6/6/15

ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΑΛΑΜΠΟΥΚΑ: Ένα παραμύθι για τις Απόκριες

Ο Ταραμάς και ο Τυρεσθίας


–Ξύπνησα! φώναξε ο μικρός Τυρεσθίας. Αργά και νωχελικά κατέβηκε τα σκαλιά από την κουκέτα του, αν και νύσταζε ακόμη, όμως κάτι έπρεπε αν κάνει σήμερα με τον πατέρα του και δεν θυμόταν. Γι’ αυτό ξύπνησε τόσο νωρίς, άλλωστε είχε βάλει και το ξυπνητήρι.
–Ωχ! Μα πώς το ξέχασα, Απόκριες μπαμπά, είπε και δίνει ένα σάλτο και τρέχοντας και πηδώντας δυο-δυο τα σκαλιά πήγε κάτω στο σαλόνι. Έσκυψε να δει κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού, κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά δεν είδε τίποτε.
–Δεν πιστεύω να ξέχασαν φέτος να μου πάρουν δώρο, είπε ο μικρός Τυρεσθίας. Συνήθως εκεί το έκρυβαν κι εγώ έκανα πως δεν το έβλεπα. Φέτος όμως δεν υπήρχε κανένα δώρο για τον νικητή του «χάσκαρη» και πάνω στα φούρια του να σηκωθεί να πάει στην κουζίνα, κτύπησε στο τραπεζάκι και απέκτησε ένα μεγάλο καρούμπαλο. Πίστευε πως εκεί θα έβρισκε σίγουρα τους γονείς του.
Καθώς περνούσε από την τραπεζαρία είδε με την άκρη του ματιού του ότι δεν υπήρχαν καλαμαράκια που τόσο του άρεσαν, ούτε ντολμαδάκια της γιαγιάς του που του τα έστελνε κάθε χρόνο, ούτε το βαμμένο αβγό του χάσκαρη. Ένιωθε μέσα του ο θυμός να φουντώνει και μπήκε φουριόζος στην κουζίνα. Ησυχία απόλυτη! Που είναι οι ελιές που ετοίμαζε με ρίγανη και λεμόνι η μαμά του; Το τουρσί που αγόραζε πάντα από τον μπακάλη της γειτονιάς;  Άνοιξε το ψυγείο και δεν είδε ούτε χαλβά. –Καλά δεν έχει χαλβά φέτος; Και ο μπαμπάς μου πού είναι;
Κάθε χρόνο οι δυο τους έφτιαχναν την ταραμοσαλάτα. Μόνο ένα κρεμμύδι στέκονταν στην άκρη από τον πάγκο της κουζίνας, το πήρε στα χέρια του και έμεινε να το κοιτά μήπως και του μιλήσει. Κάθισε κάτω και άκουγε την καρδιά του που χτυπούσε γρήγορα, ένιωθε πως ήταν έτοιμη να πεταχτεί έξω από το στέρνο του. Έκλεισε τα μάτια του μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
–Έι! Ψιτ φίλε, εσύ με το κρεμμύδι στο χέρι, ξύπνα! Ένιωσε κι ένα μικρό σκούντημα. Μα για ποιο κρεμμύδι μου λένε και ποιος τον γαργαλά τη μύτη.
–Ξύπνα φίλε! Έεε, άντε ξύπνα πια, είπε ο χοντρόγατος της γειτονιάς.
–Άντε, άντε εσένα τόση ώρα προσπαθώ να ξυπνήσω Τυρεσθία, φώναξε μέσα στο αυτί του.
Πετάχτηκε επάνω ο Τυρεσθίας και μαζί του πετάχτηκε και το κρεμμύδι που προσγειώθηκε πάνω στο κεφάλι του και συγκεκριμένα στο καρούμπαλο που είχε κάνει από το τραπεζάκι του σαλονιού. Ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα αλλά ο χοντρόγατος δεν τον άφησε, πήδησε κάτω και….
–Άκου φίλε μου, αν θες να σώσεις τους γονείς σου πάρε το κρεμμύδι σου, πιάσε την ουρά μου και φύγαμε για την μαγεμένη πόλη. Σ’ αυτήν την μαγεμένη πόλη τα μικρά σκλεντζάκια τους έχουν φυλακίσει. –Ποιους; –Τους γονείς σου.
Δεν το σκέφτηκε καθόλου, έπιασε την ουρά του χοντρόγατου κι άρχισαν να πετάνε ψηλά, μέσα στα σύννεφα. –Έι, βγες από τα σύννεφα, δεν βλέπω τίποτα, γκρίνιαξε ο Τυρεσθίας. –Έτσι πρέπει να πάμε για να μην μας πάρουνε χαμπάρι.
Ο κρύος αέρας χτυπούσε το πρόσωπο του παιδιού, που έκλεισε τα μάτια του και κρατήθηκε ακόμη πιο δυνατά, είχε και κείνο το κρεμμύδι, μα γιατί το πήρε μαζί του; Και κάνοντας αυτές τις σκέψεις… –Ωου! Ουπς! Μα τι γίνεται και κατρακυλίστηκαν κάτω, μα τι προσγείωση ήταν αυτή, διαμαρτυρήθηκε ο μικρός Τυρεσθίας.
–Έλα φτάσαμε στην μαγεμένη πόλη, είπε με την βαριά φωνή του ο χοντρόγατος. Γρήγορα πάρε το κρεμμύδι σου και  πάμε να βρούμε τους γονείς σου. Πρέπει να τους ελευθερώσουμε πριν περάσει η μέρα, αλλιώς… άφησέ τα, είπε ο χοντρόγατος.
Άρχισε να τραβάει τον μικρό πίσω από κάτι που έμοιαζε με σπίτι. –Αχ, τι φρίκη, είναι ανάποδα! είπε ο μικρός. –Σσσς! έκανε ο χοντρόγατος και του ‘κλεισε το στόμα. Του έκανε νόημα με τα μάτια να δει πιο εκεί.
Είδε κάτι μικρά πλάσματα που έμοιαζαν σαν παιδιά, μα η όψη τους ήταν τρομακτική. Το πρόσωπο και τα χέρια τους ήταν γεμάτα ρόζους σαν τα γέρικα δένδρα. Άραγε να ήταν τα σκλεντζάκια αυτά που πήραν τους γονείς του; Θα ήθελε πολύ να τους ρωτήσει που είναι οι γονείς του, ακόμη και να τους φοβίσει. Όμως ο φόβος που ένιωθε ο ίδιος τον είχε κοκαλώσει. Κι όσο φοβόταν τόσο πιο γκρίζα γίνονταν όλα γύρω του και απειλητικά.
–Έλα, πάμε να φύγουμε, άκουσε τον χοντρόγατο να του λέει. Τρέχα, τρέχα, από δω! Άρχισαν να τρέχουν, ήθελαν να φύγουν μακριά από ‘κει. Όμως τα πόδια τους μπερδεύονταν στις ρίζες των δένδρων που έβγαιναν από το χώμα, ενώ οι κορμοί τους δεν φαίνονταν γιατί ήταν κάτω από το χώμα, τα δένδρα ήταν ανάποδα. –Τρέχα γρήγορα, του φώναξε ο χοντρόγατος. –Ουφ, ουφ, δεν μπορώ άλλο είπε ο μικρός Τυρεσθίας.
–Φτάνουμε μη σταματάς και πάψε να χαζεύεις γύρω σου.
Μα πώς μπορούσε να μην χαζεύει γύρω του, οι βάρκες ήταν έξω από την θάλασσα, κρεμόντουσαν στον αέρα από την άγκυρά τους, το σχολείο στέκονταν ανάποδα στην κορυφή των βράχων, τα σκαλιά κι αυτά ανάποδα. Κάποιοι γέροι σκάβανε, ενώ οι νέοι κάθονταν με το κομπολόι στο χέρι και μπεγλέριζαν, μια γυναίκα έπλενε στην σκάφη αντί για ρούχα το μωρό της.
–Έλα πάμε να βρούμε κάποιον να τον ρωτήσουμε, να μάθουμε τι συμβαίνει, του είπε ο χοντόγατος καταλαβαίνοντας την απογοήτευσή του.
–Να ρωτήσουμε τον ψαρά, μου φαίνεται γνωστικός, είπε ο Τυρεσθίας. Ο ψαράς είχε ρίξει τα δίχτυα του στο χώμα και τα μάζευε γεμάτα πέτρες και χόρτα. Αυτόν ρώτησαν να τους πει. Να τι τους είπε: Επόμενες τα ως εδώ μείνουμε θα Απόκριες τα αυτά βασιλιά τον ταραμά πιο τα κάνουμε να καταφέρουμε νόστιμα δεν η πόλη ανάποδη σ’ αυτήν αιχμάλωτους έχε εμάς κακός βασιλιάς μα…
Ωχ! Θεέ μου, τι να καταλάβουν από αυτά τα αλαμπουρνέζικα που τους έλεγε ο ψαράς. Μέχρι και ο τρόπος που μιλούσε ήταν ανάποδος.  Έπρεπε να σκεφτεί ο Τυρεσθίας να καταλάβει τι εννοούσε ωστόσο συνέχισαν τον δρόμο κουρασμένοι και απογοητευμένοι.
–Μα τι βλέπουν πάλι τα ματάκια μου, κοίτα χοντρόγατε, κοίτα, κοίτα και τον τράβηξε από το μπράτσο. –Όχι αριστερά, φώναξε. Από εδώ δεξιά, εκεί όπου το ποτάμι πηγαίνει προς τα πάνω, κοίτα και γελούσε τόσο πολύ. Τα πουλιά, τα πουλιά και τίποτε άλλο δεν μπορούσε να πει από τα γέλια. –Τα δύστυχα, είπε ο χοντρόγατος. Τα πουλιά δεν είχαν φτερά, φορούσαν γυαλιστερά ρούχα, αλυσίδες, σκουλαρίκια, φορούσαν γόβες τα δύστυχα ξανάπε. Και τα γυαλιά γιατί τα φοράνε; Τι ρωτώ κι εγώ; Ποιος είναι ο λογικός να μου απαντήσει;
Άκουσαν κάποιον μπροστά τους να τους λέει. –Ένας αετός, είπαν κι οι δύο με μια φωνή. Τους έδειξε να καθίσουν. Κοιτάχτηκαν και σκέφτηκαν, πάνω στον σκαντζόχοιρο εννοεί; –Δεν πειράζει, όρθιοι θα μείνουμε. Ο βασιλιάς μας είπε για να γλιτώσουμε από τον κροκόδειλο να μην τρώει 5 πουλιά την ημέρα πρέπει να πάμε στο κόκκινο βουνό, εκεί που ζει ο μεγάλος Θεός. Αυτός θα μας έδινε τα δάκρυα για να μας λυπάται, ώστε να μη τρώει τόσα πολλά πουλιά.
Όταν φτάσαμε πετάξαμε όλοι μαζί μέχρι την κορυφή και εκεί, τι συμφορά,  μας έκαψε όλων τα μάτια. Από το κάψιμο αποκτήσαμε τελικά πολλά δάκρυα και ο κροκόδειλος νευρίασε περισσότερο και τρώει πιο πολλά πουλιά. Και οι άνθρωποι όσο έβλεπαν τα δάκρυά μας, τόσο μας φυλάκιζαν.
–Ψάχνουμε τους γονείς μου, μάθαμε πως τους φυλάκισαν τα σκλεντζάκια, μήπως μπορείς να μας βοηθήσεις; –Ελευθερώσει, ταραμάς, κακός, καλός, βασιλιάς. Ο αετός άρχισε πάλι να λέει τα ίδια. –Άκρη δεν θα βρούμε, είπε ο Τυρεσθίας και ξεκίνησαν να φύγουν. –Το κρεμμύδι σας, είπε ο αετός, τρέξτε να προλάβετε. Ξαφνικά ο Τυρεσθίας σκέφτηκε πως ο βασιλιάς θέλει να του φτιάξουν ταραμά και ότι ο μπαμπάς του έφτιαχνε τον καλύτερο. Άρχισαν να προχωρούν προς τα εκεί που τους έδειξε ο αετός.
–Ο μπαμπάς μου, είπε ο Τυρεσθίας, μα γιατί πετάει τον ταραμά, τι γίνεται; Και τώρα δεν έτρεχε ο Τυρεσθίας, σχεδόν πετούσε από την χαρά του. Και του φώναξε. Έφυγε όλο το σκοτάδι και βγήκε ο ήλιος, γύρισε και ο μπαμπάς προς το μέρος του αλλά και πάλι δεν κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Σκόνταψε πάνω σε μία πέτρα και το κρεμμύδι έφυγε από το χέρι του και βρέθηκε μέσα στο γουδί που εκείνη την ώρα κατέβαζε ο μπαμπάς του το γουδοχέρι και χτύπησε το κρεμμύδι που ενώθηκε με το Αυγοτάραχο.
–Μπαμπά, μπαμπά αυτό ήταν το κρεμμύδι, λύθηκαν τα μάγια!
–Έι! Τυρεσθία ξύπνα, πάλι όνειρο βλέπεις;
–Όνειρο ήταν; Ευτυχώς μπαμπά.
–Έτοιμος για τον διαγωνισμό ταραμά Τυρεσθία;
Τι λέτε παιδιά, πάμε να φτιάξουμε όλοι μαζί ταραμά.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Φεβρουαρίου 2015, αρ. φύλλου 775


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.