20/6/14

ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗ: Θυμούμαι, νοσταλγώ και αναρωτιέμαι


ΟΔΟΣ 13 & 20 Φεβρουαρίου 2014 | 727 & 728

Γιατί στα δικά μου βαφτίσια δεν ήταν τα media;


Δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένες ιστορίες και πρόσωπα, απλά έτσι, σαν παραμύθι, αναθυμήθηκα μαζί με φίλους το χτες. Καθώς ξεμακραίνουμε ηλικιακά κι αγναντεύουμε τις μοντέρνες εποχές που ξεδιπλώνονται μπροστά μας, περισυλλέξαμε νοερά, τα περιστατικά που βιώσαμε και τις φυσιογνωμίες που αγαπήσαμε. Εικόνες που ως απολιθώματα έχουν συναρμόσει στο νου μας τις νεανικές μας ιστορίες. Εικόνες βγαλμένες από μια άλλη εποχή, άλλους καιρούς, που η αθωότητα περίσσευε. Τότε που ηχολογούσαν οι φωνές και τα γέλια μας, καθώς τρέχαμε και παίζαμε ανέμελα στη γειτονιές, στις αυλές των σχολείων, στον Άγιο Μηνά, στους Αγίους Αναργύρους και στο “Τσαρδάκι”. Τότε που μας άφηναν να παίζουμε έξω, καθώς κινούμασταν σε μια υπεύθυνη από μεριά μας ελευθερία αλλά και συνάμα ελεγχόμενη από τους γονείς, διότι όταν ερχόταν η ώρα, με μια φωνή απ’το μπαλκόνι μαζευόμασταν σπίτι.

Ανδροπαρέες περιφερόμασταν στα σοκάκια τα βράδια τα καλοκαιρινά, για να κάνουμε πλάκα με το «τσουκαλίκι» ή για να κλέψουμε ρίκια και ρόδα από αυλές. Ναι, γιατί τότε υπήρχαν αυλές αλλά κι ευωδιαστοί κήποι που όταν περνούσες απ’έξω μοσχοβολούσαν οι τριανταφυλλιές, το γιασεμί και οι πασχαλιές. Τριγυρνούσαμε και χωνεύαμε μέσα μας κάθε μέρος της γειτονιάς, κάθε πέτρα. Τότε που μυστακοφόροι έφηβοι σεργιανούσαν στην καθιερωμένη βόλτα, αναζητώντας τον έρωτα στα μάτια των νεαρών θυγατέρων.

Τους θερινούς μήνες το παιχνίδι στη γειτονιά ήταν καθημερινή απασχόληση-απόλαυση. Τα παιχνίδια ήτανε δημιουργικά και χρειαζόταν να τρέξεις, να φωνάξεις, να κουραστείς, να χωριστείς σε ομάδες και να έχεις αντίπαλο τον καλύτερό σου φίλο. Την κάθε ομάδα την δημιουργούσαν ένα ή δύο άτομα το πολύ, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. Κι όταν έπρεπε να λειτουργήσεις σα μονάδα, μάθαινες να είσαι αποτελεσματικός και να προστατεύεσαι. Όπως στην περίπτωση της ξιφομαχίας με αυτοσχέδια σπαθιά από βρωμοξυλιές ή στην περίπτωση του πολέμου με τα φυσοκάλαμα πετώντας κάκαβα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και στέλναμε τον πιο εύσωμο συμπαίκτη μας, να προσγειωθεί στη ραχοκοκαλιά του πιο αδύνατου παίχτη της “αντίπαλης” ομάδας, χωρίς να υπάρχει ο φόβος τραυματισμού.

Το καλοκαίρι άρχιζε με το πρώτο παγωτό.
-Πόσα παγωτά έχεις φάει; Ήταν η συνηθέστερη ερώτηση.
Παίρναμε παγωτό βανίλια χύμα σε χωνάκι από το γαλατάδικο και ήταν χαρακτηριστικό το άρωμα της βανίλιας αλλά και η γεύση από το φρέσκο γάλα. Αργότερα ήρθαν τα εργοστασιακά παγωτά στα περίπτερα της γειτονιάς. Τα ψυγεία δεν είχαν βιτρίνα στο επάνω μέρος. Σηκώναμε τις στενές λαστιχένιες μαύρες πόρτες και σχεδόν βουτούσαμε μέσα στο ψυγείο για να βρούμε το παγωτό τις αρεσκείας μας. Οι μικρότεροι παίρνανε «Μπομπονέλα» ή «Τρελή Πατούσα». Εμείς αγοράζαμε «Ρόκετ» για να γευτούμε το σιρόπι που έμενε στο τέλος. Μετέπειτα βγήκε το «Τρόικα». Κι όμως ναι, υπήρχε τέτοιο παγωτό. Ποιος να σκεφτόταν τότε πως θα είναι τόσο επίκαιρο το όνομα σήμερα. Μπορεί να έκανε θραύση αν ξανάβγαινε.
Η δημοτικότητά μας έφτανε μέχρι τον περιπτερά της γειτονιάς. Ο χαιρετισμός του πάντα φιλικός.
- Γεια σου πασόπουλο.
Ήξερε τίνος παιδιά ήμαστε και αυτό ήταν όλο. Τώρα δεν χρειάζεται να σε ρωτήσει κάποιος “τίνος παιδί είσαι;”. Μέσω του facebook, twitter κ.ά, το γνωρίζει όλη η οικουμένη.

Τα κορίτσια παίζανε «λάστιχο» ή «κουτσό» κι εμείς παραδίπλα κλωτσούσαμε μια μισοφουσκωμένη δερμάτινη μπάλα ποδοσφαίρου. Μερικές φορές σφήνωνε κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να κυλιστούμε καταγής και να πετάμε πέτρες για να τη ξεσφηνώσουμε. Κάποιες φορές έπεφτε σε αυλές με λουλούδια και οι αγανακτισμένες γραίες που κατοικούσαν εκεί δεν μας τις επέστρεφαν. Όλοι μας σαν παιδιά χάσαμε μπάλες ποδοσφαίρου. Αν πάλι βαριόμασταν να παίξουμε κάτι ενεργητικό, καθόμασταν στα σκαλάκια του γείτονα που η είσοδός του είχε γίνει το στέκι μας. Εκεί ανταλλάσαμε χαρτάκια, παίζαμε σπασμένο τηλέφωνο ή stratego και μοιραζόμασταν μια λεμονάδα από το ίδιο μπουκάλι. Ακόμη κι αυτά μας ικανοποιούσαν. Πηγαίναμε για ύπνο με μια αίσθηση ότι ήμαστε γεμάτοι.

Πίναμε νερό από τη βρύση του σχολείου ή του πάρκου. Βάζαμε το στόμα μας πάνω στο στόμιο της βρύσης και ρουφούσαμε το νερό με μανία. Ωσάν εντομολόγοι πιάναμε κωλοφωτιές, μπούμπανους με άσπρη μύτη, γκουσταρίτσες, ακρίδες και άλλα ζούζουλα, χωρίς την επίβλεψη των ενηλίκων. Εξερευνούσαμε εγκαταλειμμένα παλιόσπιτα και μετά διηγούμασταν ιστορίες με φαντάσματα. Μας στέλνανε στο τσαγκαράδικο, που όταν έμπαινες ήταν διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας, και πηγαίναμε με ευχαρίστηση παρόλο που το παπούτσι ήταν του γείτονα. Πηγαίναμε για ψωμί στο φούρνο και παίρναμε ψωμί και για τους δίπλα.

Τρώγαμε σάντουιτς με δύο φέτες ψωμί με μορταδέλα ή σαλάμι. Οι μεγαλύτεροι κάνανε το σάντουιτς με τη γωνία του ψωμιού. Εναλλακτικά, αλείφαμε σε μια μεγάλη φέτα χωριάτικου ψωμιού μερέντα ή βούτυρο με μέλι και το τρώγαμε στο πόδι, στη γειτονιά μαζί με την παρέα, όπου κάποιες φορές μας έπεφτε κάτω. Τότε επιβεβαιωνόταν σχεδόν πάντα ο άγραφος νόμος της φέτας. Δηλαδή, έπεφτε με το προϊόν προς τα κάτω. Το σηκώναμε με προσοχή ώστε να μη μείνει κάτω στα χώματα όλο το προϊόν, το φυσούσαμε κι ενώ ήταν αμφίβολης καθαριότητας το τρώγαμε.

Δεν επικοινωνούσαμε με sms, chat, mail γράφοντας lol, :) και άλλα σχετικά σύμβολα των social media. Τα κινητά τηλέφωνα της εποχής ήταν δύο πλαστικά ποτήρια τα οποία συνδέονταν με σπάγκο από τους πάτους. Όταν θέλαμε να επικοινωνήσουμε με τους φίλους μας, πηγαίναμε με το ποδήλατο στα σπίτια τους, φωνάζαμε απ’ έξω κι αυτοί ανταποκρινόταν δυνατά.
-Έρχομαιαιαιαιαιαι.

Κάναμε ποδήλατο χωρίς χέρια, “τρώγαμε” τούμπες και οι πληγές περνούσαν με λίγο ιώδιο, το φάρμακο της εποχής. Οι περισσότεροι δεν είχαμε φρένα στο ποδήλατο και αντί φρένου χρησιμοποιούσαμε τη σόλα του παπουτσιού μας στο μπροστινό λάστιχο. Κάποιοι είχαν κόντρα, μη φανταστείτε πολλοί, δυο άτομα το πολύ, στους υπόλοιπους κρεμόντουσαν οι ντίζες των φρένων κομμένες στο τιμόνι. Οι μεγαλύτεροι βάζανε στην πίσω ρόδα χαρτόνι πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι, έτσι για να κάνει θόρυβο και να θυμίζει μηχανάκι. Όταν “τσούφιζε” το λάστιχο, πηγαίναμε στον Τζίμη και αγοράζαμε αυτοκόλλητα για τη σαμπρέλα, η οποία είχε καταντήσει παρτάλι από τα πολλά “φούιτ”. Με την ευκαιρία παίρναμε και λαστιχάκι για τις βαλβίδες με το μέτρο κι εφόσον έφτανε το χαρτζιλίκι, αγοράζαμε και μεταχειρισμένα Μπλέκ ή Μικρό Σερίφη που δεν τα είχαμε διαβάσει.

Περιστασιακά το καλοκαίρι επισκεπτόταν την πόλη μας και διάφορα θεάματα. Από τα πιο εντυπωσιακά ήταν οι αθλητές δύναμης. Δύο ώρες πριν το θέαμα περνούσε το φορτηγάκι από τις γειτονιές και ανακοίνωνε με τη ντουντούκα την υπαίθρια επίδειξη. Εμείς με τα ποδήλατα τρέχαμε στην πλατεία για να πιάσουμε θέση, να δούμε από κοντά αυτούς τους γυρολόγους λαϊκούς ήρωες που όργωναν την Ελλάδα. Κουταλιανός, Τζιμ Αρμάου, Τζίμης ο Τίγρης, Σαμψών και άλλοι σπουδαίοι.

Οι περισσότεροι από αυτούς γνώρισαν τη δόξα τόσο σε πλατείες της πρωτεύουσας όσο και της επαρχίας. Προσφέρανε θέαμα και ψυχαγωγία μόνο με τη δύναμή τους. Στα δικά μας μάτια φάνταζαν ήρωες. Και πραγματικά ήταν ήρωες. Δεν μπορούσε να κάνει οποιοσδήποτε αυτό που κάνανε. Ο Σαμψών συγκεκριμένα έσκιζε τηλεφωνικούς καταλόγους με τα χέρια και έσπαζε λίθους πάνω στο κεφάλι του με τη χρήση βαριοπούλας. Ο Τζιμ Αρμάου ξάπλωνε ανάσκελα και περνούσε από πάνω του το φορτηγάκι. Στη συνέχεια σηκωνόταν και το τραβούσε με τα δόντια. Περίεργα συναισθήματα μας δημιουργούσαν αυτοί οι άνθρωποι. Από τη μία τους λυπόμασταν και από την άλλη τους θαυμάζαμε. Όμως έβγαζαν τίμια αυτά τα λίγα που αποσπούσαν από τους θεατές, τα οποία τους επέτρεπαν να ζήσουν με ήθος και σεμνότητα. Κι αφού τελείωνε το εντυπωσιακό θέαμα, πάλι πίσω στη γειτονιά.

Οι φίλοι που είχαν συμπληρώσει την ηλικία της αυτεξουσιότητας, δεν περνούσαν όλα τα απογεύματά τους μαζί μας στη γειτονιά. Η “ανεξαρτησία” της ενηλικίωσης τους οδηγούσε δειλά-δειλά σε πρωτόγνωρα μέρη ψυχαγωγίας, όπως τα μπαλάκια. Εκεί περνούσαν τις πρώτες, κρυφά από τους γονείς, βραδινές εξόδους τους. Εμείς μερικές φορές, με τις μπίλιες στη τσέπη, τους ακλουθούσαμε μέχρι την πόρτα. Καθόμασταν λίγη ώρα απ’έξω κλέβοντας ματιές από τη χαραμάδα του παραθύρου ή όταν άνοιγε η πόρτα για να μπει κάποιος, ρίχναμε γρήγορα τη ματιά μας μέσα για να ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας. Είχε χαμηλό φωτισμό και κάπνα κι έτσι δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε και πολλά. Όμως ερχόταν στα αφτιά μας οι ευχάριστες μουσικές που έπαιζε το juke box. Αυτά τα εκπληκτικής αισθητικής μηχανήματα που εκείνη την εποχή ήταν της μόδας, αλλά και η μοναδική πηγή μουσικής σε χώρους όπως σφαιριστήρια, καφενεία, κουτούκια, κ.ά.

Μας λέγανε οι μεγαλύτεροι.
-Ρίχνεις μέσα ένα τάλιρο και με συνδυασμό πλήκτρων επιλέγεις έξι τραγούδια. Με μια περίτεχνη περιστροφική κίνηση, το juke box βγάζει το δισκάκι 45 στροφών μπροστά σου. Ακούς εκπληκτικές μελωδίες καθώς απολαμβάνεις το βερμούτ σου.
Εμείς, μην έχοντας εικόνα, δεν μπορούσαμε να τους καταλάβουμε και τους θωρούσαμε έκπληκτοι.

Εν μέσω του καλοκαιριού η παρέα της γειτονιάς μειωνόταν αριθμητικά γιατί έφτανε η μέρα για τα μπάνια. Μερικοί επιλέγανε την κατασκήνωση με τους προσκόπους. Οι περισσότεροι όμως πήγαιναν διακοπές με τους γονείς. Κυλιόμασταν ατέλειωτες ώρες στην αμμουδιά, παρόλο που δεν υπήρχαν beach bar, μουσική στη διαπασών, bungee jumping, jet ski, ice tea, freddo cappuccino και άλλοι τέτοιου είδους σημερινοί λόγοι για να σε κρατάνε ώρες στην παραλία. Το πολύ πολύ να βρίσκαμε ποδήλατο θαλάσσης να νοικιάσουμε κι αυτό όχι σε όλες τις παραλίες. Οι γονείς μας είχανε μαζί τους νερό από τη βρύση σε γυάλινο μπουκάλι και πορτοκαλάδα ενός λίτρου, επίσης σε γυάλινο μπουκάλι, τα οποία, ελλείψει ψυγείου, τα βάζανε στη σκιά κάτω από τα δέντρα. Τα μοναδικά εξαρτήματά μας ήταν μία πετονιά, μία μάσκα και ένας αναπνευστήρας θαλάσσης. Οι πιο τυχεροί είχαν και βατραχοπέδιλα, συνήθως μπλε χρώματος κι αργότερα μαύρα.

Περνούσανε από δίπλα μας κοπέλες, μοσχομύριζαν αντηλιακό με άρωμα καρύδας και κερδίζανε την προσοχή μας μόνο από το άρωμα. Για string στην παραλία ούτε λόγος. Τα μπικίνι φτάνανε μέχρι τον αφαλό. Τα μαγιό των αγοριών δε, τα περισσότερα ήτανε ξεχειλωμένα. Υπήρχαν και περιπτώσεις νεαρών οι οποίοι κολυμπούσανε με το εσώρουχο. Ψαρεύαμε στη θάλασσα με σαπκάζι, με δόλωμα ψίχα από ψωμί, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι θα έχουμε την ίδια επιτυχία όπως ψαρεύαμε στον Αϊ-Σωτήρα και πιάναμε γλύνια και κέφαλους. Κι όμως, οι μέρες μας ήταν γεμάτες ευχαρίστηση και περιμέναμε με λαχτάρα την επόμενη μέρα.
-Πόσα μπάνια έκανες; Ήταν η πρώτη ερώτηση που δεχόμασταν όταν επιστρέφαμε στη γειτονιά.

Μετά τις καλοκαιρινές διακοπές και λίγο πριν επιστρέψουμε στα θρανία, πηγαίναμε στην έκθεση Θεσσαλονίκης. Κοσμοιστορικό γεγονός τότε. Κοσμοσυρροή στο χώρο της εκθέσεως. Λογιών-λογιών άνθρωποι πηγαινοερχόταν με μοναδικό σκοπό την ευχαρίστηση. Πίνανε μαύρη μπίρα και βλέπανε γεωργικά κι εργοστασιακά μηχανήματα καθώς και ολοκαίνουρια αυτοκίνητα στο υπόγειο περίπτερο με τον περιστροφικό δρόμο. Μαζεύαμε φυλλάδια από τα περίπτερα, τα οποία δεν ξεφυλλίζαμε ποτέ. Απλά ικανοποιούμασταν ότι κάτι παίρναμε από την έκθεση. Επίσης, ανυπομονούσαμε να δούμε από κοντά τον πύργο του ΟΤΕ. Επιβλητική κατασκευή. Ήταν από τις σημαντικότερες αφηγήσεις στη γειτονιά με την επιστροφή μας. Στο πλαίσιο της ψυχαγωγίας μας ήτανε και η επίσκεψή μας στο λούνα-παρκ, εντός του χώρου της εκθέσεως. Το τρενάκι του τρόμου, οι περιστροφικές αλυσίδες και η σκοποβολή, μάζευαν τον περισσότερο κόσμο.

Όμως από τα πλέον εντυπωσιακά θεάματα ήταν ο “γύρος του θανάτου”. Ένα απόλυτα επικίνδυνο αλλά απόλυτα πραγματικό θέαμα. Ο εύτολμος μοτοσικλετιστής, περιστρέφεται μέσα σε μία πίστα, η οποία θυμίζει ξύλινο βαρέλι μεγάλων διαστάσεων, δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση ότι έχει νικήσει τη βαρύτητα. Ο εκκωφαντικός ήχος της μοτοσικλέτας έφτανε στα αυτιά μας σχεδόν ενοχλητικός και τα ξύλινα τοιχώματα να τρίζουν τη στιγμή που ο αναβάτης έφθανε κοντά στους θεατές. Εμείς από ψηλά να παρακολουθούμε με δέος κάτω κι αυτός να ακροβατεί θέτοντας σε κίνδυνο τον εαυτό του για την ευχαρίστηση των θεατών. Πραγματικός μονομάχος. Αυτοί οι οδηγοί δεν είναι ήρωες του Play Station, είναι οδηγοί ολκής. Ρομαντικοί άνθρωποι της επαρχίας που δεν αλλάζουν εποχή. Αυτό ξέρουν να κάνουν κι αυτό κάνουν. Και το κάνουν καλά.

Μετά την πολύωρη παραμονή μας στην έκθεση της Θεσσαλονίκης, επισκεπτόμασταν συγγενείς. Παίρναμε το αστικό. Γραφική φιγούρα ο εισπράκτορας. Στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα, με το κλασσικό γκρι καπέλο κι ένα μικρόφωνο μπροστά του στηριγμένο σε σπιράλ, έλεγε τις στάσεις. «Σχολή τυφλών, θα κατέβει κανείς;»  Ή φώναζε «Τέρμα».

Τα κέρματα τα αποταμίευε στο φθαρμένο ξύλινο συρτάρι που κρεμόταν ανοικτό μπροστά του κι αργότερα στις κερματοθήκες χειρός. Κάποιοι φίλοι τον θυμούνται με σκυμμένο κεφάλι να λαγοκοιμάται από στάση σε στάση. Ξυπνούσε ενστικτωδώς τη στιγμή που έκοβε ταχύτητα το αστικό πριν τη στάση.  Οι θερινές διακοπές μας σταματούσανε στην έκθεση. Με την επιστροφή μας άρχιζε η προετοιμασία για το σχολείο. Η επίσκεψή στο βιβλιοπωλείο ήταν από τις ευχάριστες βόλτες στην αγορά. Παίρναμε διάφανο αυτοκόλλητο για να τυλίξουμε τα εξώφυλλα των βιβλίων. Η μυρωδιά από το σβηστήρι και των καινούριων μπλε τετραδίων, ήτανε από τις πιο χαρακτηριστικές.

Το πρώτο κουδούνι σήμανε την έναρξη της σχολικής περιόδου και το παιχνίδι στη γειτονία είχε ατονήσει τις καθημερινές. Η δράση είχε μεταφερθεί κυρίως στην αυλή του σχολείου και συγκεκριμένα στα διαλείμματα. Με το άκουσμα του χειροκίνητου κουδουνιού, η αυλή πλημμύριζε παιδικές φωνές. Η δραστηριότητα ήταν έντονη για τον λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Τα κορίτσια παίζανε συνήθως τα μήλα και σχοινάκι. Μερικά αγόρια κρεμόντουσαν στο δίζυγο κι άλλα παίζανε μονότερμα. Κάποιοι άλλοι τρέχανε ανάμεσά τους παίζοντας κυνηγητό και άλλοι μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση παρέμεναν θεατές. Ο καθένας είχε το δικό χώρο στην αυλή, λες και κάποιος το είχε καθορίσει από πριν.

Στη γειτονιά δραστηριοποιούμασταν κυρίως τα σαββατοκύριακα. Εκτός εάν χιόνιζε. Τότε δεν μας σταματούσε τίποτα. Έπρεπε να βγούμε έξω να κυλιστούμε στο χιόνι. Αγαπημένη μας δραστηριότητα ήταν η γλίστρα. Διαλέγαμε μια μεγάλη κατηφόρα, καθόμασταν πάνω σε σακούλα και χωρίς να υπολογίζουμε κινδύνους που ελλόχευαν, γλιστρούσαμε στο παγωμένο χιόνι βγάζοντας άναρθρες φωνές ευχαρίστησης. Γινόμασταν πατόκορφα μούσκεμα. Επιστρέφαμε σπίτι κυριολεκτικά σαν βρεμένες γάτες, διότι γνωρίζαμε ότι μας περιμένει η κατσάδα της μαμάς.

Και ενώ το σχολείο κυλούσε στους δικούς του ρυθμούς, περιμέναμε με αγωνία τα πάρτι που γινόταν στα σπίτια φίλων. Αυτά τα νεανικά πάρτι που μας έδιναν την ευκαιρία να βρεθούμε μόνοι με συμμαθητές και εξωσχολικούς φίλους στο σπίτι κάποιου, ο οποίος είχε φροντίσει να διώξει τους γονείς του από το σπίτι. Όταν παίρναμε το πολυπόθητο προφορικό κάλεσμα, «Το Σάββατο θα κάνω πάρτι, θα έρθεις;», ξεκινούσαν οι προετοιμασίες. Αγοράζαμε τζιν παντελόνι, κουρευόμασταν, υπομέναμε το μαρτύριο το κόψιμο των νυχιών και γενικότερα ευπρεπιζόμασταν. Ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα από τα μαθήματα και τις παιδιάστικες ασχολίες στη γειτονιά.

Και φτάνει εκείνη η ιστορική μέρα. Έχουμε συλλέξει πληροφορίες από πριν για το ποιες συμμαθήτριες και φίλες τους θα παρευρίσκονται, ποιες είναι ελεύθερες και όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που θα μας βοηθούσαν να επικεντρωθούμε στον στόχο. Και ο στόχος ήταν ένας και μοναδικός. Η υπόθεση μπλουζ. Το πέσιμο εν ώρα μπλουζ. Βέβαια, όταν μιλάμε για “πέσιμο” μη φανταστείτε κάτι προχωρημένο. Θα ήταν άθλος για μας αν κάναμε μία βόλτα ως την κουζίνα του οικοδεσπότη με το επίμαχο πρόσωπο.

Και το πάρτι ξεκινά, τ’ αγοράκια από τη μία πλευρά και τα κοριτσάκια από την άλλη. Οι κοπέλες ήταν αφτιασίδωτες όμως μας γοήτευαν. Πασχίζαμε για ένα νεύμα συμπάθειας, ένα υπονοούμενο χαμόγελου στο πρόσωπό μας. Ακούγαμε στο πικάπ όλες τις επιτυχίες της εποχής, το κορίτσι του Μάη-Olympians (δισκάκι 45 στροφών), Papa Don't Preach-Madonna, Daddy Cool-Boney M, I Only Want to Be with You-Samantha Fox, Hot Stuff-Donna Summer, Y.M.C.A-Village People, Smoke On The Water-Deep Purple, I Was Made For Loving You-Kiss, Will Survive-Gloria Gaynor, The Doors - Break on Through (To the Other Side), Don’t Stop Till You Get Enough-Michael Jackson κ.ά. Ακόμη και σήμερα υπάρχει συναισθηματική σύνδεση με τα δημοφιλή τραγούδια εκείνης της εποχής. Όταν τα ακούμε αναπολούμε προσωπικές στιγμές από την παιδική μας ηλικία.

Κι αφού επιδίδαμε σόλο τις χορευτικές μας ικανότητες ωσάν νεότεροι John Travolta, με το Stayin’ Alive των Bee Gees, σαφώς επηρεασμένοι από την ταινία “Saturday Night Fever”, έφτανε η μαγική ώρα. Η ώρα του μπλουζ. Με το που ακουγόταν οι πρώτες νότες από το Monaco-Jean Francois Maurice, κάποιοι φροντίζανε να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα στο χώρο, από το ημίφως των πορτατίφ που βρισκόταν στις γωνίες του σαλονιού. Και αντί να ζητήσουμε κάποια για χορό, καθόμασταν στους καναπέδες. Κι εννοείται εμείς από τη μία πλευρά και τα κορίτσια από απέναντι. Η αμηχανία όλων ήταν έκδηλη στα πρόσωπά μας. Φυσάγαμε, ξεφυσάγαμε, ίδρωναν οι παλάμες μας και η ταχυπαλμία ήταν έντονη. Περιμέναμε τον πρώτο που θα κάνει την ηρωϊκή κίνηση και θα πάει να σηκώσει κοπελιά για χορό. Συνήθως αυτός που έκανε την ταρζανιά, ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία και διάλεγε στην αρχή, όχι την κοπέλα που τον ενδιέφερε, αλλά την κοπέλα που είχε την μεγαλύτερη άνεση και τις πιο φιλικές σχέσεις. Έτσι έσπαγε ο πάγος. Δειλά-δειλά παίρναμε κι οι υπόλοιποι θάρρος και διαλέγαμε από μία.

- Χορεύουμε; Ήταν η κλασική ερώτηση. Κάποιες βρίσκανε δικαιολογίες:
- Τον επόμενο χορό.
- Δεν έχω όρεξη.
- Είναι εδώ ο ξάδερφός μου και θα το πει στους δικούς μου.
Οι περισσότερες όμως ανταποκρινόταν. Πιάναμε λοιπόν την κορασίδα από τη μεσούλα, άλλα δεν κολλάγαμε πάνω της. Αν εναπόθετε τα χέρια της πάνω στους ώμους μας κι άφηνε ένα κενό ανάμεσά μας όσο μια διώρυγα, τότε πιάναμε το υπονοούμενο και την αφήναμε να επιλέξει αυτή το επίπεδο της προσκολλήσεως.

Αφήναμε την ερωτική αύρα να ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας και από την αμηχανία δεν έβγαινε άχνα. Δεν ξέραμε τι να πούμε. Κάποια στιγμή κάτι μουρμούριζε αυτή και κάναμε νεύμα μηχανικά “ναι-ναι” κι ας μην ακούγαμε τι έλεγε. Αφήναμε τη γλώσσα του σώματος να μιλήσει. Κι ενώ το Monaco μας ταξίδευε ερωτικά, ακούγεται από τα ηχεία το Careless Whisper-George Michael. Γινόταν γρήγορα η αλλαγή του δίσκου ώστε να μην πέσει μεγάλη σιωπή στην αλλαγή του κομματιού και χάσουμε το κορίτσι από κάποιον επιτήδειο κυνηγό. Διότι ο Ταρζάν, τον θυμάστε; Αυτός που έκανε την πρώτη κίνηση; Αφού ανέκτησε το θάρρος του, σιγά σιγά και υποχθόνια πλησίαζε το πρόσωπο που τον ενδιέφερε. Εδώ ελλόχευε ο κίνδυνος να χορεύεις εσύ με το πλατωνικό αμόρε του ταρζάν, να έχει μπαστακωθεί δίπλα σου και να σου χαλάσει το κόρτε με τη κορασίδα.

Μετά το θριαμβευτικό μπλουζ, ερχόταν η ώρα των δημοφιλών παιχνιδιών των πάρτι, η μπουκάλα και το θάρρος ή αλήθεια. Συνήθως ξεκινούσαμε με τη μπουκάλα. Η διαφοροποίηση του παιχνιδιού είχε να κάνει με τους όρους που έβαζε η κάθε παρέα. Δηλαδή, γινόταν συμφωνία από την αρχή αν το φιλί θα ήταν μάγουλο ή στόμα και αν θα φιλιόταν άτομα του ίδιου φύλου. Έπρεπε να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, διότι αν θα φιλιόταν τα κορίτσια θα’ πρεπε να γίνει και με τους άντρες το ίδιο. Και εννοείτε ότι δεν θέλαμε να φιλήσουμε τον Μπάμπη, που προηγούμενος είχε ταράξει τα δρακουλίνια με γεύση πάπρικα και είχε ρίξει πάνω του μισό μπουκάλι “Μυρτώ” λεμόνι. Γενικώς ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι που ξυπνούσε εφηβικά ένστικτα, όμως δεν βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε, το απολαμβάναμε.

Ορισμένα απογεύματα Σαββάτου τα αφιερώναμε στο σινεμά. Στα διαφημιστικά ταμπλό που υπήρχαν στο δρόμο, αναγραφόταν η ένδειξη “Σήμερον”, προμηνύοντας με αυτό τον τρόπο την ταινία, και από κάτω “κατάλληλο άνω 13 ετών”. Όσοι δεν είχαν την ηλικιακό όριο επέστρεφαν στη γειτονία. Υπήρχαν και περιπτώσεις που ενώ δεν είχαν την απαιτούμενη ηλικία, η σωματική τους διάπλαση ήτανε τέτοια που ξεγελούσε τον άνθρωπο στο γκισέ και περνούσαν μέσα. Πλατεία 15 δραχμές, εξώστης 12. Όταν θέλαμε να αγοράσουμε πασατέμπο ή αναψυκτικό, πηγαίναμε εξώστη γιατί τα λεφτά μας ήταν μετρημένα. Το μεγάλων διαστάσεων λευκό πανί, η σκοτεινή αίθουσα, η φωτεινή δέσμη της μηχανής προβολής, ο θόρυβος από το κινηματογραφικό καρούλι (μπομπίνα), οι πρωτογνώριστες φυσιογνωμίες που υπήρχαν στην αίθουσα, συνέβαλλαν στην ευχάριστη ψυχική κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν. Μπορεί η ταινία και οι πρωταγωνιστές να μας ήταν άγνωστοι, όμως το θεωρούσαμε ως κοινωνική έξοδος κι αυτό μας χαροποιούσε ιδιαίτερα.

Οι μηχανές προβολής ήταν χειροκίνητες και τα φιλμ εύφλεκτα. Σε πολλές περιπτώσεις κοβόταν ο ήχος ή καιγόταν το φιλμ την ώρα της προβολής. Αναγκαστικά τότε γινόταν διάλλειμα για να μονταριστεί η ταινία. Αν ο τεχνικός αργούσε, το ανυπόμονο κοινό επιδίδονταν σε σφυρίγματα και χειροκροτήματα. Επίσης, ενίοτε στη διάρκεια της ταινίας υπήρχαν μικροπροβλήματα με τους υπότιτλους. Είτε εμφανιζόταν ακανόνιστα στην οθόνη, είτε αργούσαν να εμφανιστούν. Τότε ακουγόταν από κάποιους θεατές, η ατάκα που άφησε εποχή στις αίθουσες του κινηματογράφου.
- Γράμματα χασάπηηηηηηηη!!!  Και φυσικά όλοι όσοι ήσαν στην αίθουσα ξεσπούσαν σε γέλια και άλλους είδους σχόλια.

Αυτή είναι η δική μας εποχή. Εποχή που πέρασε αλλά δεν λησμονήθηκε. Χρόνια τα οποία είχαν τη δική τους μαγεία. Μέσα από όλα αυτά μάθαμε να επικοινωνούμε, να προστατευόμαστε, να φοβόμαστε, να λυπόμαστε, να πληγωνόμαστε, να χαιρόμαστε, να γελάμε, να αγαπάμε, να εκτιμάμε τη φιλία και τη συντροφικότητα και να ωριμάζουμε αγνά. Βιώναμε την επιτυχία αλλά και την αποτυχία, χωρίς το φόβο της κατάθλιψης. Μάθαμε να εγκαρτερούμε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ακούγαμε, “περίμενε τον πατέρα σου”, “μη τρέχεις, περίμενε”, “περίμενε και θα τσιμπήσει το ψάρι”, “περίμενε να μεγαλώσεις πρώτα”, “περίμενε να έρθουν τα Χριστούγεννα και θα το πάρουμε τότε”, “περίμενε να κοινωνήσεις και μετά θα φας τσουρέκι”, “μη φεύγεις μόνος σου, περίμενε τον αδελφό/αδελφή σου”. Όμως αυτή η καρτερικότητα δεν στάθηκε εμπόδιο για κάτι περαιτέρω. Άλλωστε αυτό το παρελθόν είναι οι ρίζες της σημερινής μας πορείας.

Οι αναμνήσεις είναι ευχάριστες και οι εικόνες του παρελθόντος διαφορετικές για τον καθένα μας. Παρακολουθούσαμε οικογενειακώς και με αμείωτο ενδιαφέρον τα θέατρα της Δευτέρας. Η τηλεόραση ασπρόμαυρη, ενσωματωμένη σε έπιπλο-ντουλάπι, με δύο κανάλια, με εσωτερική κεραία και χωρίς τηλεκοντρόλ. Κάποιες στιγμές η εικόνα τρεμόπαιζε ή χανόταν εξ ολοκλήρου. Η επαναφορά της γινόταν με ένα δυνατό χτύπημα, πάνω σε συγκεκριμένο σημείο της τηλεόρασης.

Όμως οι ρομαντικές αυτές στιγμές ανήκουν στο παρελθόν. Οι εποχές αλλάζουν. Ασάλευτοι παρακολουθούσαμε την οθόνη της τηλεόρασης που άλλαζε χρώμα. Εισέβαλε στη ζωή μας το χρώμα, δηλαδή η έγχρωμη τηλεόραση. Η νέα εφεύρεση εξαπλώθηκε σαν αστραπή κι έτσι αγοράσαμε κι εμείς. Ξάφνου τα θέατρα της δευτέρας πήραν χρώμα κι εξαφανίστηκαν. Οι “Πανθέοι” έδωσαν τη θέση τους στη “Δυναστεία-Dallas”, το “Λούνα Παρκ” στη “Μέγκα Μπάνκα” και “Η Εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη” στον “Μαγκάρετ-Hawaii 5-0”.

Σταματήσαμε πια να σηκωνόμαστε για να αλλάξουμε κανάλι, παρά ήμασταν καθισμένοι αναπαυτικά και δίναμε τις εντολές από το τηλεκοντρόλ.
-Πάτα το δύο. -Το ένα. -Βάλε πάλι το δύο, να δούμε τι έχει.
Το κάθε μέλος της οικογένειας έλεγε το δικό του νούμερο, δίχως να είναι σίγουρο για το τι θέλει να δει. Και χωρίς να το καταλάβουμε αρχίσαμε να μπαίνουμε σε έναν άλλον κόσμο. Αυτόν της λάμψης και των μυρωδιών. Μπήκε το τηλεοπτικό χρώμα στη ζωή μας και είχαμε την ψευδαίσθηση ότι μυρίζαμε τα πάντα. Από τα φρεσκοπλυμένα σεντόνια “Αιγαίο” μέχρι τις κονσέρβες “Φλόκος”.

Με την είσοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης δε, το πάρτι άρχισε να παίρνει ξέφρενους ρυθμούς. Μας σαγήνευε ότι γινόταν μέσα στο κουτί. Συλλέγαμε άχρηστες πληροφορίες, «Η Ραφαέλα Καρά έβαψε τα μαλλιά της ξανθά», «Η Ορνέλα Μούτι είναι το κορίτσι του Αντριάνο Τσελεντάνο» και άλλα τέτοια είδους σχόλια. Και σαν δεν έφτανε αυτό, μετά από δικές μας πιέσεις, μπήκε στο σπίτι βίντεο με κασέτες Beta και δεύτερη τηλεόραση, ώστε να βλέπουμε πριβέ στα δωμάτιά μας τα καμώματα της εθνικής μας τηλεπερσόνας. Κάποιοι φρόντισαν να δημιουργήσουν το μύθο πως όποια δεν είναι σαν κι αυτή, λαμπερή, αμέριμνη, μακάρια, με οικονομική άνεση και ιδανικό σύντροφο, δεν μετράει σαν γυναίκα.

Και έπειτα η τηλεοπτική μόδα επέβαλε τις πρωϊνατζούδες. Το ανοιχτό μπούστο, τα σεξουαλικά υπονοούμενα, οι εύηθες απορίες της για τον «λούτσο», η κατασκευασμένη αφέλεια, απλώς τις αποφέρουν χρήματα. Το life style είναι σκληρό, η τηλεόραση επίσης, επίσης σκληροί και αυτοί που σε αποθεώνουν. Η πρωϊνατζού δεν είναι μια δουλειά την οποία κάνει καλά κι ευχάριστα. Είναι ένα πρότυπο που την έχουν κατασκευάσει και το κοινό είναι έτοιμο να την ρίξει από το θρόνο της όποτε το επιθυμεί.

Άραγε είχε τα ίδια παιδικά χρόνια με μας; Άραγε έπαιξε ποτέ «λάστιχο» με τις φίλες της; Ποιός ξέρει; Και να την αφήσουμε να μας τα διηγηθεί, θα μας τα παρουσιάσει όπως προβλέπει το savoir vivre της τηλεθέασης.  Οι βαφτίσεις των παιδιών της σε ζωντανή σύνδεση, να αξιολογούνται σε νούμερα της τηλεθέασης.
-Γιατί στα δικά μου βαφτίσια δεν ήταν τα media;
Οι καλεσμένοι να παρελαύνουν σωρηδόν από τα μεσημεριανά και να συναγωνίζονται ποιος θα παραθέσει στο κοινό τις περισσότερες dress code πληροφορίες, καθώς και πιπεράτες λεπτομέρειες από την προσωπική της ζωή.
Γιατί πρέπει να τα ξέρω όλα αυτά;

Σκέφτομαι όλους αυτούς που πίστεψαν στο όνειρο, πως η ιδανική ζωή είναι κάτι σαν τις διαφημίσεις διαφόρων προϊόντων, όπου όλοι ξυπνάνε ακούραστα, ευχάριστα και γελαστοί, έχουν το ιδανικό σπίτι, πάντα μοντέρνα διακοσμημένο, το παρουσιαστικό τους προσδίδει ότι δεν έχουν προβλήματα και η αγάπη πλημμυρίζει το χώρο. Κι αφού ζούνε στον ιδανικό τους κόσμο, γιατί αντιγράφουν τη βαφή μαλλιών της τηλεπερσόνας;

Νοσταλγώ τα παρελθόντα, τότε που υπήρχε γειτονιά, ζωή, φωνές, γέλια. Ίσως αυτό να συμβαίνει λόγω της τάσης που έχει η μνήμη να ωραιοποιεί το παρελθόν και ότι έχουμε μέσα μας ένα κομμάτι παιδικότητας. Ίσως. Αναπολώ τη στιγμή που έβγαινε στην τηλεόραση η ένδειξη “μας συγχωρείτε διακοπή”.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13 και 20 Φεβρουαρίου 2014, αρ. φύλλων 727 & 728.

2 σχόλια:

  1. Ρούλα Ζουπανιώτη20/6/14

    μου έρχεται στο μυαλό εκείνο το μαγικό, φτου ξελεφτερία ! απ' τα παλιά, που έχουν ομορφιά, μα είναι αναμνήσεις πια, κι απ' τα παρόντα, που είναι δύσκολα, και τα παρόντα είναι πάντα δύσκολα.
    ωραίο κείμενο !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το λουλουδάκι του μπαξέ20/6/14

    Αλήθεια γλυκό κείμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.