22/6/15

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Σαν ένα παζλ

Είναι κάποιοι άνθρωποι που είναι σαν δικοί σου, καθώς μπαίνουν στη ζωή σου με τον τρόπο που ζουν και που την επηρεάζουν. Στην πραγματικότητα με τον δικό τους τρόπο αυτά τα πρόσωπα την κάνουν πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα. Και το κυριότερο απ’ όλα είναι πως αυτό που ισχύει για σένα, ισχύει και για ένα σωρό άλλα άτομα, για μια ολόκληρη πόλη ή, ακόμα, για μια ολόκληρη περιοχή, για ένα σωρό κόσμο.

Αυτά τα πρόσωπα δεν είναι πολλά, στην πραγματικότητα είναι πάντοτε πολύ λίγα· λίγα, αλλά στ’ αλήθεια εκλεκτά. Και είναι αυτός ακριβώς ο λόγος που, όταν φεύγουν, ιδιαιτέρως όταν αυτό συμβαίνει πρόωρα, τότε δεν το χωράει ο νους σου και θέλεις να μοιραστείς τον συγκλονισμό σου· και με αυτούς που δεν το είχαν υπόψη τους, ίσως και καθόλου, όσο το πρόσωπο που μόλις σάλπαρε γι’ αλλού ζούσε και δρούσε με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Κάτι τέτοιο προσωπικά δε μου έχει συμβεί συχνά. Στην πραγματικότητα μετριούνται οι φορές στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ε, λοιπόν, μία από αυτές τις φορές ήταν προχτές, όταν έμαθα πως πέθανε η Νένη. Πήγα στο Σχολείο, χωρίς να το ‘χω σκοπό να μιλήσω γι’ αυτήν, μια που τα παιδιά που την είχαν δει να παίζει στη σκηνή μας δεν ήταν πια μαθητές δικοί μας, αλλά κάποιου άλλου, μεγαλύτερου, σχολείου. Αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν αλλιώς.

Γιατί η μικρή μου μαθήτρια η Στέλλα, παίρνοντας ως αφορμή τη συζήτησή μας για τα είδη των ζώων που εξαφανίζονται, μου είχε ζητήσει να κάνουμε στο Ανθολόγιο της επόμενης ημέρας ένα μάθημα σχετικό με το θέμα αυτό. Και, σύμφωνα με το αίτημα της μικρής, συναντηθήκαμε με τον τελευταίο ιππόκαμπο, απόσπασμα από τον δημοφιλέστατο Τριγωνοψαρούλη του Β. Ηλιόπουλου. Και τότε ήταν που η μορφή της Νένης κυριάρχησε άθελά μας την ώρα που συζητούσαμε:

«Πρέπει να κάνουμε κάτι», έλεγε το μάθημα, κι εδώ ήταν που ξεφύτρωσε η Νένη που έκανε τα πάντα για να προστατέψει ό,τι αγαπούσε. Ή, μάλλον, όσα αγαπούσε ή, ακόμα σωστότερα, όλα όσα αγαπούσε, τα πολλά που αγαπούσε: τον πολιτισμό, την τέχνη, το θέατρο, τη φύση με όλα τα πλάσματά της, την πόλη της και πόλη μας με τα παλιά της σπίτια, τα μνημεία της, με όλα εκείνα τα στοιχεία της που την έκαναν ξεχωριστή και μοναδική και πανωραία.

Τη θυμάμαι σε πολλές στιγμές της: πάνω στη σκηνή, να παίζει, κάτω από τη σκηνή, να ψάχνει, θυμάμαι αυτά που έγραφε με πολλή δύναμη, αυτά που υπερασπιζόταν με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Και θα θυμόμαστε όλοι την επιστολή που έγραψε λίγο πριν κλείσει τα πάντα ανοιχτά της μάτια, μια επιστολή που μας άφησε με το στόμα ανοιχτό για τη δύναμη του προσώπου που την έγραψε. Γιατί ξέραμε όλοι για τη δύσκολη μάχη που έδινε και θαυμάσαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά τη δύναμη και το πάθος της· το πάθος της για όλα τα αληθινά σπουδαία στα οποία πίστευε.

Μίλησα για όλα αυτά στα παιδιά· γιατί προπαντός αυτά είναι απαραίτητο να γνωρίζουν τους ανθρώπους που αγωνίζονται στη ζωή τους για εκείνα που γράφουν τα βιβλία· γιατί προπαντός τα παιδιά πρέπει να ξέρουν πως, ναι, υπάρχουν αυτοί οι λίγοι που κάνουν πράξη τα λόγια, που είναι οι πραγματικοί ακτιβιστές, που αγαπούν έμπρακτα κι όχι νοερά κι αφηρημένα και ακαθόριστα. Κι η Νένη ανήκε σ’ αυτούς τους λίγους και τα παιδιά προλάβαιναν να τη γνωρίσουν για να παραδειγματιστούν. Γιατί είναι το παράδειγμα που λείπει περισσότερο σήμερα κι όχι τα λόγια, που έχουν περισσέψει, χωρίς αυτό να μας ωφελεί, γιατί πρόκειται συνήθως για λόγια κούφια κι άχρηστα, που δεν πιάνουν καθόλου τόπο.

Και τότε ήταν, Νένη μου, που τους είπα και για εκείνη τη φορά που ζωντάνεψες μες στο Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα της πόλης μας με τον δικό σου μοναδικό τρόπο την απαγωγή του μικρού Κωστάκη Νταλίπη από το παζάρι της πόλης μας τότε, σ’ εκείνα τα πολύ δύσκολα χρόνια του πολέμου και της βίας, αλλά κάτι σ’ έτρωγε κι ήταν αυτό ένα παλιό δέντρο που μόλις είχε κοπεί στην αυλή του Μουσείου· το πάλεψες, κρατήθηκες, προσπάθησα, αλλά στο τέλος δεν άντεξες: τελειώνοντας το ξεφούρνισες και καλά έκανες. Γιατί δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, αφού είχες ταχθεί. Είχες τάξει τον εαυτό σου να υπηρετείς με πάθος όλα όσα αγαπούσες, τα πολλά, τα σημαντικά και τα αληθινά ωραία. Και ήσουν συνεπής ως το τέλος, ακριβώς ως το πρόωρό σου τέλος.

Κι επειδή έγραψα «αγαπούσες» και μου φάνηκε τελείως αταίριαστο με σένα, που δεν πιστεύω πως έφυγες –είναι κι η προχτεσινή επιστολή σου που μας πείθει πως δεν είναι αλήθεια αυτή σου η φυγή- θα κλείσω με την αφιέρωση που έγραψα σε άρθρο που δεν τα κατάφερε να δημοσιευτεί:

Στη μνήμη της Νένης Τσαδήλα, που αγάπησε την Καστοριά όσο λίγοι· κι επειδή «η αγάπη ποτέ δεν τελειώνει», θα μένει πάντοτε εδώ, να τη φροντίζει και να την αγαπάει το ίδιο πολύ πάντα…
Γιατί για το ότι θα την αγαπάς πάντα αυτήν την πόλη είμαι πολύ, μα πάρα πολύ σίγουρη…

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5 Φεβρουαρίου 2015, αρ. φύλλου 774

Σχετικά: ΟΔΟΣ: Δυσαναπλήρωτο κενό στην πόλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.