9.12.10

Παρουσίαση βιβλίου

Στις 24 Οκτωβρίου, ο πολιτιστικός σύλλογος Χλόη-Φουντουκλή, παρουσίασαν το βιβλίο «Σ’ όποια γλώσσα κι αν το πεις…», της Δέσποινας Λάππα-Κόντου, (εκδόσεων Διόπτρα). Παρουσίασαν το βιβλίο η συγγραφέας, καθώς και η φιλόλογος κ. Ιωάννα Λουλάκη, η ομιλία της οποίας είχε ως εξής:



Στο μυθιστόρημα έχουμε ανθρώπινες ζεστές τρυφερές σκηνές, ανάμεσα σε σκληρά ψυχρά πολεμικά γεγονότα. Συνειρμοί που μου δημιουργήθηκαν: Διαβάζοντας-απολαμβάνοντας-ρουφώντας τις σελίδες του βιβλίου μού ήρθαν στο νου άλλα λογοτεχνικά μας κείμενα με αντίστοιχες σκηνές και μηνύματα. Ιλιάδα και Οδύσσεια του Ομήρου, Η ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, Συννεφιάζει του Λουντέμη, Διπλό βιβλίο του Δ.Χατζή, αλλά και άλλα… Μπορούμε να παραλληλίσουμε το έργο με την Ιλιάδα, όπου ανθρώπινες σκηνές – όπως η μονομαχία Γλαύκου-Διομήδη που κατέληξε σε φιλία με ανταλλαγή δώρων ή η σκηνή με τον Πρίαμο που έρχεται στον Αχιλλέα και κλαίνε αγκαλιασμένοι ή η τρυφερή σκηνή Έκτορα-Ανδρομάχης – ανάμεσα σε σκληρά πολεμικά γεγονότα τονίζουν το παράλογο του πολέμου. Δηλαδή πολεμικό έργο με αντιπολεμικό μήνυμα… Αυτό φώναζα μέσα μου καθώς διάβαζα το βιβλίο : «Όχι πόλεμος, ο πόλεμος είναι παράλογος!»

«Σ’ όποια γλώσσα κι αν το πεις, το πιο σημαντικό είναι η αγάπη», λέει η συγγραφέας Δέσποινα Λάππα-Κόντου. «Πόση αγάπη υπάρχει στον κόσμο! Άφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ’ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις», διαβάζουμε στη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη… Και σε άλλο σημείο, στο απόσπασμα «ο λόφος με τις παπαρούνες», λέει ο Μυριβήλης: «Φάγαμε μαζί, κουβεντιάζαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ’ τη γλώσσα τ’ αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη και η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα»… Αυτές οι γεμάτες αγάπη στιγμές μού ήρθαν στο νου όταν πρωτοσυναντήθηκαν, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Λάντσεντορφ, οι πρωταγωνιστές της αληθινής ιστορίας μας, ο Νίκος απ’ το Βόλο και η Αντωνία απ’ την Ουκρανία, τι κι αν δεν ήξερε ο ένας τη γλώσσα του άλλου …συνεννοήθηκαν περίφημα!
«Τότε διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά τα βλέμματά τους. Ανοιχτόχρωμα τα μάτια της που τον κάρφωσαν… Την επόμενη φορά που διασταυρώθηκαν, ο Νίκος τής είπε εκείνο το «καλημέρα συντρόφισσα» στα ρώσικα που είχε στο μεταξύ φροντίσει να μάθει… εκείνη κοκκίνισε, ταράχτηκε, δεν το περίμενε, κοντοστάθηκε για λίγο, τον κοίταξε ωστόσο θαρρετά και ανταπάντησε «καλημέρα σύντροφε». Αυτό ήταν…» Δεν είχε σημασία αν δεν ήξεραν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Δε χρειαζόταν να πουν με πολλά λόγια ό,τι ένιωθαν… Έφταναν τα βλέμματα και, λίγο αργότερα στο νοσοκομείο, το άγγιγμα… «άπλωσε το δικό της και το χάιδεψε από το μπράτσο μέχρι τα ακροδάχτυλα. Ο Νίκος αφέθηκε σ’ αυτό το χάδι… Μόνο η μάνα μου θα με χάιδευε έτσι ή κάποιος που καταλαβαίνει από πόνο σκέφτηκε». Και το αποκορύφωμα, η ένωση, στο ξενοδοχείο… «Όλα αυτά τα έλεγαν τα μάτια τους, τα χείλη τους, οι κινήσεις, τα χέρια τους που άγγιζαν…»
Ένας τρυφερός άνθρωπος, όπως η Δέσποινα, θα μπορούσε να δώσει έτσι αυτές τις μοναδικές-ανεπανάληπτες στιγμές…
 Στη συνέχεια η επιστροφή στην πατρίδα, στη ζωή… Οι δυσκολίες πολλές. Σκηνές αντίστοιχες μου ήρθαν στο νου όπως αυτές της επιστροφής στην πατρίδα στο «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, αλλά και στο «Γυρισμό του ξενιτεμένου» από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄ του Γιώργου Σεφέρη… Βεβαίως και πάλι στον Όμηρο, στην Οδύσσεια…
Και πάλι «ο νικητής» είναι …«λιουμπόβ», αγάπη…

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε για το βιβλίο: Είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορία μέσα από τη λογοτεχνία. Ο καλύτερος τρόπος να πλησιάσουμε τα ιστορικά γεγονότα. Και φαίνεται να κατέχει την ιστορία η συγγραφέας. Τα δίνει παραστατικότατα, η γραφή της μπορεί να χαρακτηριστεί κινηματογραφική, θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για κινηματογραφική ταινία… Και εικόνες ζωντανές! Αν ήμουν ζωγράφος θα γέμιζα πίνακες… Είναι απ’ τα βιβλία που νομίζω πως πρέπει να υπάρχει στις σχολικές βιβλιοθήκες, αλλά και αποσπάσματά του στα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας Γυμνασίου-Λυκείου. Αλλά και ένα ποιητικό-μουσικό έργο μού έφερνε στο νου το βιβλίο: Το Μαουτχάουζεν των Ιάκωβου Καμπανέλη και Μίκη Θεοδωράκη. Και πιο πολύ το «Άσμα ασμάτων». Οπότε, ως επίλογο, ακούσαμε με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη από το Μαουτχάουζεν «Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.