17.9.10

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Θέατρο σκιών…

Οι Έλληνες έχουν τον Έλληνα 
κι οι Τούρκοι τον Τούρκο Καραγκιόζη!
(Δήλωση στα media του Γ.Α. Παπανδρέου -πρώτου μεταπολιτευτικού «υπό κηδεμονίαν»- Πρωθυπουργού της Ελλάδας)

(…) Eurostat also warned that the Greek figures may actually be even worse, citing "uncertainties" over the figures related to social security funds and the recording of complex financial swap arrangements(…)
(Σχόλιο οικονομικού site σε ανακοίνωση της Eurostat)


Ο Καραγκιόζης (κι οι επίγονοι)

Ο Καραγκιόζης λοιπόν αυτός ο απίθανος καρπαζο-εισπράκτορας, ο ξυπόλητος διοικητής του πλέον πειναλέου -και ξυπόλυτου επίσης- οικογενειακού τάγματος. Με την υμίψηλον καπελαδούρα της επισήμου στολής -δια πάσαν ανάλογον περίστασιν- να τον περιμένει κουτσουλημένη στο κοτέτσι καθώς μέσα σ’ αυτήν γεννάει… η κότα. Με το μακρύ του ξεχαρβαλωμένο χέρι, με τις αμέτρητες κι αφύσικες σε αριθμό και δομή αρθρώσεις (ένα χέρι ανυπόστατο, ατίθασο και με βλέψεις σε όσα μπορεί -και δεν μπορεί- να φτάσει).
Δύσμορφος και καμπούρης από άτυχη κληρονομιά προγονική ή τίποτε αμαρτήματα αιμομιξίας. Αιωνίως πεινασμένος. Πάμπτωχος να σέρνει την κουρελαρία του. ΄Ολο με το ίδιο όνειρο, και σαν πεποίθηση: «Θα φάμε… θα πιούμε… και… νηστικοί θα κοιμηθούμε!». Ειλικρινής όμως με την κοινωνική του θέση στην οποία βρέθηκε. Γεμάτος ελαττώματα, πάντα μηχανεύεται, όλο συνεργεί -ή και απλώς συναινεί- με τον «μαλαγάνα» τον Χατζατζάρη επί σκηνής σε διακυβεύματα παραπλάνησης της εξουσίας του Σαραγιού και των πλουσίων τούρκων, κακόμοιρος επαναστάτης του στιγμιαίου. Για ένα πιάτο φαϊ , για μια στιγμή ανάσα πάνω από το θολό νερό. Κι ύστερα πάλι η καταβύθιση (γιατί και την άλλη μέρα από νηστικόν ύπνο θα ξυπνήσει). Και το ξύλο να πέφτει ανελέητο, πάνω στη φαλακρή κεφαλή του ή την καμπούρα, πότε από τον Βεληγκέκα, πότε από τον άξεστο και παμπόνηρο βλάχο Μπαρμπαγιώργο ή τους απεσταλμένους του Πασά. Μονάχα το Κολλητήρι, ο Μυρικόγκος κι ο Κοπρίτης και βέβαια ο Χατζηαβάτης κι ο Σταύρακας (σαν δίδυμος αδερφός με το ολόϊδιο φιδίσιο χέρι) εισπράττουν το δικό του ξύλο. Αξιοθρήνητος σε κάθε περίπτωση. Αγράμματος, πάμπτωχος, άσχημος, άξεστος, ανάγωγος, ένας ιδανικός looser της σημερινής εποχής. Αλλά και άφιλος, κουτοπόνηρος, καιροσκόπος, κακεντρεχής, τεμπελχανάς από κούνια.

Αυτοσαρκάζεται όμως σε κάθε στιγμή. Βιώνει το αδιέξοδό του (η σκλαβιά του είναι η αιτία, η αμορφωσιά του, οι κοινωνικές περιστάσεις; Ισως όλα μαζί) . Μα δεν μεμψιμοιρεί. «Να τη βγάλουμε και σήμερα» αυτό είναι όλο. Με κάθε τρόπο. Με κάθε μέσον. Αύριο έχει ο Θεός.
Σαν οικογενειάρχης ίσα που τα καταφέρνει. Βολοδέρνει στην καθημερινότητα. Και δεν διστάζει -να η μουσουλμάνική του ρίζα!- να τολμάει, όντας νυμφευμένος την Αγλαϊτσα, να μοστράρεται σαν γαμπρός πότε στον πασά πότε σε κάποιον πλούσιο αγά για επιπλέον γάμους αν «πρόκειται για παραδάκι». Εκπαιδεύει τα παιδιά του στην πείνα και στην υπομονή της ανέχειας. Αμίμητα παραμένουν τα γυμνάσια πείνας στα οποία υποβάλει την οικογένεια, η σχεδόν καλογερίστικη άσκηση της αποχής από το φαϊ, οι αναφορές στο πεινασμένο τάγμα «εσύ τι έφαγες σήμερα;» Δεν έχει όμως τι άλλο να δώσει. Δεν είναι σε θέση κάτι άλλο να συνεισφέρει. Και σαν πρόκειται για δουλειά του ποδαριού η του χεριού αυτός εκεί: στέκει πάντοτε προθυμότατος! Γιατρός, προφήτης, φούρναρης, μάγειρας, γαμπρός, γραμματικός, δάσκαλος… ότι άλλο δώσει ο Θεός και προτείνει -άθελά του τις πιο πολλές φορές- ο Χατζηαβάτης. Όλα τα χρόνια της τουρκικής κατοχής και υπό τη σκιάν του μεγάλου Σαραγιού τολμάει και στήνει την ελεεινή του παράγκα, ένας περιθωριακός ανίκανος να εμπνεύσει τίποτε άλλο έξω από το γέλιο. Καμία ελπίδα. Μονάχα λίγο πικρό γέλιο. (Και γιατί όχι και κλάματα…)1.

Αυτόν λοιπόν, τον επίκαιρο όσο ποτέ ήρωά μας, τον διασκεδαστή μας για πέντε γενεές το λιγότερο, τον χάσαμε τελείως απροσδόκητα μέσα σ’ αυτό το καλοκαίρι. Τουλάχιστον στην… «άϋλη», πνευματική του μορφή του όπως διευκρινίζει και η ανάλογη απόφαση της UNESCO. Πολύν καιρό αλήθεια ύστερα από την πραγματική, σύμφωνα με το θρύλο, καρατόμηση του αληθινού μικρασιάτη Μαυρομάτη από τον εκνευρισμένο πασά ήρθε κι αυτή η πικρή απώλεια της ιθαγένειας του χάρτινου ομοιώματός του με μια απλή διεθνή γραφειοκρατική διαδικασία.

Ο Καραγκιόζης λοιπόν πολιτογραφήθηκε Τούρκος έστω και αν η καταγωγή του θεάτρου σκιών έλκει από την άπω Ανατολή χιλιετηρίδες πίσω. Τώρα ορισμένοι ιθαγενείς προσπαθούν με νύχια και με δόντια να πείσουν -πρώτα τους εαυτούς τους μάλλον- ότι θέατρο σκιών έπαιζαν και στα Ελευσίνια μυστήρια (κανένας δεν έχει βέβαια μαρτυρήσει ως τα τώρα τι ακριβώς διελάμβανε εκεί ανάμεσα στους μύστες, σε υποθέσεις στηριζόμαστε. Γιατί λοιπόν να μην υποθέσουμε και θέατρο σκιών;). Κανένας από τους αγωνιώτες να υπερασπισθούν με νύχια και με δόντια την εθνικότητα του καραγκιόζη δεν σκέφτηκε βέβαια πως αφού εδέησε να τον πιάσει στα χέρια του ο μπάρμπα Γιάννης ο Σκαρίμπας και να τον μελετήσει ένας Γιώργος Ιωάννου ο Καραγκιόζης απόκτησε ιερώ δικαιώματι μερίδιο και θέση στη ζωή μας. Μπορεί ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Κάποτε και σαν μνημείο αυτοσαρκασμού και ισχυρής αυτογνωσίας.

Ας μην απελπιζόμαστε όμως! Ο Καραγκιόζης διαπότισε ιδεολογικά όλους τους κοινωνικούς ρόλους «στην Ελλαδίτσα μας» η οποία διέβη το κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα βουτηγμένη στον αναχρονισμό, πνιγμένη τάχα στις δάφνες ενός ένδοξου όμως πολύ απόμακρου παρελθόντος. ΄Αοπλη, ανέτοιμη, πεισιθάνατη. Πρόθυμη για χορούς και γλέντια με τον έλληνα αυτόν κουασιμόδο, τον κακόμοιρο και ηθικά αναίσθητο καμπούρη επί σκηνής:

Κείνο που με τρώει κείνο που με σώζει είναι π’ ονειρεύομαι
σαν τον Καραγκιόζη…


Ο Καραγκιόζης διέπρεψε στην Ελλάδα σαν Δήμαρχος, πολιτευτής, συνδικαλιστής, δικαστικός, γιατρός, δημοσιογράφος, οδοκαθαριστής, εργολάβος, υπάλληλος των ΔΕΚΟ ή της «Ολυμπιακής», καθηγητής στο δημόσιο που παραδίδει ιδιαίτερα, ανάπηρος μαϊμού, φορολογούμενος πολίτης, ακόμα και σαν μαχητής του ΠΑΜΕ που εμποδίζει, κλείνοντας την είσοδο στον καταπέλτη του πλοίου κραδαίνοντας μια τρομερή χοντρομαγκούρα ως σημαία και σύμβολο ισχύος, την γερμανίδα τουρίστρια να μεταβεί για τα μπάνια της στα νησιά της ΄Αγονης γραμμής. Τελευταία τον είδαμε και σαν στέλεχος της «σέχτας επαναστατών» να δολοφονεί γαζώνοντας με σφαίρες, μαζί με άλλους τέσσερις «ηρωϊκούς συντρόφους», είτε ανυπεράσπιστους (σχεδόν άγνωστους) δημοσιογράφους είτε ανύποπτους χαμηλόβαθμους αστυνομικούς. Κάθε οδηγός ταξί επίσης, τουριστικός πράκτορας ή ξενοδόχος και εστιάτορας της επικράτειας παραδίδει θερινά μαθήματα αυθεντικού καραγκιοζιλικιού. Ένα καραγκιοζ΄λίκι που και ως λαός εν συνόλω έχουμε κερδίσει με το σπαθί μας κάνοντάς το ολωσδιόλου δικό μας και με τη βούλα μάλιστα.

Δεν χρειάζεται να εξηγηθούν δια μακρών τα παραπάνω είναι όλα τους πλέον πολύ γνωστά στον καθένα. ΄Ολοι οι ρόλοι, επαγγέλματα και ιδιότητες, που αναφέρθηκαν ενδεικτικά, ενσαρκώνουν στην κοινωνία μας ρόλους του Καραγκιόζη με τη μίμηση των τρόπων του και εφαρμογής της κοσμοθεωρίας του. Κάποτε ανήκουν επισήμως στη σφαίρα έρευνας και επιρροής της Ψυχιατρικής επιστήμης. Εδώ απλώς αναφέρθηκαν με την αστεία, την κωμική τους εκδοχή (διότι διαθέτουν και τραγική).
Αλλά και οι… figures (φιγούρες) -ή μήπως σκιές;- που βλέπουν στην οικονομική ζωή της Ελλάδας οι ταγοί της «Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης» τι νάναι;


Οι σκιές…

Από τον ελληνικό Καραγκιόζη που μας κληροδότησε η λαϊκή μούσα του Μίμαρου, των Σπαθάρηδων (πατέρα και γιου) και άλλων, απομένουν αυτές οι -γκροτέσκες στην μεταφορά τους στο Θέατρο Σκιών- ιστορίες ηρωϊκών και ιδανικών μορφών, σκιών αγαπημένων που ανασύρουν από τα ερέβη την χαμένη περηφάνια μας. Οι περιπέτειες του καμπούρη στην θλιβερή αναμέτρησή του με το παρελθόν, αυτές μονάχα απομένουν σαν παρηγοριά αυτοσυνειδησίας. Τότε ακόμα κι αυτός ο Καραγκιόζης, ο αναίσθητος και περιθωριακός μοιάζει να θυμάται και να ριγά. Μετέχει στη διαμόρφωση της ιστορίας. Η φιγούρα το κομψευάμενη πιά σειέται και λυγιέται πλάι στα σύμβολα. Κατορθώνει και φτάνει ως τις πηγές. Από τον Ερωτόκριτο ως τα σήμερα. Και καθώς λαβαίνει λίγη από τη χάρη του Κάλβου, του Διονυσίου Σολωμού, του Παπαδιαμάντη, του Θεόφιλου. ακουμπά στη μουσική του Μάνου Χατζηδάκι , στις ζωγραφιές του Νίκου Χατζηκυριάκου -Γκίκα, στα χορευτικά της Ραλλούς Μάνου κι αφουγκράζεται το τελάλημα:

Ακουουούσατεε…
Άγγλοι, Γάλλοι , Πορτογάλοι,
Σέρβοι, Βούλγαροι , Ρουμάνοι, Πολωνοί,
αγάδες, πασάδες, ντερβισάδες,
Ρώσοι, Μπόερς και Οθωμανοί.,
Κατά διαταγήν του πολυχρονεμεεένου μας Πασά…
Όποιος μπορέσει και σκοτώσει τον κατηραμένον όοοοφιιιιν…
που είναι στο αραχνιασμένο σπήλαιο
Θα λάβει εκατό λίρες μπαξίσι,
την θυγατέρα του πασά δια σύζυγον,
και μετά τον θάνατον του Πασά
θα λαμβάνει και τον θροοόνον!
Ακούσαααατεεεε!
2

Κι από (ελεεινά) τραγικός γίνεται ηρωϊκός! Και δεν εξευτελίζεται πια και καταλήγει να φαντάζει σα μια σχεδόν πνευματική μορφή. Σαν χειροτέχνημα παλιό με τον δικέφαλο του Βυζαντίου κεντημένο με πορφυρή κλωστή κι ασήμι. Σαν τις απλοϊκές διηγήσεις του παππού, που μας ακούγονταν κάποτε πολύτιμες. Προτού το δικό του θυμητικό του απομείνει εξορισμένο στο τότε, αδύναμο να σταθεί μήτε λεπτό στα τωρινά και υποταγμένο στην αδήριτη μοίρα πως δεν θ’ αντικρίσει ποτέ το μέλλον που έρχεται. (Και πριν ακόμα η δική μας ενημερότητα -μα όχι γνώση- αποφασίσει να σταθεί υψηλότερα τάχα από τον ταπεινό, τον λαϊκό άνθρωπο…).

Με τη σειρά λαβαίνουν θέση επί σκηνής: Ο Θησέας, ο Μεγαλέξαντρος που σκοτώνει τον «κατηραμένο όφιν» (ή μήπως πρόκειται για τον Αη-Γιώργη με το δράκοντα;), ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος , ο Κατσαντώνης, ο Νικοτσάρας, ο Μάρκος Μπότσαρης... Όλα δια χειρός Ευγένιου Σπαθάρη ζωγραφισμένα.

Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Αγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.
3

Και ξάφνου προβάλλουν οι αληθινές μορφές των ιερών σκιών στο πανί: ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ιων Δραγούμης, ο Μαρίνος Αντύπας, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο Σπύρος Μουστακλής και οι δεκάδες ξεχασμένοι -σαν ανώνυμοι- νεκροί πιλότοι των «εμπλοκών και αναχαιτήσεων στο Αιγαίο» που έπεσαν ενώ υπερασπίζονταν μια πατρίδα που πάντοτε προσπαθούσε να μοιράσει με τους απέναντι χώρο και ρόλο επί σκηνής ανάμεσα στο Μπαρμπαγιώργο ή τον Βεληγκέκα ενώ το ακροατήριο και οι λοιπές φιγούρες εκατέρωθεν συνέχιζαν τα ξεκαρδιστικά τους καραγκιοζ’λίκια ξεσπώντας τέλος σε σκερτσόζικα χειροκροτήματα και ρυθμικά παλαμάκια.
Υπάρχουν κι άλλοι πολλοί ακόμα που δεν μπορώ να θυμηθώ ή να τους διακρίνω καθώς το ΔΝΤ επέβαλε καινούργιο χαράτσι στο ηλεκτρικό.
Και τα φώτα στο μπερντέ χαμήλωσαν…

Φοινικούντα Μεσσηνίας, 26 Ιουλίου 2010

Αναφορές
1.Γιάννη Μαρίνου «Εθνος καραγκιόζηδων» (το Βήμα 25/7/10)
2.Στίχοι του αείμνηστου Ευγένιου Σπαθάρη.
3. Ποίημα του K.Π. Καβάφη Για νάρθουν.



Σχετικό κείμενο:

1 σχόλιο:

  1. Η γραφή σου, η νοηματική απόδοση και προπαντός το δίδαγμα, όπως πάντα ξεχωρίζουν.. αυτά είναι κείμενα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.