηκαν να δικαιώνουν ορισμένες απόψεις τόσο του Ίωνα Δραγούμη όσο και κάποιων άλλων Ελλήνων που θεωρούσαν πως η λύση του ελληνικού ζητήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί όχι με την ενσωμάτωση των αλύτρωτων επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο ελληνικό κράτος, αλλά με «τη δημιουργία των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτισμική και πολιτική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα». Ο Ίων εκτιμούσε, σε αντίθεση με άλλους της εποχής του, ότι η ενσωμάτωση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα δεν ήταν μακροπρόθεσμα βιώσιμη γιατί δεν μπορούσε να υποστηριχθεί στρατιωτικά από την Ελλάδα, λόγω Αιγαίου, και παρομοίαζε την περίπτωση αυτή σαν μία ωρολογιακή βόμβα στα χέρια της χώρας μας. Και οι προτεινόμενες τότε λύσεις του, σήμερα δικαιώνονται. Οι απόψεις αυτές προσομοίαζαν με ανάλογες διατυπωμένες ενωρίτερα στον 19 ο αιώνα και οι οποίες υποστήριζαν την από τα έσω διάβρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Καθώς η Ελλάδα συνέχισε να διαπράττει στρατηγικά λάθη κυρίως επί πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου και δη μετά το 1917 οδηγηθήκαμε στην Μικρασιατική καταστροφή, η οποία πιθανόν να είχε αποφευχθεί εάν δεν εδολοφονείτο το 1920 ο Ίων Δραγούμης.

Ο Ίων Δραγούμης συνέχισε να συμμετέχει και μετά το 1908 σε ενέργειες δια την κατοχύρωση και προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, οργανώνοντας το ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης, διευρύνοντας επίσης το «Μακεδονικό Κομιτάτο», που με καινούργια επωνυμία, ως «Πανελλήνιας Οργάνωσις», αποσκοπούσε να συντονίζει δραστηριότητες εθνικές στην Κωνσταντινούπολη, στη Μακεδονία, στη Θράκη, στην Ήπειρο. Στα 1909-1910 υπηρετεί στις πρεσβείες της Ρώμης και του Λονδίνου. Αναμιγνύεται στο επαναστατικό κίνημα του Γουδί και επηρέασε αποφασιστικά την ηγεσία του κινήματος στο να κληθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος από την Κρήτη για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, όπερ και εγένετο. Στα 1911 και επί πρωθυπουργίας Ελ. Βενιζέλου οργάνωσε στην Πάτμο συνέδριο με αίτημα την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα ή την παραχώρηση αυτονομίας. Είχε ενεργό συμμετοχή στους Βαλκανικούς πολέμους και αποσπασμένος στο επιτελείο του Αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου, διαπραγματεύθηκε το 1912 με τον Τούρκο διοικητή την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους διορίστηκε διαδοχικά ως επιτετραμμένος στις πρεσβείες της Πετρουπόλεως, της Βιέννης, του Βερολίνου και στα 1914 ονομάστηκε πρεσβευτής στην Πετρούπολη. Μεταξύ άλλων θεμάτων χειρίστηκε με επιτυχία και το ζήτημα του Αγίου Όρους. Ένθερμος υποστηρικτής του Ελ. Βενιζέλου συμβούλευε τον Φεβρουάριο του 1915 την έξοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων (Αντάντ). Στη συνέχεια τα αλλεπάλληλα τραγικά λάθη του Ελ. Βενιζέλου, οφειλόμενα κυρίως από την πλήρη υποταγή και εξάρτηση του από τον πρωθυπουργό της Αγγλίας Λόϋδ Τζωρτζ, τον έφεραν σε πλήρη ρήξη με τον Ελ. Βενιζέλο. Τον Μάϊον του 1915 παρετήθη από την διπλωματική υπηρεσία, πήρε μέρος στις εκλογές και εκλέχθηκε ανεξάρτητος βουλευτής στη Φλώρινα. Τον Ιανουάριο του 1916 με τη συνεργασία του εκ Γρεβενών πολιτικού Μπούσιου Γεωργίου και του εξ Άρτης Ηπείρου πολιτικού Καραπάνου, εξέδωσε το περιοδικό ‘Πολιτική Επιθεώρησις’, το οποίο συμμερίζονταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης.

Το 1917, μετά την επιτυχία του Βενιζελικού κινήματος εξορίσθηκε, μαζί με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς και πολιτευόμενους, στη νήσο Κορσική της Γαλλίας όπου έμεινε έως το τέλος του πολέμου. Από εκεί, έστειλε υπόμνημα προς τη Διάσκεψη των Βερσαλλιών (Παρίσι), για τις υπηρεσίες που πρόσφερε η Ελλάδα στην Αντάντ (Entente) και ένα δεύτερο τον Μάϊον του 1919 με ανάλογο περιεχόμενο από τη Σκόπελο, όπου επίσης εζούσε ως εξόριστος.

Απελευθερώθηκε στα τέλη του 1919. Μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου ο Ίων επανεκδίδει, το Ιούνιου του 1920, το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρηση» και συνάμα μετέχει στην «Ενωμένη Αντιπολίτευση». Δύο μέρες μετά την υπογραφήν της Συνθήκης των Σεβρών (Παρίσι), στις 30/7/1920, και ενώ ο Βενιζέλος βρισκόταν στον σιδηροδρομικό σταθμό Λυών (των Παρισίων), έτοιμος να επιβιβαστεί στο συρμό Express - Ozient για να επιστρέψει στην Αθήνα, δύο απότακτοι αξιωματικοί, ο υποπλοίαρχος Απόστολος Τσερέπης και ο υπολοχαγός Γεώργιος Κυριάκης, πυροβόλησαν με τα περίστροφα τους και κατάφεραν να τον τραυματίσουν ελαφρά. Τελικά ο πρωθυπουργός επέστρεψε στην Αθήνα, την 17/8/1920, με το θωρηκτό Αβέρωφ. Εν τω μεταξύ, την επομένη της απόπειρας δολοφονίας του Βενιζέλου από τους εν λόγω αξιωματικούς, στην Αθήνα και επί της Λεωφόρου Κηφισίας δολοφονείται, βάσει σχεδίου του Βενιζελικού παρακράτους, ο πολιτικός πλέον αντίπαλος του Βενιζέλου, ο Ίων Δραγούμης. Φυσικός αυτουργός της άδικης αλλά και βδελυράς αυτής δολοφονίας ήτο ο επικεφαλίς της Μονάδας Προσωπικής Ασφαλείας του Ελ. Βενιζέλου, ο λοχαγός πεζικού Παύλος Γύπαρης, ο οποίος χρησιμοποίησε και μέρος των οπλιτών που διοικούσε. Κατάγετο δε ο Γύπαρης από το χωριό Ασή Γωνιά της επαρχίας Αποκορώνου της Κρήτης. Η τότε κοινή γνώμη θεώρησε τον Ελ. Βενιζέλον ηθικόν αυτουργόν του παραπάνω στυγερού εγκλήματος και πανικοβλήθηκε όταν διαπιστώθηκε η ταχύτητα και η ακρίβεια με την οποία σχεδίαζε και λειτουργούσε, το όντως επικίνδυνο βενιζελικό παρακράτος, το οποίο συνέβαλε τα μέγιστα στο βασανισμό 25.000 μικρών και μεγάλων στελεχών του Αντιβενιζελισμού στα διάφορα απομονωμένα νησιά της ελληνικής επικράτειας, την περίοδο του επάρατου διχασμού (1916-1920).

Το ότι ο αγωνιστής, οραματιστής και μεγαλοϊδεάτης Ελευθέριος Βενιζέλος υπέστη συντριπτική ήττα στις εθνικές εκλογές που διενήργησε ο ίδιος, την 1/11/1920, τέσσερες μόλις μήνες μετά την δολοφονία του πολιτικού του αντιπάλου, του Ίωνα Δραγούμη, οφείλετε στο Βενιζελικό Παρακράτος που καλλιέργησε τον επάρατον διχασμό, στην ανεξήγητη προσήλωση του Βενιζέλου στον τότε πρωθυπουργό της Αγγλίας Λόϋδ Τζωρτζ αλλά και στις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρος του Ελ. Βενιζέλου που δημιούργησε μεγάλα πάθη, έντονα αισθήματα φιλικά ή εχθρικά, αφοσίωση ή μίσος. Δεν εγνώριζε το μέτρο ακόμη και όταν έδινε την εντύπωση ότι συγκρατείται από μετριοπάθεια, ή όταν υποδυόταν τον απεχθανόμενο την αδιαλλαξία. Μαχόμενος άλλωστε πάντα με υπερβολή, φυσικό ήταν να απωθεί το μέτρον. Ήταν με μία λέξη οξύνους με χαρακτηριστικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Το ότι ο Ελ. Βενιζέλος ήταν πειθήνιος στις απαιτήσεις των Άγγλων προκύπτει και από το μακροσκελές δεύτερον υπόμνημα που υπέβαλε ο ίδιος στον Βασιλέα Κωνσταντίνο, προ της υπογραφής της συνθήκης Βουκουρεστίου και το οποίο ο ιστορικός κ. Παπαρηγόπουλος το έχει καταχωρήσει στον όγδοον τόμον της ιστορίας του, σελίς 209, εκδόσεις Ελευθερουδάκη. Στο εν λόγω υπόμνημα, που ήταν και το πρόκριμα για την παραίτηση το 1915 της κυβερνήσεως Βενιζέλου και του επακολουθείσαντος Εθνικού Διχασμού, αναφέρονται αυτολεξεί, πέραν των άλλων, και το εξής:

«Η παραχώρησις της Καβάλας στους Βουλγάρους είναι θυσία οδυνηροτάτη, αισθάνομαι δε αίσθημα βαθύτατου ψυχικού άλγους εισηγούμενος αυτήν. Αλλά δεν διστάζω να την προτείνω ευθύς ως λαβών υπ’ όψιν της θυσίας ταύτης. Έχω δε το αίσθημα ότι οι παραχωρήσεις εν Μικρά Ασία, ων εισηγητής εγένετο ο σερ Έδουαρδ Γκρέϋ (σ.σ. υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας), δύνανται, αν μάλιστα υποβληθώμεν εις θυσίας προς την Βουλγαρίαν να λάβωσιν έκτασιν τοιαύτην, ώστε εκ των νικηφόρων πολέμων προελθούσαν διπλήν Ελλάδα να προστεθεί άλλη μία εξ ίσου μεγάλη και όχι βέβαια ολιγότερον πλούσια Ελλάς».
Προκύπτει επίσης η εξάρτηση του Βενιζέλου και από την αγαστή συνεργασία που είχε ως αντιπολίτευση με τις δυνάμεις τις Αντάντ, όταν αυτές αυθαιρέτως και εν αγνοία της ελληνικής κυβέρνησεως Σκουλούδη αποβίβασαν το 1916 στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη και απήτησαν την άμεσον παραίτηση της νομίμου ελληνικής κυβερνήσεως Σκουλούδη επιβάλλοντας δια των όπλων τους γνωστούς ταπεινωτικούς όρους στη χώρα μας που μας οδήγησαν στον επάρατον διχασμό και στη Μικρασιατική Καταστροφή.

Είκοσι και πλέον έτη της νεώτερης ιστορίας κυριαρχούνται απόλυτα από τη μορφή του Ελ. Βενιζέλου. Είκοσι πέντε έτη κατά την διάρκεια των οποίων σημειώνονται οι μεγαλύτερες μεταπτώσεις πάθους και παρακμής. Αλλά και πέραν των 25 ετών τα οποία συνδέονται άμεσα με το όνομα του στο πολιτικό προσκήνιο της Ελλάδος, κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό, ακόμα και μετά το θάνατο του (18-3-1936), από την παρουσία του. Θρύλος, μύθος και πραγματικότητα συναντώνται για να προβάλλουν την μορφήν του ως υπόδειγμα, τις περιπέτειες της ζωής του άλλωτε ως παράδειγμα άξιο μίμησης και άλλοτε ως βήμα κινδύνου προς αποφυγήν.

Ακόμη και σήμερα, μετά τόσες και τόσο αλλαγές στη γεωγραφία των πολιτικών πραγμάτων υπάρχει ο βενιζελικός και αντιβενιζελικός κόσμος με ότι αυτό συνεπάγεται. Και επειδή σε όλα όσα λέγονται ή γράφονται για τον Ελ. Βενιζέλο υπάρχει υπερβολή, είτε προς το καλό είτε προς το κακό καλείται ο ιστορικός του μέλλοντος να απαντήσει στο συχνά τιθέμενο ερώτημα: «Είναι ο Βενιζέλος εθνάρχης ή ολετήρας;».
Υιοθέτησε το κίνημα του 1935 και ουδέποτε θέλησε να απαντήσει για την θλιβεράν περιπέτειαν τουφεκισμού των εξ στο Γουδί, μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Μετά την εκλογική ήττα του Βενιζελικού κόμματος, στις βουλευτικές εκλογές της 5 Μαρτίου του 1933, ο Ελ. Βενιζέλος κατηγορήθηκε ευθέως ότι ενθάρρυνε το στρατηγό Πλαστήρα στο να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία, όπερ και εγένετο. Ανατραπείς, μετά από δύο 24 ώρα, ο στρατηγός Πλαστήρας διέφυγε λάθρα στη Νίκαια της Γαλλίας για να αποφύγει τις συνέπειες εκ του πραξικοπήματος.

Στας δυσμάς του βίου ο Ελ. Βενιζέλος απέστειλε δύο επιστολές (3/3/1936 και 9/3/1936) προς τον επιστήθιον φίλον του, τον Λουκά Ρούφο, αποδίδοντας εύσημα στον Βασιλέα Γεώργιον Β΄ και τον Ιωάννη Μεταξά. Την τελευταίαν επιστολήν του έκλεισε αναγράφοντας «Ζήτω ο Βασιλεύς», συνειδητοποιώντας, προφανώς, ότι ο διχασμός και η πόλωση είναι ένα επικίνδυνο κοκτέιλ για ένα λαό που δυστυχώς το έχει στο DNA του.

Κύριε Δήμαρχε,
Θεωρώ τέλειους εκείνους που μπορούν να συνδυάζουν την πολιτική δύναμη με την φιλοσοφία και δεν υπάρχει τελειότερο προτέρημα από την αρετή σε σχέση με την πολιτική. Ο πολιτικός δεν πρέπει να επιδεικνύετε με λόγια αλλά με τα έργα που κάνει, γιατί τότε θα έχουμε τον πολιτικάντη που σκέπτεται τις επόμενες εκλογές και όχι τον πολιτικό που σκέπτεται την επόμενη γενιά. Τότε, δυστυχώς, εμφανίζεται και η πολιτική αγυρτεία που οδηγεί στην αθλιότητα και την καταστροφή πολλών χιλιάδων και εκατομμυρίων λαού. Εκείνοι δε που ξεχωρίζουν την πολιτική από την ηθική ποτέ τους δεν θα καταλάβουν ούτε τη μία ούτε την άλλη. Αλλά και όσοι παρασύρονται από την πολιτική ευγλωττία θα παραμείνουν για πάντα τα αθώα θύματα της απάτης και αυταπάτης των πολιτικών.

Ο Πολύβιος μας λέγει ότι «η μελέτη της ιστορίας μπορεί να συντελέσει στη διάθρωση του βίου των ανθρώπων γιατί απ’ αυτήν ποριζόμεθα πολλά και σοφά βιοτικά διδάγματα. Απ’ αυτήν μαθαίνουμε πως τίποτε δεν γίνεται τυχαία, αλλά όλοι έχουν τις αιτίες τους, είναι δε ευτυχής όποιος έχει μελετήσει Ιστορίαν γιατί αυτός ούτε τους πολίτες παρακινεί στην καταστροφή ούτε ο ίδιος γίνεται άδικος». Γι’ αυτό και οι πολιτικοί όλων των ιδεολογιών οφείλουν πρωτίστως να έχουν μελετήσει σε βάθος την ιστορίαν γιατί κατά τον Κικέρωνα «η Ιστορία είναι ο μάρτυρας των εποχών, η λαμπάδα της αλήθειας, η ζωή της μνήμης, ο δάσκαλος της ζωής ο αγγελιοφόρος της αρχαιότητας».

Κύριε Δήμαρχε,
Με βάση τα ανωτέρω είμεθα υποχρεωμένοι απαξάπαντες, ήτοι από του τελευταίου πολίτη μέχρι και του ανώτατου άρχοντος, να συμβάλλουμε οικονομικά πολιτισμικά και ηθικά όλους τους οργανισμούς και τα σωματεία που προβάλλουν την δράση των ηρώων των προηγούμενων γενεών.

Υπό την έννοια αυτή νοιώθω την ανάγκη να σας συγχαρώ ξανά και μετά πολλών επαίνων όλους τους προαναφερθέντας χορηγούς και ιδιαίτερα ως Αργίτης τον Δήμαρχον μου, ευελπιστώντας ότι θα τον μιμηθούν στο μέλλον και άλλοι επώνυμοι ή ανώνυμοι δωρητές, αυτού του ακριτικού Νομού.
Θα ήταν όντως μεγάλη παράληψη εάν δεν συγχαίρουμε και επαινούμε όλοι τον σύλλογον «Φίλοι Μουσίου Μακεδονικού Αγώνα» και ιδιαίτερα τον ανεπανάληπτον και ακούραστον εκπαιδευτικόν και πρόεδρο του Συλλόγου, τον αξιότιμον κύριον Χρυσούλη Παπασταύρου που από νεαρός ευρίσκεται στην πρώτη γραμμή των εθνικών αγώνων προσφέροντας μεγάλο εθνικό έργο και δη όταν υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος στην ακριτική περιοχή του Νομού Ροδόπης.

Θα κλείσω την επιστολή μου με ένα κομμάτι από την ομιλία του Γάλλου μυθιστοριογράφου Άλμπερτ Καμύ (1913-1960) από την ομιλία του, όταν του απενεμήθη το Νόμπελ λογοτεχνίας, το έτος 1957. «Κάθε γενιά νομίζει ότι είναι προορισμένη να φτιάξει τον κόσμο. Η δίκη μου ξέρει ότι δεν θα τον ξαναφτιάξει, αλλά η αποστολή της είναι ίσως πιο σπουδαία. Πρέπει να εμποδίσει τον κόσμο να χαλάσει».
Και από αυτήν την ανάγκη γράφηκε η παρούσα επιστολή μου».


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στα φύλλα 694 & 695 (30.5.2013 & 6.6.2013 αντίστοιχα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.