30/4/11

ΑΘΗΝΑΣ ΔΟΥΜΑ: Αρχαίοι χώροι στην Ορεστίδα

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο Νομός Καστοριάς, δίκαια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο λιγότερο ερευνημένος της Μακεδονίας, όσον αφορά τις προχριστιανικές αρχαιότητες και αυτό παρά το γεγονός ότι κατέχει ποικίλες πλουτοπαραγωγικές πηγές και σημαντική θέση πάνω στους άξονες που ενώνουν την Δυτική Μακεδονία με την Ήπειρο και την Αλβανία. Η απώλεια αρχαίων ιστορικών έργων για την Μακεδονία έτσι ώστε να είμαστε σε θέση να ταυτίσουμε πόλεις, μνημεία ή ιερά της Ορεστίδος, μεταφέρει στους αρχαιολόγους το βάρος της αποκάλυψης όσων στοιχείων διασώζει ακόμη καλά κρυμμένα η μακεδονική γη.
Τα πρώτα στοιχεία για τις αρχαιότητες των προϊστορικών χρόνων χρονολογούνται στις αρχές του 20ου αιώνα με τις ανασκαφές του Heurtley, αλλά και τις έρευνες του Αντωνίου Κεραμόπουλου που αναζητώντας στοιχεία για τα πρώιμα χρόνια της μακεδονικής ιστορίας, εντόπισε τον λιμναίο οικισμό στη θέση Νησί Δισπηλιού.

Οι ανασκαφικές έρευνες συνεχίστηκαν 54 χρόνια αργότερα το 1992 και πραγματοποιούνται συστηματικά από το 1993 από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. με επιστημονικά υπεύθυνο τον καθηγητή Γ.Χ. Χουρμουζιάδη. Πρωταρχικός στόχος η αποκάλυψη των μοναδικών έως σήμερα πολιτισμικών λειψάνων ενός Προϊστορικού Λιμναίου Οικισμού στην Ελλάδα, που αποτελεί μια σημαντική πηγή για την κατανόηση και ερμηνεία του τρόπου ζωής μιας κοινωνίας ανθρώπων που έζησε πριν από 8.000 χρόνια σύμφωνα με τις τελευταίες χρονολογήσεις. Στον χώρο υπάρχει επισκέψιμη Αρχαιολογική Συλλογή στην Αποθήκη-Εργαστήριο και λειτουργεί το Οικομουσείο με αναπαραστάσεις πασσαλόπηκτων καλυβών, το οποίο διαχειρίζεται ο Δήμος Μακεδνών.

Στο πλαίσιο αυτής της δράσης έχουν ήδη ανασκαφθεί 1.800 τμ., και έχει προωθηθεί σημαντικά η «εικόνα» για τα στάδια της ανάπτυξης του Προϊστορικού Λιμναίου Οικισμού, ο οποίος φαίνεται να κατοικείται για περισσότερα από 4.000 χρόνια, όπως προκύπτει από τις ανακαλύψεις των τελευταίων ετών, αφού έχουν βρεθεί στρώματα που χρονολογούνται στην Εποχή του Χαλκού και ευρήματα της Μυκηναϊκής Εποχής. Σύμφωνα με τα προκαταρτικά συμπεράσματα της επιστημονικής ομάδας της ανασκαφής έχουν αναγνωριστεί έξι τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις του οικισμού, χερσαίες και λιμναίες. Δείγματα πασάλων, που χρονολογήθηκαν με άνθρακα (C14), ανήκουν στη Νεότερη Νεολιθική (5360-5150 π.Χ.), αλλά η κεραμική που αποκαλύφθηκε κατά τη διενέργεια ανασκαφικών τομών σε βάθος, εντάσσεται στη Μέση Νεολιθική Περίοδο. Οι χρηματοδοτήσεις των τελευταίων ετών έδωσαν τη δυνατότητα ανασκαφής και αποκάλυψης ενός εντυπωσιακού λίθινου περιβόλου που περιτρέχει τη θέση και σε τμήματα του οποίου πατάει το τείχος των Ιστορικών χρόνων.

‘Οπως γίνεται αντιληπτό αιτία και σκοπός της ανάδειξης μιας ανασκαφής είναι να καταστεί η αρχαιολογική πληροφορία προσβάσιμη στο κοινό, το οποίο γίνεται μέτοχος στην ερμηνευτική διαδικασία. Μία τέτοια ενέργεια μετατρέπει το πεδίο της αρχαιολογικής έρευνας σε ένα ζωντανό έκθεμα. Το επόμενο βήμα είναι η δημιουργία ενός πρωτότυπου και οργανωμένου συστήματος που με αφετηρία την αρχαιολογική πληροφορία προβλέπει την ανάπτυξη ενός σύγχρονου δικτύου που θα περιλαμβάνει το Ανασκαφικό Πάρκο στη θέση «Νησί» εντός του Ανασκαφικού χώρου, το Κέντρο Ανάδειξης και Τεκμηρίωσης της Ανασκαφικής Πληροφορίας, το Οικομουσείο (που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του Προγράμματος Life και ήδη λειτουργεί) και τον Χώρο Αναψυχής και Πληροφόρησης που θα αναπτυχθεί στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο, ως προέκταση του Ανασκαφικού Πάρκου, ανοιχτό προς το κοινό. Το Ανασκαφικό Πάρκο χρηματοδοτήθηκε ως καινοτόμα δράση από το Γ΄ ΚΠΣ της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και ως τώρα έχει κατασκευαστεί το Κτίριο Εισόδου και τμήμα του διαδρόμου πρόσβασης στον ανασκαφικό χώρο. Η καινοτομία της δράσης έγκειται στο γεγονός ότι αυτό δε θα αποτελεί ένα κλειστό και παγιωμένο σύστημα πληροφοριών αλλά μέσω της ανασκαφικής διαδικασίας που θα συνεχίζεται, το κοινό θα έχει τη δυνατότητα να έρχεται σε επαφή με την πρωτογενή ανασκαφική πληροφορία η οποία σε συνδυασμό με τη σύγχρονη τεχνολογία και τα διάφορα επίπεδα κυκλοφορίας των επισκεπτών που θα δημιουργηθούν, θα δίνεται μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον Προϊστορικό Ελληνικό Πολιτισμό. Υπολείπονται ακόμη έργα τα οποία θα ενταχθούν σε Μέτρα συγκεκριμένων Προγραμμάτων που θα προκηρυχθούν στο άμεσο μέλλον. Για το Κέντρο Ανάδειξης και Τεκμηρίωσης της Ανασκαφικής Πληροφορίας ο Δήμος Μακεδνών έχει προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε το έργο να ενταχθεί στο ΕΣΠΑ. Για τον Χώρο Αναψυχής και Πληροφόρησης έχει ήδη ολοκληρωθεί η μελέτη από ειδικό επιστήμονα καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. και περιλαμβάνει διαδρόμους πρόσβασης, σύστημα πληροφοριών για το παλαιοπεριβάλλον, την παλαιογεωμορφολογία της λεκάνης της Λίμνης της Καστοριάς, πειραματικές καλλιέργειες αρχαίων ειδών της χλωρίδας και χώρο διάδρασης για προγράμματα της Α΄ βάθμιας και Β΄θάθμιας εκπαίδευσης.

Ίχνη προϊστορικής κατοίκησης αποκαλύφθηκαν όμως και κατά μήκος της παραλίμνιας ζώνης της Καστοριάς στην περιοχή «Πέτρα» σε 2 οικόπεδα ιδιοκτησίας Αφών Δεληδίνα το ένα και Νικηφόρου Καλλίνικου το δεύτερο, όπου η Υπηρεσία μας προέβη σε σωστικές ανασκαφές αποκαλύπτοντας στρώματα της ύστερης και ύστατης εποχής χαλκού, καθώς και τμήματα τοίχων που ανήκουν σε κτίριο που χρονολογείται μεταγενέστερα (3ος αιω.μ.Χ). Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το κτίριο των ρωμαϊκών χρόνων είναι θεμελιωμένο πάνω στις επιχώσεις των προϊστορικών χρόνων, ενώ οι αρχαίοι κτίστες χρησιμοποίησαν τον φυσικό βράχο για την θεμελίωση της δυτικής πλευράς του κτιρίου. Το κτίριο (πιθανόν πρόκειται για αγροικία) έχει εμβαδό 300 περίπου τ.μ., διαστάσεις 22,00μ.Χ 15,00μ. και εντοπίστηκε σε βάθος 0,30μ. Δυστυχώς σώζεται μόνο η κατώτερη φάση της υποθεμελίωσης του. Εντός του κτιρίου εντοπίστηκαν 5 πίθοι in situ, ενώ αποκαλύφθηκαν στρώμα καταστροφής από πεσμένες και σπασμένες κεραμίδες στέγης, διαλυμένα τμήματα δαπέδων από πηλό, μικρό τμήμα δαπέδου ( τμ. πλίνθων) από μεταγενέστερη χρονολογικά φάση , αβαφής κεραμική ρωμαϊκής περιόδου και δύο χάλκινα νομίσματα ( Κοινού των Μακεδόνων -3ου αιώνα μ.Χ.).

Σε ένα διαφορετικό περιβάλλον λοφώδες και χωρίς την κυριαρχία του υδάτινου στοιχείου αναπτύχθηκε ο νεολιθικός οικισμός της Αυγής που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή της σύγχρονης κοινότητας, 500 μ Β. από την πλατεία της, 7 χλμ Δ. του Άργους Ορεστικού, και 10 χλμ νοτιοδυτικά της λίμνης Ορεστίδας.
Ο νεολιθικός οικισμός Αυγής ανασκάφηκε αδιάλειπτα για επτά χρόνια, από το 2002 μέχρι και το 2008 υπό την αιγίδα της ΙΖ΄ Εφορείας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού με υπεύθυνη αρχαιολόγο την Δρ Γεωργία Στρατούλη. Κατά την τριετία 2006-2008 οι ανασκαφές Αυγής εξελίχθηκαν σε ένα διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα με χρηματοδοτήσεις τόσο από το Ευρωπαϊκό Διασυνοριακό Πρόγραμμα INTERREG IIIΑ/Γειτνίαση Ελλάδας-Αλβανίας, όσο και από το Πρόγραμμα ΠΙΝΔΟΣ του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ανασκαφών, ο οικισμός των πρώτων αγροτών της Αυγής, ιδρύθηκε πριν από περίπου 7500 χρόνια σε χαμηλό αναβαθμό, πολύ κοντά σε αναβλύσεις πηγών νερού και στην κοίτη ρέματος, που έρεε -όπως και σήμερα- στα βόρειά του. Στη διάρκεια της ζωής του, που ήταν μεγαλύτερη από 1000 χρόνια, αναπτύχθηκε σε έκταση 50-60 στρεμμάτων και περιβαλλόταν από ένα σύστημα τάφρων (δηλαδή από αύλακες μεγάλου βάθους και πλάτους), που οριοθετούσαν και προστάτευαν τον οικιστικό χώρο.

Στα πλέον αναγνώσιμα και ενδιαφέροντα στοιχεία των ανασκαφών στο Νεολιθικό Οικισμό Αυγής, που από 150 τ.μ. το 2002 αναπτύχθηκαν σε έκταση 2.000 τ.μ. μέχρι και το 2008, ανήκουν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα τουλάχιστον 10 ευρύχωρων και ορθογώνιων οικημάτων από διαφορετικές οικιστικές φάσεις, κάποια από τα οποία είναι πολύ πιθανό ότι ήταν διώροφα ή είχαν πατάρι. Επίσης, έχουν αποκαλυφθεί πήλινες κατασκευές, όπως φούρνοι, μεγάλος αριθμών πήλινων αγγείων, πολλά λίθινα και οστέινα εργαλεία, ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, κοσμήματα, μικρογραφικά σκεύη, οστέινοι αυλοί και πήλινες σφραγίδες, και επιπλέον ένας χώρος ταφικής πρακτικής. Σε αυτόν ήρθαν στο φως 10 μικρά αγγεία, που περιείχαν μικρή ποσότητα καμένων οστών, κυρίως από ενήλικες. Το ενδιαφέρον αυτό εύρημα εμπεριέχει στοιχεία ενός ιδιαίτερου τελετουργικού καύσης νεκρών και τον ενταφιασμό-συμβολική απόθεση οστών ενός μόνο τμήματος των νεκρών σε ταφικό χώρο μέσα στον οικιστικό ιστό.

Σήμερα, τα εντυπωσιακά καμένα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα από την ανωδομή και τα δάπεδα οικημάτων της 6ης χιλιετίας, όπως και οι φούρνοι για την τροφοπαρασκευή στις αυλές τους, αλλά και οι αύλακες θεμελίωσης των μεγάλων ορθογώνιων και πιθανότατα διώροφων σπιτιών της 5ης χιλιετίας του νεολιθικού οικισμού Αυγής, που μέχρι στιγμής έχουν έρθει στο φως, παραμένουν καλυμμένα για λόγους προστασίας τους από αντιαισθητικές λαμαρίνες και δεν είναι προσιτά, ούτε για το κοινό, ούτε για τους μελετητές. Η τεκμηρίωση των ανασκαφών και η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού πραγματοποιείται σε δυο χώρους, που είναι ανοιχτοί και προσβάσιμοι και για τους μη ειδικούς.

Η τεκμηρίωση των ανασκαφών και η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού  του νεολιθικού οικισμού Αυγής πραγματοποιείται σε δυο χώρους, που είναι ανοιχτοί και προσβάσιμοι και για τους μη ειδικούς
- o ένας χώρος είναι το ‘Κέντρο Τεκμηρίωσης και Προβολής των Ευρημάτων του Νεολιθικού Οικισμού Αυγής’, ένα πέτρινο διώροφο κτίριο στην πλατεία της Αυγής, που αναπλάστηκε πρόσφατα και εξοπλίστηκε κατάλληλα -μεταξύ άλλων- με δίκτυο Η/Υ, οθόνες προβολής και ηλεκτρονικά μικροσκόπια. Στο χώρο αυτό εγκαινιάστηκαν οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες του Ερευνητικού Προγράμματος Αυγής με τίτλο «Στην Αυγή των πρώτων αγροτών», τις οποίες παρακολούθησαν 75 μαθητές των Δημοτικών Σχολείων Άργους Ορεστικού και Ποριάς-Χιλιοδέντρου.
- ο άλλος προσβάσιμος από το κοινό χώρος είναι το ιστορικό για την Αυγή πρώην Δημοτικό Σχολείο της, που η χρήση του έχει παραχωρηθεί στο ΥΠΠΟ από το Δήμο Αγ. Τριάδας για αποθήκευση και μελέτη του αρχαιολογικού υλικού. Στο χώρο αυτό λειτουργεί προσωρινά και μικρή έκθεση αρχαιολογικών ευρημάτων.

Φιλοδοξία της Υπηρεσίας μας είναι η διαμόρφωση ενός Διαδραστικού Αρχαιολογικού Πάρκου συνολικής έκτασης 95 στρεμμάτων, το οποίο -σύμφωνα και με την εμπειρία χωρών της Ευρωζώνης, όπου αντίστοιχα εγχειρήματα ευημερούν- θα είναι επίκεντρο ή και αφορμή μιας πολυσχιδούς δραστηριότητας για τους πολίτες και τους επισκέπτες του Νομού Καστοριάς, ειδικότερα για τους μαθητές.
Βασική επιδίωξη των ανασκαφών στην Αυγή είναι η σταδιακή παράδοση στο κοινό ενός ευχάριστου αρχαιολογικού χώρου με διαδρομές επισκεπτών, χρήση σύγχρονων οπτικοακουστικών μέσων και τρισδιάστατων αναπαραστάσεων.
 Τέλος φιλοδοξούμε να λειτουργήσουν προγραμμάτα πειραματικής αρχαιολογίας και ανασύνθεσης γεωργικών πρακτικών, όπως κατασκευή εργαλείων τροφοπαρασκευής, στα πλαίσια εκπαιδευτικών δραστηριο¬τήτων,
Ίχνη οικισμού νεολιθικών χρόνων έχουν εντοπιστεί όμως και στο Νεστόριο στη θέση «Κάστρο» απ’ όπου παλαιότερα περισυλλέχθηκαν λίθινα εργαλεία και μεγάλη ποσότητα σπασμένων κεραμικών που χρονολογούνται στη Νεότερη Νεολιθική. Η μικρής έκτασης σωστική ανασκαφή είχε αποκαλύψει τότε διάσπαρτες αρχαιότητες διαφόρων εποχών έως τα πρώτα χριστιανικά χρόνια , καθώς και καλοκτισμένο οχυρωματικό τείχος πίσω από τη βρύση στο πλάτωμα.
Στους πρόποδες του «Κάστρου» το ψηφιδωτό δάπεδο που φαίνεται ότι ανήκει σε κτίριο του 3ου αιω. μ.Χ., αποκαλύφθηκε τμηματικά το 1995 και είναι το μεγαλύτερο και καλύτερα σωζόμενο ψηφιδωτό δάπεδο του νομού.

Η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν περιορίστηκε μόνο στο λόφο του Κάστρου. Στη θέση Λόσκο Κάτω Νεστορίου, που βρίσκεται Νότια του οχυρωμένου βράχου του Κάστρου Νεστορίου και σε απόσταση 400μ. από τον ποταμό Αλιάκμονα, οι σωστικές ανασκαφές έχουν φέρει στο φως οικισμό της ρωμαϊκής περιόδου.
Αποκαλύφθηκαν τμήματα πιθανόν δημοσίων κτισμάτων που το μήκος τους φτάνει τα 30μ., το ύψος τους σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει το 1,5μ. και η ποιότητα της κατασκευής τους είναι εξαιρετική. Οι τοίχοι των κτιρίων αυτών είναι κτισμένοι με δουλεμένους λίθους και ασβεστοκονίαμα.
Αυτή η πόλη λοιπόν περιελάμβανε πλούσια κτίρια με ψηφιδωτά και εγκαταστάσεις θερμών λουτρών, κτίσματα μεγάλων διαστάσεων με δημόσιο χαρακτήρα και με μεγάλη διάρκεια χρήσης, αφού τα ευρήματα χρονολογούνται από το 300π.Χ. έως τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Ένας εκτεταμένος λοιπόν αρχαιολογικός χώρος που απαιτεί περαιτέρω ανασκαφική έρευνα και φυσικά την υλοποίηση των απαραίτητων έργων στέγασης, συντήρησης και αναστήλωσης.

Η σημερινή Πεντάβρυσος βρίσκεται 16 χιλιόμετρα νότια της Καστοριάς και λίγες εκατοντάδες μέτρα ανατολικά του Αλιάκμονα. Η αρχαιολογική έρευνα έχει ήδη επισημάνει γύρω από την Πεντάβρυσο αρκετές θέσεις που χρονολογούνται από τα αρχαϊκά έως και τα παλαιοχριστιανικά χρόνια, με σημαντικότερες αυτές των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι ανήκε σε μία γεωγραφικά κομβική θέση μεταξύ της Καστοριάς και του Νεστορίου.
Η τυχαία ανακάλυψη δύο σημαντικών έργων γλυπτικής, του άνω τμήματος μιας ανάγλυφης επιτύμβιας στήλης του 400 π.Χ. , το οποίο είναι το ανώτερο ποιοτικά ανάγλυφο της εποχής από την Δυτική Μακεδονία και μίας μαρμάρινης υστεροαρχαϊκής σφίγγας, ήταν τα πρώτα σημαντικά ευρήματα από το νεκροταφείο κλασικών χρόνων, όπου ανασκάφηκαν συνολικά δεκαοκτώ λακκοειδείς και κιβωτιόσχημοι τάφοι.
Τα κτερίσματα περιλαμβάνουν χάλκινα και πήλινα αγγεία μερικά από τα οποία είναι αττικά, δόρατα και ξίφη για τους άντρες, ενώ οι γυναικείοι τάφοι περιείχαν χάλκινα σφραγιστικά δαχτυλίδια με εγχάρακτες παραστάσεις και χάλκινες περόνες. Στον πρώιμο 4ο αιω.π.Χ. ανήκει και ένας επιτύμβιος πεσσός που διασώζει το μακεδονικό όνομα Μαχάτας δηλ. μαχητής στη δωρική διάλεκτο.
Μένοντας στην Πεντάβρυσο, θα αναφερθούμε και σε μία θέση την οποία προσδιορίζουμε ως «Παλαιός Σκουπιδότοπος» ή με την φράση που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι του χωριού «του Ζαντού ο λάκκος» δηλ. ο λάκκος του τρελού.

Η ανασκαφή αποκάλυψε αρχαιότητες σε έκταση 1000 τ.μ., ενώ από επιφανειακές μας έρευνες τα αρχαιολογικά ευρήματα παρουσιάζουν διασπορά αρκετών στρεμμάτων ανατολικά και νότια της θέσης. Στόχος της έρευνας ήταν αρχικά ο επιφανειακός καθαρισμός των αναμοχλευμένων από το σκαπτικό μηχάνημα χωμάτων και στη συνέχεια η προσπάθεια αποκάλυψης των αρχιτεκτονικών στοιχείων που σώζονται δυστυχώς σε κακή κατάσταση, έτσι ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μία πρώτη εκτίμηση για την κάτοψη του χώρου.
Η θέση παρουσιάζει κλίση από Νότο προς Βορρά. Πρόκειται για οικιστική εγκατάσταση της οποίας έχουν διασωθεί τα τελευταία στρώματα κατοίκησης. Οι τοίχοι διατηρούνται στο επίπεδο της υποθεμελίωσής τους και για το λόγο αυτό το πλάτος τους είναι 0,50-055μ. Είναι κατασκευασμένοι από αδρά δουλεμένους λίθους και λάσπη ως συνδετικό υλικό. Το μέγιστο αποκαλυφθέν μήκος τους είναι 10,50μ.. Η ελλιπέστατη διατήρηση των κτιρίων οφείλεται χωρίς αμφιβολία στην συστηματική λιθολόγησή τους για την κατασκευή νεότερων γειτονικών οικισμών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι 14 πίθοι που εντοπίστηκαν in situ (δηλ. στη θέση τους) , δέκα εκ των οποίων βρίσκονται συγκεντρωμένοι στο βορ. τμήμα και ανήκουν σε πιθεώνα. Τα αποθηκευτικά αυτά αγγεία σώζονται στην πλειοψηφία τους κατά το ήμισυ, κάτω από το ύψος της κοιλιάς. Η διάμετρος τους κυμαίνεται από 0,60μ.-1,05μ. Επίσης οριοθετήθηκαν λάκκοι με άγνωστη προς το παρόν χρήση. Αποχωματώθηκαν 2 απορριμματικοί λάκκοι οι οποίοι είχαν χρησιμοποιηθεί ως αποθέτες σπασμένων πίθων, κεραμίδων και οστράκων.

Η κεραμική είναι κυρίως αβαφής, απλά σκυφίδια διαφόρων τύπων και ελάχιστα όστρακα μικρού μεγέθους που σώζουν ανάγλυφη φυτική διακόσμηση. Στα υπόλοιπα ευρήματα περιλαμβάνονται κεραμίδες λακωνικού τύπου, αρκετές πήλινες αγνύθες, λιγότερα σφονδύλια και πηνία, καθώς και 14 χάλκινα νομίσματα σε μέτρια κατάσταση διατήρησης που ανήκουν στα τέλη του 3ου και στον 2ο αιω. π.Χ. Τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια, ενώ για την ανωδομή του κτιρίου οι πληροφορίες μας έως τώρα είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Με δεδομένη λοιπόν την έλλειψη χαρακτηριστικών ευρημάτων δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για την χρήση του χώρου, αν και από τη διάταξη των δωματίων του και την τοπογραφική του θέση η ερμηνεία του ως μία οργανωμένη αγροτική εγκατάσταση είναι πολύ πιθανή. Όσον αφορά στη χρονολόγηση το νεότερο χρονολογικά νόμισμα που βρέθηκε και μία πρόχειρη εξέταση της κεραμικής προσδιορίζουν το χρονολογικό της εύρος ανάμεσα στο 3ο π.Χ.- 1ο μ.Χ. αιώνα.
Ελπίζουμε η συστηματικότερη μελέτη του χώρου και των ευρημάτων της να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για την περίοδο αυτή και την ζωή των κατοίκων της Μακεδονίας.
Κατά την εκσκαφή οικοπέδου στην Κορησό με εκσκαπτικό μηχάνημα για την ανέγερση διώροφης οικοδομής, εντοπίστηκαν αρχαιότητες στο ΒΑ τμήμα του οικοπέδου, και συγκεκριμένα η οροφή καμαροσκεπούς τάφου, η οποία δυστυχώς και καταστράφηκε στο μεγαλύτερο μέρος της από τον εκσκαφέα.

Η ΚΘ΄ ΕΠΚΑ ανέλαβε τις σωστικές ανασκαφικές εργασίες στο οικόπεδο ιδιοκτησίας Νικ.Δασκαλάκη σε μια έκταση αρχικά περίπου 72 μ². Ωστόσο, ύστερα από αίτημα των ιδιοκτητών του οικοπέδου, και κατόπιν συνεννοήσεως των τελευταίων με τους γείτονες , την οικογένεια Βελίδη, οι εργασίες επεκτάθηκαν στο ΝΔ τμήμα του όμορου προς Β-ΒΑ οικοπέδου της οικογένειας Βελίδη και σε έκταση περίπου 25 μ². Εντοπίστηκαν δύο καμαροσκεπείς τάφοι , πέντε κεραμοσκεπείς , ένας κιβωτιόσχημος και ένα κρανίο πιθανότατα από ανακομιδή.
Στη ΒΑ γωνία του οικοπέδου, εντοπίστηκε αρχικά ο καμαροσκεπής τάφος 1, με προσανατολισμό ΝΔ→ΒΑ. Πρόκειται για έναν κτιστό, καμαρωτό τάφο, με προθάλαμο – με μια μνημειακά δηλαδή διαμορφωμένη είσοδο. Πλατειά κλίμακα με 4 αποκαλυφθέντες αναβαθμούς οδηγεί στην είσοδο του προθαλάμου του τάφου. Στον κυρίως θάλαμο υπάρχει κτιστή νεκρική κλίνη με 2 νεκρούς. Δεν βρέθηκαν κτερίσματα, εκτός των υπολειμμάτων χρυσής κλωστής κάτω από τα οστά του βόρειου νεκρού και θραύσματα γυαλιού, ίσως από μυροδοχείο, στο δάπεδο του τάφου. Κοντά στον τάφο 1 βρέθηκε χάλκινο νόμισμα, πιθανότατα του β΄ μισού του 4ου αι. μ.Χ. Σ’αυτή την χρονολόγηση μας οδηγούν και τα μορφολογικά – τυπολογικά χαρακτηριστικά κατασκευής του τάφου .
Όσον αφορά την συστάδα πέντε κεραμοσκεπών τάφων και τον κιβωτιόσχημο τάφο 2 πρόκειται για παιδικές, ακτέριστες ταφές.
Ο καμαροσκεπής τάφος 8, στο Ν άκρο του Βόρειου δωματίου του Βόρειου κτίσματος, δεν ερευνήθηκε.

Το Βόρειο κτίσμα δεν έχει αποκαλυφθεί σε όλη του την έκταση. Πρόκειται για μια διαμόρφωση που ορίζει ένα (ή περισσότερα) ταφικά συγκροτήματα, δηλαδή τοίχοι που περικλείουν συστάδες τάφων δημιουργώντας πάνω από τις οροφές τους μια επίπεδη επιφάνεια - δάπεδο. Να επισημάνουμε εδώ τη φροντισμένη κατασκευή των τοίχων και τη μεγάλη έκταση που αυτοί περικλείουν.
Νότια του Βόρειου κτίσματος, εντοπίστηκε τμήμα ενός δεύτερου, μικρού κτίσματος, του Νότιου κτίσματος. Συγκεκριμένα, αποκαλύφτηκε ένας μικρός χώρος, που σώζει τμήματα του δαπέδου του από υδραυλικό κονίαμα. Ο ευρύτερος χώρος του Νότιου κτίσματος ήταν αρκετά πλούσιος σε ευρήματα. Βρέθηκε αρκετή ποσότητα κεραμικής (κυρίως από αγγεία καθημερινής χρήσης), μια αγνύθα, σιδερένιο καρφί κ.α.
 Η ανασκαφική έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί ενώ τα αρχαιολογικά κατάλοιπα φαίνεται να εκτείνονται βορειότερα στο οικόπεδο Βελίδη αλλά και σε γειτονικά οικόπεδα.
Η συνεχής κατοίκηση του χώρου και στα δυο οικόπεδα, Δασκαλάκη και Βελίδη, στα οποία είχαν κτιστεί τούρκικα και κατόπιν νεώτερα σπίτια με λασπόκτιστους τοίχους και τοιχοποιίες του '50 να πατάνε πάνω στους τοίχους του αρχαίου κτίσματος αλλοίωσε την αρχική του κάτοψη .

Το γεγονός ότι αρχαιολογικές ανακαλύψεις δεν οφείλονται πάντα σε οργανωμένες ανασκαφές παρά σε τυχαία γεγονότα, ιδίως κατά την διάρκεια κατασκευής τεχνικών έργων δημόσιων ή ιδιωτικών, αποδεικνύει ότι μπορεί κανείς να περιμένει έξοχες εκπλήξεις αν και εφόσον γίνουν συστηματικές έρευνες, ξεκινώντας τουλάχιστον από τις περιοχές στις οποίες έχουν εντοπισθεί σαφείς ενδείξεις αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Η αποκάλυψη των αρχαιοτήτων έχει ιδιαίτερη επιστημονική αξία αλλά δεν αποτελεί υπερβολή να επισημανθεί και η τεράστια εθνική σημασία αφού έτσι αποστομώνονται μια για πάντα διάφοροι αμφισβητίες της ελληνικότητας της περιοχής.

Το κείμενο είναι η ομιλία της αρχαιολόγου κ.Αθηνάς Δούμα, από την ενημερωτική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2010 στο Ά. Ορεστικό, για το αρχαιολογικό τοπίο που διαμορφώνεται στον νομό. 


Σχετικά κείμενα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.