17/6/14

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΟΒΑΤΣΗ: Κάρολος Μαρξ ο ελληνολάτρης



Σκοπός του πονήματος αυτού είναι από τη μια μεριά να αποδείξει την αρχαιοελληνική παιδεία του Μαρξ, κι από την άλλη να αποδείξει ότι αυτοί που πρόβαλλαν το έργο του μεγάλου αυτού κοινωνικού και οικονομικού αναλυτή παρασιώπησαν, αγνόησαν και απαξίωσαν την ελληνική παιδεία του, όχι μόνο από άγνοια ή αμέλεια, αλλά πιθανότατα εξαιτίας κομματικής οδηγίας ή, και το πιθανότερο, αποστροφής τους προς την αρχαία ελληνική γραμματεία. Πέρα αυτών, με το άρθρο μου αυτό, όπως και ανάλογο προηγούμενο μου (*), θα προσπαθήσω να καταδείξω το μέγεθος της παραπληροφόρησης σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία αφορούν τον Μαρξ, καθώς και την επίμονη προσπάθεια αγνόησης της ελληνικής παιδείας του.

Αν δεν αναρωτηθεί κανείς, πώς είναι δυνατόν από τη μια μεριά να παρασιωπάται από τους Έλληνες «προοδευτικούς» μια πολύ σπουδαία πνευματική διάσταση του Μαρξ, δηλ. η ενδελεχής γνώση και μελέτη από αυτόν των αρχαίων ελληνικών κειμένων, και από την άλλη να γίνεται προσπάθεια προβολής αυτής της διάστασης του Μαρξ από ανθρώπους που είναι ταγμένοι στη αντίπερα όχθη, θα καταλάβει το μέγεθος του παραλογισμού και θα βγάλει παραπέρα συμπεράσματα για τη στρέβλωση και παραπληροφόρηση που γίνεται από μια μερίδα του ελληνικού λαού. Και όπως θα αποδείξω παρακάτω, αυτό το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά και παγκόσμιο και κινείται στην ίδια γραμμή και κατεύθυνση, δηλ. στην παραποίηση της αλήθειας με στρεβλώσεις γεγονότων ή παρασιώπηση αυτών για στενόμυαλους σκοπούς και επιδιώξεις.

Θα αρχίσω λοιπόν από το βασικό και κυρίαρχο στοιχείο, που δικαιώνει τον τίτλο του άρθρου αυτού και αποτελεί το βασικό σκαλοπάτι της ανέλιξης κάθε επιστήμονα, το οποίο και θα αναλύσω παρακάτω σε κάποια έκταση. Το στοιχείο αυτό είναι η διδακτορική διατριβή του Μαρξ με τίτλο «Διαφορά Δημοκρίτειας και επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας», η οποία εκδόθηκε και σχολιάσθηκε από τον αείμνηστο Π.Κονδύλη το 1983. Με τη διατριβή αυτή ο Μαρξ αναγορεύθηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Ιένας, το 1841.

Η διατριβή του αυτή γράφηκε σε επτά τετράδια, αποτελείται από δύο μέρη και δέκα κεφάλαια, και όταν πήγα στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου (Ιένας) να τα δω (κυρίως για να δω τις ιδιόγραφες αρχαιοελληνικές βιβλιογραφικές παραπομπές του), μου είπε ο βιβλιοθηκάριος ότι έχουν εξαφανιστεί, αλλά «μια και ήλθες, θα σου δείξω κάτι εξίσου (για Έλληνα) πολύτιμο», Μου έδειξε λοιπόν τις φωτογραφίες και τις χειρόγραφες σημειώσεις, που έγραφε ο Σλήμαν κάθε μέρα στις ανασκαφές της Τροίας.

Σε αντίθεση προς την παραπάνω έκδοση της διατριβής του Μαρξ και προς μερικές άλλες εκδόσεις γι’ αυτόν η ευρύτατα διαδεδομένη γνώμη και βιογραφική θεώρηση αυτού (Μαρξ) παραλείπει συστηματικά την αρχαία ελληνική του παιδεία, ακόμα και όταν γίνεται από τους πλέον ειδικούς και επαΐοντες για το μεγάλο αυτόν φιλόσοφο. Είναι όμως γενικά παραδεκτό, ότι ένα μεγάλο τμήμα του μαρξιστικού έργου έχει φιλοσοφική ταυτότητα και διάσταση, αλλά από την άλλη ο ίδιος ο Μαρξ κρατούσε μια απόλυτα περιφρονητική στάση προς τη φιλοσοφική αντιμετώπιση των πραγμάτων. Εννοείται, ότι σε ειδικά, αξιόλογα αλλά περιορισμένα, πονήματα είναι δυνατό να αναφέρεται η αρχαιολογική γνώση του Μαρξ και οι μελέτες του για την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά για το ευρύ κοινό και τους θαυμαστές του ο Μαρξ ήταν αποκλειστικά ο πρόδρομος και θεωρητικός της επανάστασης και ο γκουρού του κομμουνιστικού μανιφέστου. Ακόμα δε και για τους θεωρούμενους και αυτοαποκαλούμενους σοβαρούς Μαρξιστές (Ραφαηλίδης, Μπιτσάκης κτλ.), η διάσταση αυτή του Μαρξ ήταν στο περιθώριο, και όταν ρώτησα ένα βράδυ το μακαρίτη φίλο μου Β.Ραφαηλίδη για τη διατριβή του Μαρξ, ομολόγησε άγνοια. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο πανεπιστημιακός δάσκαλος δρ. Αλ.Χρύσης, ο οποίος γράφει: «ο μαρξιστικός λόγος συναντάται δημιουργικά με την αρχαιοελληνική γραμματεία, πηγές που συχνά υποτιμήθηκαν, αγνοήθηκαν ‘η αντιμετωπίστηκαν με απλουστευτικό τρόπο στον τόπο μας από την πλευρά του κομματικού αριστερού λόγου».

Πώς όμως να εξυμνήσουν την αρχαιοελληνική παιδεία του Μαρξ, όταν οποιοσδήποτε Έλλην θαυμάζει και καυχιέται για αυτήν χαρακτηρίζεται από τους καλούμενους «προοδευτικούς» σωβινιστής, προγονολάγνος, προγονόπληκτος, πατριδοκάπηλος και ενίοτε φασίστας; Αν δε ρωτήσετε οποιονδήποτε σπούδασε σε ρωσικό Πανεπιστήμιο (Λεμονόσωφ κτλ.) και μάλιστα έναν που σπούδασε οικονομικές επιστήμες, όπου διδάσκεται αναλυτικά η μαρξιστική οικονομία και οι θεωρητικές απόψεις του Μαρξ, θα σας πει ότι ουδέποτε τους είπαν για την αρχαιοελληνική υποδομή του Μαρξ, ούτε και για τη διατριβή του και ούτε ότι ο Μαρξ ξεκίνησε τη θεωρία του «περί Κεφαλαίου» αναλύοντας τα κοινωνικά και οικονομικά μεγέθη της αρχαίας Αθήνας. Από την άλλη όμως μεριά, όταν με ρώτησε ένας Έλληνας, που είχε σπουδάσει χημεία στη Ρωσία και μετανάστευσε εδώ, για να δουλέψει οπουδήποτε ως χημικός, γιατί εμείς οι Έλληνες και μάλιστα οι καθηγητές χημείας στα ΑΕΙ (όπως εγώ) δεν αναφέρουμε την συμβολή του Μεντελέγιεφ στην πρόοδο της χημείας, και του απέδειξα ότι αυτό ήταν μεγάλο ψέμα, δεδομένου ότι οποιοδήποτε βιβλίο (πανεπιστημιακό ή γυμνασιακό) και αν ανοίξεις, (του άνοιξα 5-6 βιβλία μου) θα διαπιστώσεις πρωτοκαθεδρία του Μεντελέγιεφ με το περιοδικό του σύστημα των χημικών στοιχείων, έμεινε εμβρόντητος και καταριόταν τους Ρώσους δασκάλους του για την παραπληροφόρηση και στρέβλωση της αλήθειας.

Διαβάζοντας τη διατριβή του Μαρξ καταλαβαίνεις όχι μόνο το βάθος των αρχαιοελληνικών γνώσεων του, αλλά και το ότι η αρχαιοελληνική του παιδεία υπήρξε γι’ αυτόν η βάση της μετέπειτα συγγραφής του βασικού επιστημονικού του έργου «Το Κεφάλαιο», δεδομένου ότι αυτό εν μέρει στηρίχθηκε στην ανάλυση του Μαρξ για την κοινωνία και οικονομία των αρχαίων Ελλήνων, την οποία ανάλυσε διεξοδικά και εμπεριστατωμένα σε όλη της την έκταση και σημασία.

Πριν προχωρήσω και αναλώσω τη διατριβή του Μαρξ και τα συμπεράσματα του, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η εργασία μου αυτή αποσκοπεί να κάνει ανάλυση και θεώρηση της εργασίας του Μαρξ αποκλειστικά στα περιορισμένα πλαίσια των φυσικών επιστημών και μάλιστα σε σχέση με την αρχαιοελληνική του παιδεία, και να μην αναμειχθεί ή ασχοληθεί με κανένα τρόπο με τη γενικότερη παιδεία ή φιλοσοφία του, δεδομένου ότι δεν έχω ανάλογη υποδομή και απέχω πολύ από το να μπορώ να αναλύσω το Κεφάλαιο ή το Μανιφέστο του.

Με άλλα λόγια, εξετάζω τον Μαρξ όχι ως κοινωνικό και οικονομικό αναλυτή, αλλά ως αναλυτή φυσικών φαινόμενων, όπως έκαναν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι (Θαλής, Ηράκλειτος, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Εμπεδοκλής, Πυθαγόρας, Παρμενίδης, Ξενοφάνης, Ζήνων, Μέλισσος κτλ.) και μάλιστα αποκλειστικά σε σχέση με τη διατριβή του και τα χειρόγραφα του.

Επομένως, ας μη θεωρηθεί το άρθρο μου αυτό στην ΟΔΟ ως μια γενική θεώρηση του Μαρξ και του Μαρξισμού και των άλλων θεωριών του και της επίπτωσης τους στην παραπέρα διαμόρφωση ιδεών και κινημάτων. Επαναλαμβάνω ότι το πόνημα αυτό είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στη διατριβή και ελληνολατρία του και στη θεώρηση του στα φυσικά φαινόμενα, διότι αυτό μόνο μπορώ να κάνω ως διδάκτωρ των Φυσικών επιστημών και της Ιατρικής.

Ύστερα από την παραπάνω διευκρίνιση και πριν αναλύσω τη διατριβή του Μαρξ λεπτομερώς, θα ήθελα να παραθέσω μερικά βιογραφικά στοιχεία, τα οποία όχι μόνο στηρίζουν το χαρακτηρισμό του ως Ελληνολάτρη, αλλά καταδεικνύουν την αγάπη και το θαυμασμό του για τους αρχαίους Έλληνες επιστήμονες, τους οποίους θεωρούσε «αιώνιους δασκάλους του» και ότι «μέρα με τη μέρα γινόμαστε περισσότερο Έλληνες». Εξάλλου, όπως γράφει και ο Κονδύλης, η υπεράσπιση από τον Μαρξ του Πλατωνισμού πηγάζει, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από την, ισόβια άλλωστε, λατρεία του Μαρξ προς το αρχαιοελληνικό κλασσικό ανθρωπιστικό ιδεώδες, που το έβλεπε ως μια απτή αντίθεση του χριστιανικού αλλοκοσμισμού.

Ο Μαρξ γεννήθηκε στο Τρηρ, στις 5 Μαΐου του 1818, από οικογένεια ευκατάστατη αλλά όχι πλούσια, και ο πατέρας του ήταν δικηγόρος παρ’ εφέτες, ο οποίος συχνά θύμιζε στο γιο του τις μεγάλες δυσκολίες που χρειάσθηκε να ξεπεράσει στις αρχές της σταδιοδρομίας του. Στο Λονδίνο έζησε 15 χρόνια (1849-1864) και, αφού έμεινε και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης (Βρυξέλλες, Παρίσι, Ανόβερο κτλ.), πέθανε σε ηλικία 65 ετών το 1883. Παρ’ όλο που οι γονείς του Μαρξ κατάγονταν από οικογένεια ραβίνων, η εβραϊκή ορθοδοξία πολύ λίγο επηρέασε την ανατροφή του. Ο πατέρας του ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό το 1816. Η απομάκρυνση του από την εβραϊκή θρησκεία είχε συντελεσθεί πολύ ενωρίτερα, και το 1824 βάφτισε τα παιδιά του, μεταξύ των οποίων και τον Καρλ. Ο Καρλ ήταν ο τρίτος από τα 9 αδέλφια.

Κατά την παιδική του ηλικία ο Καρλ ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος με την αδελφή του Σοφί, δυο χρόνια μεγαλύτερη του και συμμαθήτρια της Τζέννυ φον Βεστφάλεν, μελλοντικό μεγάλο έρωτα του. Για τα παιδικά χρόνια του Καρλ δε γνωρίζουμε πολλά. Οι γυμνασιακές σπουδές του ήταν ικανοποιητικές, χωρίς να είναι λαμπρές. Στο γυμνάσιο πήρε δύο επαίνους, έναν για την επίδοση του στις κλασσικές γλώσσες και έναν άλλο για τις εκθέσεις του στα Γερμανικά. Ο Μαρξ ήταν από τους μικρότερους μαθητές της τάξης και δημιούργησε λίγες φιλίες στο γυμνάσιο. Έκανε παρέα κυρίως με τον Έμμεριχ Γκραχ, πρόεδρο αργότερα του δικαστηρίου στο Τρηρ, και τον Έντγκαρ φον Βεστφάλεν, μέλλοντα κουνιάδο του και μικρότερο του κατά ένα χρόνο.

Ο Καρλ Μαρξ γράφτηκε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Βόννης, στις 15 Οκτωβρίου 1835 για δύο εξάμηνα μέχρι τον Αύγουστο του 1836. Γυρίζοντας από τη Βόννη στο Τρηρ, αρραβωνιάζεται κρυφά την παιδική του φίλη Τζέννυ φον Βεστφάλεν. Ο αρραβώνας επισημοποιήθηκε τον επόμενο χρόνο 1837, όταν ο Μαρξ έγραψε στον Βαρόνο φον Βεστφάλεν ζητώντας το χέρι της κόρης του. Ο Λούτβιχ φον Βεστφάλεν, μυστικός σύμβουλος της κυβέρνησης, ήταν στενός φίλος του πατέρα του Καρλ. Ο Λούτβιχ φον Βεστφάλεν ήταν παθιασμένος με τη λογοτεχνία και διάβαζε τον Όμηρο από το πρωτότυπο. Το 1841 ο Μαρξ θα του αφιερώσει τη διδακτορική του διατριβή.

Η ενασχόληση του Μαρξ με την αρχαιοελληνική και λατινική γραμματεία έχει σημείο εκκίνησης τα νεανικά και ειδικότερα τα μαθητικά του χρόνια, και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η βιβλιοθήκη του Μαρξ κατά το θάνατο του, περιλάμβανε 89 τόμους κλασσικών έργων, ελλήνων και λατίνων συγγραφέων, από τους οποίους οι 48 τόμοι ήταν στη γλώσσα του πρωτότυπου. Ανάμεσα στους συγγραφείς αυτούς περιλαμβάνονται ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Διόδωρος, ο Ισοκράτης, ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Αριστοτέλης, ο Αισχύλος και πολλοί άλλοι. Ο Καρλ ήξερε καλά την αρχαία ελληνική και λατινική και μάλιστα, όταν κάποιος διάβαζε κάποιο κείμενο στα ελληνικά ή λατινικά, άνετα μπορούσε να μεταφράζει, το κείμενο που άκουγε, στα γερμανικά. Αργότερα μετέφρασε από τα αρχαία ελληνικά στη μητρική του γλώσσα ένα μέρος της «Ρητορικής» του Αριστοτέλη και το έργο του Αππιανού «Εμφύλιοι πόλεμοι».

Ο Μαρξ μελέτησε τα έργα του Αριστοτέλη «Πολιτικά» και «Ηθικά Νικομάχεια», τα έργα του Πλάτωνα «Πολιτεία», «Νόμοι» κ.α. Πολλές φορές στα έργα του αναφέρεται στον Αριστοτέλη, ως μεγάλο στοχαστή και εκπρόσωπο της φιλοσοφικής και επιστημονικής σκέψης του 4ου π.Χ. αιώνα. Είδε στο Σταγειρίτη έναν βαθύ ερευνητή και τον χαρακτήρισε ως τον «Μεγαλέξανδρο της Ελληνικής Φιλοσοφίας». Η αριστοτελική σκέψη βοηθούσε τον Μαρξ στη διατύπωση της διδασκαλίας του για το εμπόρευμα, την αξία, το χρήμα και τις πρώτες μορφές του τοκογλυφικού και εμπορευματικού κεφαλαίου.Από μικρός ο Μαρξ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική μυθολογία, και ιδιαίτερα για τον Προμηθέα. Τα λόγια του Προμηθέα, ότι μισεί τους θεούς, στρέφονται και ενάντια στους επίγειους δυνάστες, ενάντια στο κράτος και τη βία, και συμβολίζουν την υπεροχή των καταπιωμένων ενάντια στο δεσποτισμό των καταπιεστών τους.

Κατά την παραμονή του στο Ανόβερο (Απρίλιος-Μάιος 1867) φιλοξενήθηκε στο σπίτι φίλου του Α. Κούνγκερμαν. Η κόρη του φίλου του Φραντσέσκα αναφέρει ότι στο δωμάτιο που έγραφε ο Μαρξ το «Κεφάλαιο», σε ένα τραπέζι, υπήρχε ένα αγαλματίδιο της Αθήνας με το σύμβολο της, μια μικρή κουκουβάγια. Ο Μαρξ καθόταν σε μια σάλα που την έλεγαν «Όλυμπο», γιατί ολόγυρα υπήρχαν προτομές αρχαίων Ελλήνων θεών.

Ο Μαρξ είχε μελετήσει σε βάθος την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια». Παρόλο που το θέμα των φιλολογικών αυτών μνημείων έχει μυθολογικό χαρακτήρα, μπόρεσε να ξεχωρίσει ο Μαρξ μερικά αληθινά στοιχεία, που τον βοήθησαν να κατανοήσει πως έγινε το πέρασμα από το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα στην ταξική δουλοκτητική κοινωνία. Αυτό το άφθαστο είδε ο Μαρξ στα Ομηρικά έπη. Για το λόγο αυτόν ο Όμηρος παρέμεινε, σε όλη του τη ζωή, από τους πιο αγαπημένους του ποιητές της αρχαιότητος. Η μικρότερη κόρη του Ελεονόρα Μαρξ Έβελινγκ γράφει ότι ο πατέρας της διάβαζε την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» μεγαλόφωνα, για να ακούνε και οι άλλες θυγατέρες του.
Ο Μαρξ αποκαλούσε τους έλληνας τραγικούς -Αισχύλο, Σοφοκλή και Ευριπίδη- «Μέγιστους έλληνες ποιητές», και τις τραγωδίες τους «συγκλονιστικά δράματα από την ζωή των Μυκηνών και Θηβών». Ο Λαφάργκ υπογραμμίζει ότι ο Μαρξ διάβαζε και ξαναδιάβαζε, κάθε χρόνο, τον Αισχύλο στο πρωτότυπο. Τον αγαπούσε όσο αγαπούσε τον Σαίκσπηρ και θεωρούσε αμφότερους, σαν τις πιο μεγάλες διάνοιες στον τομέα της δραματουργίας.


Στο πανεπιστήμιο ο Μαρξ είχε ασχοληθεί ειδικά με τα έργα του Ευριπίδη. Η «Μήδεια», η «Εκάβη», η «Ηλέκτρα» και άλλα έργα του μεγάλου υπήρξαν αντικείμενα ιδιαίτερης μελέτης και ανάλυσης του φοιτητή Μαρξ. Είχε διαβάσει από το πρωτότυπο τον Αριστοφάνη, τον Κικέρωνα, ως τον Πλούταρχο. Ο Μαρξ είχε επίσης μελετήσει τα έργα των σοφιστών-Πρωταγόρα, Γοργία, Διαγόρα, Αλκιδάμα και άλλων εκπροσώπων της σοφιστικής- και τόνισε ότι το θετικό φιλοσοφικό σύστημα των Ελλήνων ακολούθησε τους σοφιστές και τον Σωκράτη και εντοπίσθηκε στην εγκυκλοπαιδική επιστήμη του Αριστοτέλη. Παράλληλα ο Μαρξ ασχολήθηκε με τη σωκρατική φιλοσοφία, είδε στον Σωκράτη την ενσάρκωση της φιλοσοφίας, την τάση του να απαλλάξει από τον μυστικισμό, τον χαρακτήρισε σαν φορέα μιας όχι θεϊκής αλλά ανθρώπινης μορφής, σαν έναν από τους ιδρυτές της φιλοσοφικής διαλεκτικής. Ασχολούμενος με τα προβλήματα της αρχαίας διαλεκτικής, ο Μαρξ, μελέτησε τα σωζόμενα αποσπάσματα του Ηρακλείτου και πήρε ενεργό μέρος στη συζήτηση, που γινόταν στους φιλοσοφικούς κύκλους της εποχής του για τη σημασία και το ρόλο της ηρακλείτειας διαλεκτικής στην ιστορία της αρχαιοελληνικής και της παγκόσμιας φιλοσοφικής σκέψης.

Ο Εφέσιος στοχαστής (Ηράκλειτος), συνεχιστής της κοσμοαντίληψης των φιλοσόφων της Ιωνίας και ιδρυτής της σχολής της Εφέσου εγκαινίασε μια νέα σελίδα στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφικής σκέψης. Ο Μαρξ στο φιλοσοφικό σύστημα του Ηρακλείτου, παρά τον απλοϊκό χαρακτήρα του, ξεχώρισε τον υλισμό και τη διαλεκτική του. Κατά τον Ηράκλειτο η αρμονία του σύμπαντος δεν δημιουργήθηκε από κανένα άνθρωπο, αλλά ήταν και θα είναι μια αείζωη φωτιά, η οποία σβήνει και ανάβει σύμφωνα με καθορισμένους νόμους. Στη φύση και την κοινωνία όλα ρέουν. Τα αντίθετα (θερμό-ψυχρό κτλ.) υπάρχουν μέσα σε μια διαρκή πάλη (Πόλεμος πάντων πατήρ).

Η φιλοσοφική σκέψη και οι αντιλήψεις των εκπροσώπων της Ιωνικής σχολής, η αντικειμενική διαλεκτική του Ηράκλειτου, οι Πυθαγόρειοι και οι Ελεάτες στοχαστές, και κατά κύριο λόγο οι ατομικοί φιλόσοφοι, μελετήθηκαν από τα νεαρό Μαρξ διεξοδικά και εμπεριστατωμένα, προκειμένου να γράψει τη διατριβή του. Χαρακτήρισε τον Λεύκιππο (500-440 π.Χ.) ως ιδρυτή της ατομικής θεωρίας και διδάσκαλο του Δημόκριτου (460-370 π.Χ.) και απεκάλεσε τον Δημόκριτο πρώτο εγκυκλοπαιδικό μυαλό της αρχαιότητας.Η βάση της διδασκαλίας του μεγαλύτερου υλιστή φιλοσόφου της αρχαίας Ελλάδος, που είναι ότι «αρχή του σύμπαντος είναι το άτομο και το κενό», οδήγησε τον Μαρξ στην απόφαση να μελετήσει και να συγκρίνει τις αντιλήψεις του Δημόκριτου και του Επικούρου, ως των πιο γνήσιων εκπροσώπων της φιλοσοφικής υλιστικής σκέψης της αρχαιότητας.

Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι ο Μαρξ ανήκε στους κύκλους των αριστερών νέων Εγελιανών και ότι ο Έγκελς ήταν επίσης λάτρης της αρχαιοελληνικής γραμματείας και δεν δίσταζε να δηλώσει ότι: «η καθαρά λεγόμενη ανύψωση και πραγματική αναγέννηση του πνεύματος πρέπει να αναζητηθούν πρώτα στην Ελλάδα», και πάλι όμως αυτό δεν αρκεί, για να εξηγηθεί αυτή η προτεραιότητα του Μαρξ να επιλέξει ένα ορισμένο, και όχι ένα οποιοδήποτε κομμάτι του φιλοσοφικού παρελθόντος, για να προβάλλει μέσα σε αυτό το παρόν και τους προβληματισμούς του. Παρεμπιπτόντως, θα αναφέρουμε ότι ο Έγκελς διάβαζε με ιδιαίτερη επιμονή τους διαλόγους του Πλάτωνα και ασχολήθηκε με τη μετάφραση του Ομήρου και του Ευριπίδη. Σε μια γιορτή του γυμνασίου απάγγειλε ένα ποίημα στα ελληνικά, που είχε γράψει ο ίδιος σχετικά με τη μονομαχία του Ετεοκλή και του αδελφού του Πολυνείκη.

Από τα προηγούμενα βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα της ενδελεχούς γνώσης από τον Μαρξ των αρχαιοελληνικών κειμένων και τις αρχαίας ελληνικής γραμματείας και δικαιολογείται πλήρως ο χαρακτηρισμός του ως «ελληνολάτρη» στον τίτλο της εργασίας μου αυτής και δεν χρειάζεται να παραθέσω και άλλα παρεμφερή στοιχεία και γεγονότα, αν και διαθέτω (ιδίως από την εικονογραφημένη βιογραφία του), προκειμένου να γίνει πιο αντιληπτή και κατανοητή η προσήλωση του στο αρχαιοελληνικό πνεύμα και στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Αν μάλιστα ρωτήσετε πόσοι σύγχρονοι Έλληνες έχουν την τόσο εκτεταμένη αρχαιοελληνική παιδεία του Μαρξ, δεν νομίζω πως είναι περισσότεροι από δέκα (εγώ πάντως δεν συμπεριλαμβάνομαι σ’ αυτούς).

Ας έλθουμε τώρα στην ανάλυση της διατριβής του και τα συμπεράσματα του, όπως αυτά διατυπώνονται στην περισπούδαστη μελέτη του. Όπως ο ίδια ο Μαρξ διευκρίνισε αργότερα, τα ενδιαφέροντα που τον ώθησαν στη συγγραφή της διατριβής του δεν ήταν «φιλοσοφικά», αλλά εμπνέονταν από τη φιλοδοξία του να θέσει και να λύσει προβλήματα, που βρίσκονταν στο επίκεντρο πνευματικών αντεγκλήσεων της εποχής του και που από θεωρητική τους αντιμετώπιση αναμένονταν ορισμένα πρακτικά, δηλ. πολιτικά αποτελέσματα. Αυτό δεν είναι γενικά αποδεκτό, διότι π.χ. το ζητούμενο είναι ποια ακριβώς προβλήματα και με ποια προτεραιότητα κεντρίζουν αυτά τη σκέψη του Μαρξ. Η διδακτορική διατριβή του Μαρξ είναι ένα κείμενο καμπής, που αποπνέει την αύρα της νιότης, ενός πνεύματος που ξεκινά να κατακτήσει τον κόσμο. Εξάλλου η ασχολία του Μαρξ με την αρχαία Ελλάδα δεν περιορίζεται στη διδακτορική του διατριβή, αλλά απ’ όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, φαίνεται ότι είχε ευρύτατη και πολύπλευρη γνώση και αναφορά σε όλο το φάσμα της αρχαιοελληνικής γραμματείας.

Από ό,τι φαίνεται από τον τίτλο της διατριβής, στο επίκεντρο της βρίσκεται η αντιπαράθεση Δημόκριτου και Επικούρου. Οι δύο αυτοί Έλληνες φιλόσοφοι, ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος, ενσαρκώνουν κατ’ αρχήν δύο διαφορετικές φιγούρες σοφών, και κατ’ επέκταση δύο διαφορετικές, αντιθετικές μεταξύ τους, στάσεις ζωής. Η επιλογή του θέματος της διατριβής εξηγείται κυρίως από το φιλοσοφικό ενδιαφέρον των νεογελιανών (όπου ανήκε ο Μαρξ) για την κατηγορία της αυτοσυνειδησίας και την φυσική έλξη του ίδιου του Μαρξ προς τον αντιθεολογικό λόγο του Επίκουρου. Ένας σημαντικός λόγος που εμπνέει στον Μαρξ δυσπιστία απέναντι στον Δημόκριτο και ευμένεια απέναντι στον Επίκουρο, είναι ότι ο πρώτος υιοθετεί στάση αγωνιστική, ενώ ο δεύτερος δέχεται τη δυνατότητα της βέβαιης γνώσης, έστω και αν τέτοια μπορεί να είναι μονάχα η αισθητή γνώση. Όμως ο Μαρξ περιμένει κάτι από την ατομική θεωρία του Δημοκρίτου, εκείνο δηλαδή που νομίζει ότι παρέχει η Επικούρεια θεωρία για την αποκλίνουσα κίνηση των ατόμων, δηλ. την οντολογική θεμελίωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Απόκλιση σημαίνει διαφορά και όχι ενσωμάτωση. Η ελευθερία σύμφωνα με τον Επίκουρο είναι κατ’ εξοχήν ελευθερία από το φόβο, τον πόθο, τον πόνο και την ταραχή, όπως θα μας πει ο ίδιος και θα μας υπενθυμίσει ο Εγκελς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επικούρεια ελευθερία συγκρούεται με κάθε έννοια αναγκαι ότητας και πολύ περισσότερο μοιρολατρίας.

Αν για τον Δημόκριτο η επιστήμη σηματοδοτεί και μεθοδική ανάλυση των δεδομένων του αντικειμενικού κόσμου, για τον Επίκουρο δεν μπορεί παρά να σημαίνει μέθοδο και γνώση ενός τρόπου ζωής, που κατατείνει στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τον φόβο των θεών, και του θανάτου.Από την άλλη πλευρά ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί το παράδοξο ότι, ακριβώς επειδή ακολουθεί αυτή τη συλλογιστική, φθάνει στα δυο πορίσματα, από τα οποία το πρώτο δείχνει τις διαφορές Δημοκρίτου και Επικούρου και το δεύτερο είναι η διαπίστωση ότι οι φυσικές θεωρίες του Επικούρου εξαρτώνται από τις ηθικοφιλοσοφικές του απόψεις. Για όλους ο Επίκουρος θεωρείται άθεος φιλόσοφος και ο Λουκρήτιος τον εξυμνεί ως ήρωα, που για πρώτη φορά ανέτρεψε τους θεούς και ποδοπάτησε τη θρησκεία. Κατά το Seigel αυτό που κατ’ εξοχήν εκτιμά ο Μαρξ στον Δημόκριτο είναι το πάθος του να ανακαλύψει αιτιότητες στον κόσμο της φύσης, ενώ στον Επίκουρο εκτίμησε την αντίθεσή του στη θρησκεία.

Ο Επίκουρος πήρε από τον Δημόκριτο την αντίληψή του για την φύση, αλλά έκανε ορισμένες αλλαγές. Η πιο σημαντική έγκειται στη θεωρία της λεγόμενης «παρέκκλισης των ατόμων», σύμφωνα με την οποία τα άτομα πέφτουν όχι κατακόρυφα, αλλά παρεκκλίνουν από την ευθεία. Τα αποκλίνονται άτομα σπάζουν τα δεσμά της ειμαρμένης. Οι μεταγενέστεροι (Κικέρων, Πλούταρχος, Καντ κτλ.) ειρωνεύθηκαν αυτόν τον ισχυρισμό του Επικούρου. Για τον Δημόκριτο είχε σημασία μόνο η υλική ύπαρξη των ατόμων, ενώ ο Επίκουρος εξηγεί και την έννοια του ατόμου, την ύλη του και τη μορφή του. Ο Δημόκριτος πρέσβευε ότι οι αρχές των πάντων είναι τα άτομα (πλήρες) και το κενό. Το κενό ο Δημόκριτος το ονομάζει μη ον και στέρηση. Όλοι όμως συμφωνούν ότι ο Επίκουρος ξεσήκωσε τη φυσική του από τον Δημόκριτο, ενώ ο Leibniz του αρνείται ακόμα και την ικανότητα να αντιγράψει επιδέξια τον Δημόκριτο. Εξάλλου, ο Δημόκριτος κατείχε τέλεια τη φυσική και τα μαθηματικά.

Ο Επίκουρος δέχεται μια τριπλή κίνηση των ατόμων στο κενό. Η μία κίνηση είναι η πτώση σε ευθεία γραμμή, η άλλη προκύπτει όταν το άτομο αποκλίνει από την ευθεία και η τρίτη γεννιέται χάρη στον αποπαλμό των πολλών ατόμων. Τον όρο αποπαλμό χρησιμοποιεί ο Κονδύλης, ενώ ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον λατινικό όρο repulsion, και πρόκειται για την αναπήδηση ή παλινδρομική κίνηση που κάνουν τα άτομα, όταν το ένα προσκρούει στη σκληρή επιφάνεια των άλλων. Ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος δέχονται από κοινού την πρώτη και την τρίτη κίνηση, ενώ η δεύτερη γίνεται δεκτή μόνο από τον δεύτερο, σε αντίθεση με τον πρώτο. Ο αποπαλμός είναι η πρώτη μορφή της αυτοσυνειδησίας, αντιστοιχεί επομένως στην αυτοσυνειδησία, η οποία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως αφηρημένη ατομικότητα. Ο Δημόκριτος βλέπει τις ιδιότητες των ατόμων μονάχα σε σχέση με τη διαμόρφωση των διαφορών του φαινομένου κόσμου και όχι σε σχέση με το ίδιο το άτομο. Ο Επίκουρος τις ιδιότητες αυτές τις περιγράφει ως μέγεθος, μορφή και βάρος.

Πέρα από αυτά είναι ιστορικά βέβαιο ότι ο Δημόκριτος χρησιμοποιούσε την κατηγορία της αναγκαιότητας, ενώ ο Επίκουρος την κατηγορία του τυχαίου και μάλιστα ο καθένας τους απορρίπτει την αντίθετη άποψη. Ο Επίκουρος πίστευε ότι μπορούσε να ξεφύγουμε από την αναγκαιότητα της Ειμαρμένης, ενώ ο Δημόκριτος προτιμούσε την άποψη ότι τα πάντα γίνονται από αναγκαιότητα. Όλα γίνονται σύμφωνα με την αναγκαιότητα, και αιτία της γένεσής των πάντων είναι η δίνη, την οποία ονόμασε αναγκαιότητα. Το πεδίο αυτό της αντιπαράθεσης αποτελεί, κατά τον Μαρξ, δύο διαμετρικά αντίθετους τύπους φιλοσοφικού στοχασμού και πρακτικής δραστηριότητας. Για τον Δημόκριτο η ερμηνεία του κόσμου στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αναγκαιότητας, ενώ ο Επικούρειος στοχασμός αναδεικνύει το ρόλο του τυχαίου. Ο συγκερασμός των δύο απόψεων από το σύγχρονο Νομπελίστα Ζακ Μονό ίσως να προήλθε από τη μελέτη των δύο Ελλήνων φιλοσόφων, δεδομένου ότι στον πρόλογο του γράφει ότι κατά τον Δημόκριτο «ό,τι υπάρχει στο σύμπαν είναι προϊόν τύχης και».

Τελειώνοντας, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε στα παρακάτω τις διαφορές των δύο φιλοσόφων: 1) Ο μεν Δημόκριτος συγκλίνει προς τον ντετερμινισμό, ενώ ο Επίκουρος επιλέγει τον δρόμο που οδηγεί στην επικούρεια αντίληψη περί ελευθερίας. Για τον Δημόκριτο τα πάντα, τα περασμένα, τα τωρινά και τα μέλλοντα, τα διέπει η αναγκαιότητα εξ αρχής και από χρόνο άπειρο. Για τον Επίκουρο η ελευθερία της αυτοσυνειδησίας αποτελεί κύριο στόχο, αν και η αυτοσυνειδησία γίνεται αντιληπτή μονάχα με την ατομική της μορφή και 2) Η ατομιστική θεωρία βρήκε στον Επίκουρο τη διεξοδική της διατύπωση ως φυσική επιστήμη της αυτοσυνειδησίας, ενώ για τον Δημόκριτο το άτομο είναι απλώς η γενική αντικειμενική έκφραση της εμπειρικής φυσικής έρευνας στο σύνολό της.

Τέλος, θα πρέπει να απαντήσουμε στο εύλογο ερώτημα γιατί οι «προοδευτικοί» παρασιωπούν συστηματικά τη γνώση του Μαρξ για την αρχαιοελληνική γραμματεία; Οι λόγοι κατά τη γνώμη μου είναι τρεις: Πρώτος είναι απ’ αυτούς η προβολή της αρχαιοελληνικής γραμματείας χαρακτηρίζεται ως σωβινισμός και έτσι δεν είναι δυνατόν να έχουν κοινή αποδοχή και θαυμασμό για αντικείμενο το οποίο άλλοι θαυμάζουν, ενώ αυτοί το χαρακτηρίζουν προγονοπληξία. Δεύτερος λόγος είναι ότι τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό ανέδειξαν και δόξασαν τον 19ο και 20ο αι. γερμανοί φιλόσοφοι, (Νίτσε, Χάιντεγκερ κ.α.), οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως θεωρητικοί του ναζισμού και επομένως δεν μπορούν να έχουν κάτι το κοινό οι «προοδευτικοί» μαζί τους. Τρίτος είναι ότι στο παρελθόν η αρχαιοελληνική γραμματεία χρησιμοποιήθηκε από μερικούς, για να στηρίξουν τη θεωρία της αρίας φυλής και την υπεροχή της έναντι των άλλων, και επομένως δεν είναι δυνατόν να θαυμάζεται από «προοδευτικούς» θεωρητικούς του Μαρξισμού κάτι το οποίο θεωρείται εθνικιστικό.
Προτιμούν λοιπόν οι «προοδευτικοί» να αποκρύψουν την ενδελεχή γνώση του Μαρξ της αρχαιοελληνικής γραμματείας (την οποία μελετούσε από το πρωτότυπο), παρά να την προβάλλουν και να θεωρηθούν ελληνολάτρες.



Βιβλιογραφία
-Κοβάτση Αν. Ο Μαρξ και η αρχαιοελληνική του παιδεία. «Ελληνική Αγωγή» 9, 28/81, σελ 49-52
-Καρλ Μαρξ. Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας. Μετ. Π. Κονδύλης. Εκδ. Γνώση, Αθήνα 1983
-Τσιμπουκίδη Δημ. Οι Κλασικοί του Μαρξισμού στην Ελλάδα. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996
-Χρύσης Αλεξ. Ο Μαρξ της εξέγερσης στον κήπο του Επίκουρου. Εκδ. Γκοβότση, Αθήνα 2003
-Κονδύλη Π. Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα. Εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1984, 2001
-Εκδόσεις Θεμέλιο. Μαρξ, Βιογραφία εικονογραφημένη, Αθήνα 1985
-Πελεγρίνη Θ. Λεξικό της φιλοσοφίας, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ.97, Αθήνα 2004
-Μπιτσάκης Ευτ. Η Φύση στη διαλεκτική Φιλοσοφία. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003
-Ο Βασικές αρχές της Μαρξιστικής Φιλοσοφίας. Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2005, Συλλογικό έργο ένδεκα Ρώσων ακαδημαϊκών
-Eagleton Terry.Μαρξ, Εκδ, Ενάλιος, Αθήνα 1997
-Φάιν Μπεν. Τι είναι το κεφάλαιο του Μαρξ. Εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1975
-Τα μαθηματικά χειρόγραφα του Μαρξ, μετ. Μ. Κωνσταντινίδη, Εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1987
-Μπεναρδής Αλκ.-Σπίνος Κ. Τι είπαν οι ξένοι για την Ελλάδα. Εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα 1998
-Μαρξ Ελεονωρα Έβελιννγκ, Φευγαλέες σημειώσεις. Μόσχα 1933
-Λαφάργκ Π. Αναμνήσεις γύρω από τον Μαρξ, Μόσχα 1958
-Κοβάτση Α.Η συμβολή του Ακραγαντίνου Εμπεδοκλή στην περιγραφή του DNA και στη σύγχρονη βιολογία-γενετική. ΙΧΩΡ 2001, τευχ.10
-Μονό Ζακ. Η τύχη και η αναγκαιότητα. Εκδ. Ράππα, Αθήνα.


(*) Κοβάτση Αν. Ο Μαρξ και η αρχαιοελληνική του παιδεία. «Ελληνική Αγωγή» 9, 28/81, σελ 49-52



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 6 και 13 Φεβρουαρίου 2014, αρ. φύλλων 726 & 727 φύλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.