26.4.11

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Λίζα

Λίζα την έλεγαν από τότε που γεννήθηκε κι ας την είχαν βαφτίσει Ελισάβετ. Όπως αλλάζουν όλα, αλλάζουν και τα ονόματα συν τω χρόνω. Κάποτε τις γυναίκες με το όνομα Ελισάβετ τις φώναζαν «Σάβη». Τώρα όμως τις έλεγαν «Λίζα». Πριν από χρόνια στο χωριό της τον Γιώργο τον φώναζαν Γούσια. Υπήρξε και μια εποχή που όλες είχαν ξενικά ονόματα: την Καίτη την έλεγαν Κάθριν, την Ευαγγελία Τζέλα, την Μαρία Μαίρη και πάει λέγοντας.

 Η Λίζα, λοιπόν, ήταν μια μικρή γυναικούλα εξ αρχής. Είχε αυτή την πολύ γυναικεία ιδιότητα που έλεγε προς τους άλλους θέλω να μ’ αγγίζετε και όχι, επιθυμώ τα χάδια σας αλλά όποτε εγώ το θελήσω, απαιτώ την προσοχή σας αλλά με όρους αυστηρά δικούς μου. Χαριεντίζονταν δηλαδή με όλους παίζοντας ένα παιχνίδι καθαρά θηλυκό με τα χεράκια της, τα ματάκια της, τον κυματισμό των μαλλιών της, με την κίνηση του αριστερού της ποδιού που μια το άπλωνε μπροστά από το δεξί και μια το στήριζε με χάρη στο πάτωμα. Κι όλα αυτά ήταν ορμέμφυτα, δεν της τα είχε διδάξει κανείς, αφού και η ίδια η μάνα της δεν διέθετε ίχνος θηλυκότητας. Κι επειδή ήταν αυτοδίδακτη, τα φερσίματα της δεν ήταν επίπλαστα, δε μιμούνταν τίποτα και κανέναν από το περιβάλλον της, παρά μόνο- υπήρχε γι’ αυτό μια μικρή υποψία- τις βασίλισσες και τις νεράιδες των παραμυθιών.
Αν ήταν στην Αμερική, επειδή ήταν τόσο νόστιμα όμορφη, δε θα τους ξέφευγε και θα την τραβολογούσαν, στα σίγουρα, σε κάποια απ’ τα καλλιστεία για παιδιά.
Ευτυχώς όμως για κείνη, ζούσε στην ελληνική επαρχία, σε μια εποχή που τα παιδιά δεν ήταν ακόμα το επίκεντρο της οικογένειας, καθώς η προσοχή των γονιών τους ήταν εστιασμένη στον βιοπορισμό τους κι όχι στην εξέλιξη και στην καλοπέρασή τους.
Καλή, λοιπόν, η ομορφιά, αλλά ακόμα καλύτερα τα γράμματα, γιατί εκείνους τους καιρούς θα μπορούσε να ζήσει αξιοπρεπώς, αν-λόγου χάρη- γινόταν μια δασκάλα.
Σύμφωνα, δε, με τις «αρμονικές συντεταγμένες» που κατέγραψε γνωστός τους φυσικός-που παρακολουθούσε το φαινόμενο- αν ήταν στην πόλη, με μαθηματική και φυσική ακρίβεια μαζί, ή θα την στρατολογούσε κύκλωμα ευρέσεως ταλέντων της αλλοδαπής, ή θα γινόταν ηθοποιός σε θίασο που θα ανέβαζε επιθεωρήσεις του Σακελάριου. Και πιθανόν να γίνονταν ακόμα και ανταγωνίστρια της Μάρθας Καραγιάννη.
Κι επειδή εκείνη την εποχή η μόνη φαινομενικά ξανθιά που κρατούσε την πρώτη θέση ήταν η Βουγιουκλάκη-ενώ η Λίζα ήταν από τη φύση της ξανθιά- θα ερχόταν δεύτερη.
Γι’ αυτό λοιπόν η καλή της μοίρα αποφάσισε να την κρατήσει στο χωριό. Εκεί έγινε η πιο άξια δασκάλα: τι χειροτεχνίες έκανε στα παιδιά, τι ποιήματα τους διάβαζε, τι θεατρικά σκετσάκια ανέβαζε! Και σ’ όλα απλώνονταν η χάρη και η τεχνική των τρόπων της με απλότητα ε-ξαι-ρε-τι-κή!
Φορούσε, δε, μακριά φορέματα με λεπτές πτυχώσεις που λικνίζονταν σε κάθε κίνηση του κορμιού της.
 Μετά αρκετό καιρό, και πριν λίγες μέρες, ήρθε στο χωριό τους ένας θίασος. Πρώτη θέση η Λίζα κι από δίπλα της τα περισσότερα από τα παιδιά του σχολείου. Τη θάμπωσαν η σκηνή, τα χρώματα, η αρμονία των λόγων και των χειρονομιών. Εκεί είδε σώματα να γεννιώνται και να πεθαίνουν, να χαίρονται και να λυπούνται και είδε δάκρυα υποκριτικά που έμοιαζαν πιο αληθινά κι απ’ τα αληθινά. Πήγε στα παρασκήνια και μίλησε στους ηθοποιούς, εξέφρασε τη χαρά, τη συγκίνηση που της είχαν μεταδώσει. Τους κοίταξε όλους στα μάτια κι εκεί βρήκε το σόι της, τους συγγενείς της τους πνευματικούς.
Ήταν, μήπως, ένα θαύμα αυτό;
Και τι είναι θαύμα; Αυτό που έρχεται σ’ εμάς, έστω κι αν το καλεί η ψυχή μας, ή αυτό που πηγαίνουμε εμείς να το βρούμε σαν ανθρωπάκια κουρδισμένα από τα πριν;
Κύριος οίδε, αλλά μπορεί και να μην οίδε.
Κάθε θαύμα όμως έχει τα παρελκόμενά του. Κι η Λίζα την επομένη μάζεψε τα κινητά υπάρχοντά της και κατέβηκε στην Αθήνα…
Κι ο φυσικός, με την τάση για ετερογνωσία, δεν τόλμησε να κάνει καμιά καινούργια υπόθεση για το χάρτη της ζωής της. Τι της μέλλονταν; Θα είχε σχέση με τα συνήθη και εδραιωμένα στον καινούργιο της περιβάλλοντα χώρο, ή θα εξαρτώνταν από τα γραμμένα στα κύτταρα της;
 Μπορεί, όμως, τελικά, αυτό που την οδηγούσε να ήταν αποκλειστικά τα παραμύθια που της διάβαζαν μικρή, που ήταν γιομάτα με βασιλοπούλες και νεράιδες που ανεβοκατέβαιναν, όποτε ήθελαν, στη γη.
 Και ο ίδιος ο πατέρας της όσο το ξανασκέφτονταν, τόσο σιγουρεύονταν γι’ αυτό.
Ο δε γνωστός μας φυσικός κατέληξε, με λίγο στόμφο: ήταν ακόμα μια, συχνά συμβαίνουσα, «αναγκαιότητα του τυχαίου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.