7.4.08

ΑΝΔΡΕΑ Γ. ΒΙΤΟΥΛΑ: Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας και το σύνδρομο του επαρχιωτισμού

Αποτελεί αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ότι τα τελευταία δέκα χρόνια ήταν περίοδος πρωτόγνωρης εξωστρέφειας για την ελλαδική Εκκλησία. Σ’ αυτό συνέβαλε το επικοινωνιακό χάρισμα του μακαριστού αρχιεπισκόπου και η καταιγιστική προβολή του από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, των οποίων η κρεατομηχανή διψά για φρέσκο υλικό πάντοτε.

Το γεγονός όμως αυτό αποκάλυψε στα μάτια του "χριστεπώνυμου" πληρώματος, και όχι μόνο, τη θλιβερή εικόνα μιας παραπαίουσας Εκκλησίας, που όσο βαυκαλιζόταν με την πρωτοφανή αυτή δημοσιότητα, τόσο απογοήτευε μέχρι απελπισίας απαιτητικούς πιστούς και μη. Συνειδητά ή ανεπίγνωστα έπαιξε, με ασυγχώρητη ακρίβεια, το ρόλο που επιφυλάσσει για όλους σχεδόν η ευτέλεια και η αγοραία νοοτροπία της τηλεόρασης κυρίως. Και αφού παρέδωσε αφειδώς και με υπερβάλλοντα ναρκισσισμό τον εαυτό της βορά στις κερδοσκοπικές επιδιώξεις του τηλεοπτικού κανιβαλισμού, πλήρωσε το τίμημα με την αποκάλυψη αδιανόητων για λειτουργούς του Υψίστου σκανδάλων που όζουν ακόμη. Και φυσικά η τηλεόραση είναι η τελευταία που ευθύνεται…

Πιο οδυνηρή αποκάλυψη όμως ακόμη και από τα προκλητικά σκάνδαλα ορισμένων "εις τύπον και τόπον Χριστού" υπήρξε η φανέρωση μιας Εκκλησίας παντελώς άσχετης με την αρχοντιά που κόμιζε κάποτε σ’ αυτόν τον τόπο η Ορθοδοξία. Μιας Εκκλησίας πνιγμένης στον επαρχιωτισμό και σε όλα τα σύνδρομα μειονεξίας που μπορεί να συνοδεύουν την ανωριμότητα, τη φιλαυτία και τον αρχοντοχωριατισμό.

Την απογοητευτικών διαστάσεων δημόσια εικόνα της φιλοτεχνούσε με αδρές γραμμές το εθνικιστικό παραλήρημα, η ηθικιστική μικρόνοια, οι έριδες της ακόρεστης φιλαρχίας, ο αδιάντροπος διαχωρισμός των Ελλήνων σε πατριώτες και μη, σε παραδοσιακούς και ευρωλιγούρηδες, σε καλούς χριστιανούς και όχι, η "φεουδαρχική" επέμβαση σε ζητήματα αποκλειστικής αρμοδιότητας της πολιτείας (αλήθεια οι ταυτότητες των ιεραρχών μας αναγράφουν πλέον το θρήσκευμα;) κ.ά. Αυτά προσελάμβανε ο καθένας που διέθετε στοιχειώδη κριτική ικανότητα και τιμιότητα σε θέματα εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας. Γιατί υπήρξαν κι άλλα, θαμμένα υπό τον τίτλο "τρέχοντα υπηρεσιακά ζητήματα", που έχουν να κάνουν με πραγματικές θυσίες αθώων στο βωμό της νεότευκτης "επισκοποκεντρικής" θεολογίας μας.

Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας μας δεν συνιστά γεωγραφικό προσδιορισμό. Αφορά στην καθολικότητα της αλήθειας που αποκάλυψε στον κόσμο η ερωτική κένωση ενός προσώπου, του Χριστού, που σκοπό έχει τη διάσωση-σωτηρία του όλου ανθρώπου. Τα εθνικιστικά παραληρήματα, οι ηθικιστικοί αφορισμοί, οι κορώνες, που θα μπορούσε να εξαπολύσει άνετα ένας μουλάς, ένας γιόγκι, ένας "ορθόδοξος" ή παπικός ιεροεξεταστής και όλα τα υπόλοιπα άσχετα με το ορθόδοξο ήθος προαναφερθέντα, σμικρύνουν θλιβερά και αποπνικτικά την εκκλησιαστική οικουμενικότητα σε μια ακόμη θρησκευτική ιδεολογία.

Εκκλησία είναι η σύναξη του λαού του Θεού για την ευχαριστιακή πραγμάτωση της ζωής. Εκείνου του τρόπου ύπαρξης που λαμβάνει νόημα από τη σταυρική υπακοή στο θέλημα του ενσαρκωθέντος Δημιουργού, για την ανάσταση στην ελευθερία της πραγματικής κοινωνίας που θανατώνει τον θάνατο. Εκκλησία είναι η πρόσκληση στην ανοιχτή αγκαλιά του Θεού, όπου και θεραπεύονται οι τεμαχισμοί και οι διαχωρισμοί της πτώσης. Κι εδώ ακριβώς φανερώνεται η προκλητική αξία του εκκλησιαστικού ήθους: προσλαμβάνει την αποτυχία του κόσμου, χωρίς να καταφάσκει στις διαιρέσεις που αυτή αναπαράγει, μεταμορφώνοντάς τον σε μια ως τα έσχατα εξελισσόμενη κοινωνία προσώπων ανεπανάληπτης μοναδικότητας.

Ο επαρχιωτισμός δεν είναι τίποτα άλλο από την ιδεοληπτική στένωση αυτής της ευγενικής και θυσιαστικής "ανωτερότητας" σε σχήματα που στηρίζουν την ατομική ανεπάρκεια. Η αδυναμία κάποιου να πορευτεί με σηματοδότη ζωής τη συν-χώρεση και τη συν-ύπαρξη τον αγκυλώνει σε ένα εγώ υπερτροφικό και αδηφάγο και τον καθιστά διαρκώς αμυνόμενο έναντι του διαφορετικού. Ο φόβος απέναντι στον άλλο και την ετερότητά του είναι ο βρυχηθμός της φιλαυτίας, που θέλει να κατασπαράξει ο,τιδήποτε δεν υπακούει στην ατομική ανάγκη της αυτοεπιβεβαίωσης. Όμως η πραγματική καταξίωση αναδύεται στην εν μετανοία συνεχή νέκρωση της ανάγκης να αποκτάμε υπόσταση από την απαίτηση, την επιβολή. Σύμφωνα με τη λογική αυτή όμως ο Χριστός υπήρξε το πιο τραγικό και αποτυχημένο πρόσωπο της ιστορίας. Από την "ήττα" αυτή, της θρησκευτικής εξουσιολαγνείας, ξεπήδησε η πραγματική, η όντως ζωή.

Αν η Εκκλησία δεν προβάλλει αυτό το μηδένισμα του εαυτού για να χωρέσει, να υπάρξει ο άλλος, αν δεν εμπνέει αυτή τη σταυρική κοινωνία απ’ όπου και μόνο εξορίζεται ο θάνατος, τότε εκφυλίζεται σε φιλανθρωπικό σωματείο με κύριο άρθρο του καταστατικού του τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης. Να πώς το ευχαριστιακό δείπνο του Κυρίου, η Εκκλησία, ξεπέφτει σε κρατικό θεσμό.

Ποιά Βασιλεία του Θεού κηρύττει η Εκκλησία όταν αναλώνεται στην υπεράσπιση των δικαίων (υποτίθεται τις περισσότερες φορές) του έθνους; (Το 1872 ο εθνοφυλετισμός καταδικάστηκε από μεγάλη Σύνοδο του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου). Ποιών πατέρων την αγιοπνευματική παράδοση μεταγγίζει η ηχορύπανση των ηθικιστικών συνταγών και προσταγμάτων; Ποιού ευαγγελίου την πρόταση ζωής διαλαλούν τα σκάνδαλα, η πολυτέλεια, οι ίντριγκες; Ποιό ουράνιο πολίτευμα υπερασπίζουν οι συγκεντρώσεις για ένα αστυνομκό δελτίο ταυτότητας; Ποιά θυσιαστική διακονία για τον πλησίον επιβάλλει το σφιχταγκάλιασμα της Εκκλησίας με τους άρχοντες και τους ισχυρούς;

Για όλα τα προαναφερθέντα δεν φταίει η δεκαετία που παρήλθε. Κατά τη διάρκειά της όμως δημοσιοποιήθηκαν όσο ποτέ άλλοτε. Αν σκεφτούμε ότι στον πρώιμο χριστιανισμό η δημόσια εξομολόγηση ήταν ένας ενδεδειγμένος τρόπος αληθινής μετάνοιας, τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι στην επόμενη δεκαετία αυτά θα αποτελούν ιστορική αναδρομή. Αφού η δημόσια αποκάλυψη μιας Εκκλησίας άσχετης με την απροϋπόθετη αγαπητική μαρτυρία προς τους πάντες ("εσωτερικούς" και "εξωτερικούς" εχθρούς) θεωρηθεί ως υπεύθυνη δήλωση-εξομολόγηση αυτής της ανεπάρκειας-αμαρτίας, δεν μένει παρά η αληθινή μετάνοια-αλλαγή πλεύσης. Αν όμως όλα αυτά δεν ήταν παρά τα προχωρημένα συμπτώματα της καθολικής επκράτησης μιας επαρχιωτικής θρησκευτικής ιδεολογίας σε βάρος της ευχαριστιακής –σταυραναστάσιμης- πρόσληψης της ζωής, αλίμονο!

Είναι ευλογία Θεού το ότι ο νεοεκλεγείς μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος δεν άφησε στη μέχρι τώρα πολιτεία του αλλά και στον ενθρονιστήριο λόγο του κανένα σημάδι απελπισίας και επαρχιωτισμού. Τουναντίον μάλιστα. Και το παραμικρό βλέμμα του μαρτυρά σταυρική ευθύνη όντως επισκόπου και πραγματικού εκκλησιαστικού ταγού. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι για όλα τα παραπάνω σχολιαζόμενα συγκρούστηκε με παρρησία, εκκλησιαστική συνέπεια και προσωπικό κόστος. Το σπάνιο αυτό ήθος εύλογα προκαλεί σε κάποιους εκτεθειμένους ενοχές…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Μαρτίου 2008.



Σχετικά κείμενα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.