19.7.12

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Εποχιακός διανομέας

Στην Τασούλα Πανταζίδου

Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα – οι άνθρωποι και τα κτίσματα – τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.

Α. Εμπειρίκος, Εις την οδόν των Φιλελλήνων


Την ώρα που ο Θεός έριχνε από βαριεστημάρα πασιέντζες, χαμένος μέσα στα πυρακτωμένα ουράνια, το θέρος καλά κρατούσε στη γη ψήνοντας στο τηγάνι του μέσα ανθρώπους και ζώα.

Ο Θανάσης- ας του δώσουμε κάποιο όνομα- περπάτησε ανόρεχτα ώρα πολλή μέσα στη χόβολη της καλοκαιριάτικης εκείνης μέρας, ταϊζοντας με γράμματα ολάνοιχτα στόματα γραμματοκιβωτίων και επιδίδοντας συστημένα σε γεμάτα προσμονή απλωμένα χέρια που πρόβαλαν από κατοικίες και γραφεία σε ορόφους, ημιυπόγεια και ισόγεια κτιρίων. Εξαμηνίτης ήταν με τις πρόσφατες προσλήψεις κι είχε πετύχει μισθό ίσα να μη γείρει η βάρκα της οικιακής οικονομίας -κατά Θανάση πάντα-.
Άμαθος στο γυαλισμένο από τη χρήση πέτσινο σακίδιο που βαραίνει τον ώμο. Kι ακόμα πιο πολύ άμαθος -και απληροφόρητος παντελώς- για τη αγωνία εκείνη και την προσμονή -κι ας ήταν μονάχα αυτά- που συνδέουν από πάντοτε αποστολέα και παραλήπτη με ενδιάμεσο κρίκο τον ταχυδρόμο. Δηλαδή αυτόν τον ίδιο.

Αυτόν που κουράστηκε κι εξόκειλε σε καρέκλα πρόθυμη ν’ αγκαλιάσει στοργικά, όπως ένα μωρό, το μικρό βάρος που ο εποχιακός διανομέας άφησε πάνω της. Σε μέρος σκιερό όλο απαντοχή, σε τέντα κατάλευκη υποκάτω κάθονταν τώρα αυτός. Η μεγάλη πλατεία απλώνονταν μπροστά του μέσα από μιαν αχλύ απλωμένης υγρασίας που άφηνε πάνω στο δέρμα χοντρές σταλίδες νερού κι έκαμνε ακόμα πιο ανυπόφορη την θερμική έξαψη της μέρας.

Πήρε μια ρουφηξιά από τον νεροζούμη φρέντο κι άναψε δεύτερο ξοπίσω στο πρώτο τσιγάρο. Το μάτι του πλανήθηκε ίδιο σαύρας που νυστάζει ένα γύρω στα κινούμενα ή καθισμένα άγνωστα, βαριεστημένα και χαυνωμένα πρόσωπα. Ένας σκύλος πιο κει, αδέσποτος καταφανώς, έβγαζε με ρυθμική μαρμαρυγή μια γλώσσα κορδέλα ανασαίνοντας γρήγορα. Ισως το τελευταίο απόθεμα οξυγόνου που είχε απομείνει στη γη επάνω να έμπαινε τούτη την ώρα στα σκυλίσια εκείνα πνεμόνια. Δώδεκα και μισή καταμεσήμερο κι ενώ τα γόνατα όλων βάραιναν τα σκιερά μέρη ολόγυρα καταλαμβάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό. Οι άφρονες -το λιγότερο που μπορώ να πω- ασκεπείς υποβάλλονταν στις τελευταίες δοκιμασίες ζάλης πριν από τον νταμπλά που τους παραμόνευε. Ασκίαστοι, εκτεθειμένοι, κατάμονοι, έρμαια στο πυροβόλο φως.

Κοίταξε στο πλάι του τη σωριασμένη στο πλακόστρωτο σαν λιπόθυμη ταχυδρομική τσάντα. Μήπως όμως ήταν αποκοιμισμένη; Μα, ναι! Καθώς ροχάλιζε από το μισάνοιχτο στόμα της άφηνε να φανούν φάκελοι ολόλευκα περιστέρια έτοιμα να πετάξουν, έπεα πτερόεντα, με τις διευθύνσεις προς επίδοσιν ευανάγνωστες. Ξεχειλισμένη από φλυαρία αυτή η αποκαμωμένη και γερμένη στο πλάϊ πέτσινη τσάντα που κοιμάται. Απαιτήσεις, ειδοποιήσεις, εντολές, εντάλματα, δάκρυα, σπαραγμοί, βάραιναν κι άλλο το περιεχόμενό της. Και σαν παραγγέλματα ή διαταγές έμοιαζαν όλα αυτά τα ονόματα που περιείχε. Περίφροντις θα ’πρεπε από του λοιπού ο Θανάσης -σαν σηκώνονταν με το καλό- να σπεύσει ν’ αποσώσει προτού φτάσει η ώρα δυο. Αυτό και μόνον άφηνε ήδη στο στόμα του μα και στο νου μια γεύση στυφή σαν από θάνατο κακής ποιότητας.

...............

Με περηφάνια γυρνούσε μέσα στο μυαλό του, σαν ψωραλέο σκυλί της αγοράς, που στυλώθηκε γλείφοντας κλεμμένη βοδίσια σπάλα, μια άρρωστη σκέψη. Πως ίσως εκείνη τη στιγμή γινόταν δικαστής και κριτής και δήμιος. Πως αποφάσισε τάχα -και πέτυχε- να καταστρέψει έναν έρωτα γενναίο. καθώς κάποιος αποζητούσε απεγνωσμένα «την τελευταία της λέξη στο τελευταίο του γράμμα». Ν’ αποσοβήσει ταυτόχρονα μια αυτοκτονία: «Αν είν’ αλήθεια πες το μου και θα σκοτωθώ!». Από την άλλη όμως να επιτρέψει δυο κατασχέσεις –μάλιστα ενός γκαμπριολέ αυτοκινήτου σε κόκκινο της φωτιάς και μιας ονειρεμένης μεζονέτας στα προάστια με πισίνα αντίς για κήπο- για οφειλές τιποτένιες που καθυστέρησαν. Ταυτόχρονα σχεδόν ν’ ακυρώσει μια σιγουρεμένη, από δραστήριο βουλευτή, πρόσληψη στο Δημόσιο («επί τη λήψει του παρόντος και εντός τριών ημερών καλείσθε όπως…») και ν’ αναστείλει, προσωρινά ενδεχομένως, σειρά ολόκληρη από πληρωμές ενταλμάτων για τροχαίες παραβάσεις που πιστοποιούσε η δημοτική αστυνομία του Δήμου Εσχατιών.

Την ώρα που έριχνε βιαστικά τα τελευταία απομεινάρια του περιεχομένου της τσάντας του ταχυδρομείου μέσα στον κάδο ανακύκλωσης στην κεντρική πλατεία της πόλης.
Περίοπτος κι ωστόσο αφανής βέβαια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.