28.3.13

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Ἄλλοτε καί τώρα


ΟΔΟΣ 20.12.2012 | 671

Ἡ επί ἐξῆντα χρόνια, περίοδο δύο γενεῶν, συνεχῆς πλύση ἐγκεφάλου τοῦ λαοῦ μας μέ τὀν κινηματογράφο, τό ραδιόφωνο, τήν ξένη μουσική, καί ἀργότερα μέ τήν τηλεόραση καί γενικῶς μέ τόν Δυτικό καί ἰδικώτερα μέ τόν Ἀμερικανικό τρόπο ζωῆς ὑπεβλήθηκε στόν λαό μας ἡ Ἀμερικανική κουλτούρα, ἐπικουρούμενη καί ἀπό τήν ξενομανία καί τόν μιμητισμό ἡμῶν τῶν νεοελλήνων, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀλλάξουν πολλά στήν νοοτροπία, τόν τρόπο σκέψεως καί πράξεων μας, νά ἀπεμπολησθοῦν μακροχρόνια καί πατροπαράδοτα ἤθη καί ἔθιμα καί νά ἀντικατασταθοῦν ξενόφερτα τοιαῦτα.Μεταξύ αὐτῶν πού ἀλλοιώθηκαν καί ἄλλαξαν εἶναι καί τά πατροπαράδοτα ἔθιμα τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Νέου Ἔτους.

Πολλοί λαοί τῆς Οἰκουμένης λατρεύανε τόν Ἥλιο ὡς θεό καί γιορτάζανε τήν γέννησή του κατά τήν χειμερινή τροπή του ἥ ἀλλιῶς τό χειμερινό ἠλιοστάσιο, πού συμβαίνει στίς 22 Δεκεμβρίου. Στήν καθ᾽ἡμᾶς Ἀνατολή, κατά τήν Ρωμαϊκή περίοδο, στά πρό καί τά πρώτα μετά Χριστόν χρόνια εἶχε λάβει μεγάλη ἔκταση, στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο, ἡ λατρεία τοῦ Μίθρα, τοῦ θεοῦ τοῦ Οὐρανίου φωτός, τήν γέννηση τοῦ ὁποίου γιόρταζαν τήν 25η Δεκεμβρίου. Ἡ Ἐκκλησία γιά νά καταπολεμήσει τήν ἑδραιομένη στόν κόσμο ἑορτή τῆς 25ης Δεκεμβρίου, καί τήν λατρεία τοῦ Μίθρα, μετέφερε τήν ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά Θεοφάνεια μέ τά ὁποία συνεορτάζονταν, στήν 25η Δεκεμβρίου καί ἔκτοτε θεσπίσθηκε νά ἑορτάζονται τά Χριστούγεννα, σέ Ἀνατολή καί Δύση τήν 25η Δεκεμβρίου. Έδωσε δέ καί τό πρωσονύμιο στόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή Χριστό, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὑμνωδεῖται στά τροπάρια τῆς Ἑκκλησίας.

Ἡ περίοδος ἀπό τά Χριστούγεννα μέχρι τά Θεοφάνεια ὀνομάζεται γιορτές τῶν Χριστουγέννων, περιλαμβάνουν τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ τήν 25η Δεκεμβρίου, τήν Πρωτοχρονιά καί τά Θεοφάνεια ἤ Φῶτα. Τό διάστημα αὐτό τῶν ἑορτῶν καλεῖται καἰ Δωδεκαήμερο. Τήν περίοδο αὐτή δέν ὑπάρχουν ἀγροτικές ἀσχολίες, λόγω τοῦ χειμώνα, και ἔτσι μποροῦν οἱ κάτοικοι τῶν ἀγροτικῶν περιοχῶν καί κατ᾽ἐπέκταση καί ὁ ἀστικός πληθυσμός νά ἀσχοληθοῦν περισσότερο μέ την οἰκογενειακή καί τήν κοινωνική τους ζωή. Γι’ αυτό οἱ ἑορτές τοῦ Δωδεκαημέρου θεωροῦνται καί εἶναι οἰκογενειακές καί γιορτές τοῦ σπιτιοῦ. Γιά νά ἑορτασθοῦν ὅπως πρέπει οἱ γιορτές αὐτές, προηγεῖται μιά περίοδος προετοιμασίας μέ νηστεία καί ἑτοιμασίες ἀπό τίς γυναῖκες τοῦ σπιτιοῦ τῶν φαγητῶν και γλυκῶν τῆς περιόδου αὐτῆς.  Στίς παλαιότερες ἐποχές τήν περίοδο αὐτή ἔσφαζαν τά γουρούνια, ἔκαναν τά λουκάνικα καί τά σαλάμια, ἔλειωναν τήν λίγδα καί ὅ,τι ἄλλο χρειάζονταν, οἱ δέ γυναῖκες ἔκαναν τούς κουραμπιέδες, τούς σαλιάρους, τά μελομακάρονα, τίς δίπλες καί ὅσες ἄλλες λειχουδιές ὀρέγουνταν, τύλιγαν τούς σαρμάδες μέ τήν ἀρμιά, πού εἴχαν ἤδη κάμει, καί ἔκαμαν γενική λάτρα στό σπίτι τους.

Αὐτά βεβαίως γίνονταν πρό τῆς εἰκονικῆς εὐημερίας μέ τά δανεικά χρήματα, τά ὁποία, ὑπάρχουν δυστυχῶς ἀκόμη σήμερα συμπατιώτες μας πού νομίζουν ὅτι δέν θά τά ξεπληρώσουμε καί βαυκαλίζονται ὅτι θά ἐπανέλθουμε στήν πρωτέρα κατάσταση. Τά σπίτια δέν τά στολίζανε ἀλλά ἔλαμπαν ἀπό καθαριότητα. Τἠν παραμονή τῶν Χριστουγέννων τά παιδιά ἔλεγαν τά κάλαντα και ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση τῆς οἰκογένειας ἤταν και τά λόγια. Ἐάν ὑπῆρχε μικρό παιδί ἤ νεογέννητο, ἄλλα ἤταν τά λόγια καί ἄλλα ἐάν εἴχαν κόρη γιά παντρειά ἤ ἤταν ὁ οἰκοδεσπότης προύχοντας καί εὐκατάστατος. Τό φιλοδώρημα τῶν παιδιῶν ἤταν προϊόντα τῆς Γῆς, καρύδια, ἀμύγδαλα, κάστανα, σπανίως κανένα μανταρίνη καί στά συγγενικά παιδιά καί καμιά μπιλίτσκα. Ἀργότερα ἔδιναν καί χρήματα. Τό πρωί τῶν Χριστουγέννων ἡ Θεία Λειτουργία γίνονταν τίς πρώτες πρωϊνές ὥρες, τά χαράματα, καί τήν παρακολουθοῦσε ὅλη σχεδόν ἡ κοινωνία. Μετά τήν λήξη της ἄρχιζε στά σπίτια ἡ εὐοχία τῶν φαγητῶν καί γλυκισμάτων. Τό τραπέζι ἔμενε στρωμένο μέχρι τήν ἑορτή τῶν Φώτων καἰ ὁ τέντζερης μέ τούς σαρμάδες ἤταν συνεχῶς δίπλα στή φωτιά, στό τζάκι, γιά νά εἶναι ζεστοί καί νά προσφέρονται στούς ἐπισκέπτες, γιατί ξέχασα νά ἀναφέρω ὄτι καθ᾽ὅλη τήν περίοδο τῶν ἑορτῶν ἀνταλλάσονταν ἐπισκέψεις και διοργανώνονταν βεγκέρες.

Σήμερα όλα σχεδόν ἔχουν ἀλλάξει. Οἱ περισσότερς γυναῖκες δέν ἀσχολοῦνται τόσο πολύ μέ τήν κουζίνα, προτιμοῦν νά πάρουν ἕτοιμα γλυκά καί ἀντί νά ἑτοιμάσουν τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι μέ σαρμάδες, λουκάνικα καί τσιγαρίδες καί ἄλλα φαγητά μέ χοιρινά ὑλικά, προτιμοῦν τήν γεμιστή γαλοπούλα, ξενόφερτο φαγητό, ἀπομίμηση τῆς γιορτής τῶν Εὐχαριστιῶν τῶν Ἀμερικανῶν. Στολίζουν τό σπίτι μέ διάφορα λαμπιόνια καί στήνουν ἕνα δένδρο, ἔλατο, φυσικό ἤ πλαστικό καί τό στολίζουν μέ διάφορα λαμπιόνια, ἀστράκια καί ἀγγελάκια. Τό δένδρο καί τόν στολισμό του, τό πήραμε ἀπό τούς Βόρειους λαούς τῆς Εὐρώπης γιατί γι’ αυτούς ἐθεωρεῖτο, ἰδίως ἡ Δρύς, ἱερό δένδρο καί λατρεύονταν ἀπό τούς Δρυίδες. Δέν εἶναι κακό ἔθιμο. Λίγα εἶναι σήμερα τά παιδιά, ἰδίως στίς μεγάλες πόλεις, πού λέν τά κάλαντα καί αύτά μέ ξενόφερτη μουσική, τραγούδια καί λόγια. Ἀντί τίς οἰκογενειακές συγκεντώσεις συνηθίζεται νά πηγαίνουν στά νυκτερινά κέντρα νά ρεβεγιονάρουν, ὅπως λένε, καί βεβαίως δέν μποροῦν τήν ἐπομένη νά πάνε στήν Ἐκκλησία.

Τήν πρωτοχρονιά, ἑορτή τῆς πρώτης τοῦ ἔτους καί τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ἡ ἀλλοίωση τῆς ἑορτῆς καί τῶν ἐθίμων ἀποτελεῖ ντροπή και αἰσχύνη γιά ἑμᾶς ταύς ὀρθοδόξους χριστιανούς καί Ἔλληνες.  Ξεκίνησε ἀπό τίς Ἠνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς ὡς διαφήμιση τῆς CocaCola καί ἐπεκτάθηκε σ᾽ὅλον τόν κόσμο. Πρόκειται γιά ἕναν χοντρομπαλά μέ λευκή γενειάδα καί μουστάκια ντυμένο μέ ἕναν κόκκινο μανδύα, ὁ ὁποῖος ἔρχεται, δῆθεν, κάθε χρόνο ἀπό τήν περιοχή τοῦ βορείου πόλου, μέ ἔλκηθρο πού τό σύρουν τάρανδοι καί μοιράζει δῶρα σέ μικρούς καί μεγάλους. Εἶναι ἕνα κατασκεύασμα καί προϊόν τοῦ διεθνούς ἐμπορίου, τοῦ καπιταλισμοῦ καί τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας. Ἔχει διάφορα ὀνόματα, ἀνάλογα μέ ἑκάστη χώρα· λέγεται Santa Claus ἤ Pere Noel ἤ Papa Noel ἤ St. Nicolas (Mikulas) καί ἄλλες διάφορες ὀνομασίες. Δυστυχῶς στήν Ἑλλάδα τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα καί τόν ταύτισαν μέ τόν Ἁγιο Βασίλειο γιατί γιορτάζουμε τόν Ἅγιο αὐτόν τήν πρώτη ἡμέρα τοῦ χρόνου καί γιατί, κατά τήν παράδοσή μας ὁ Ἅγιος Βασίλειος εἶναι δωροδότης τόσο πνευματικῶν ὅσο και ὑλικῶν ἀγαθῶν.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος δεν εἶναι φανταστικό πρόσωπο, ὅπως ὁ Santa Claus ἀλλά ὑπαρκτό πρόσωπο, ἤταν ἐπίσκοπος Καισαρείας, ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δέν θά ἀναφερθῶ ἐκτενῶς στόν βίο του καί τίς δραστηριότητές του· ἀναφέρω μόνον ὅτι εἶχε τεράστια γενική, ἐγκυκλοπαιδική, και φιλοσοφική μόρφωση, (ἐθήτευσε στήν φιλοσοφική σχολή τῶν Ἀθηνῶν), βαθύς γνώστης τῶν Ἀγίων Γραφῶν, διαμορφωτής τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καί κυρίως περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν οἰκουμενική σύνοδο τῆς Νικαίας, μέγας ἀσκητής καί συντάκτης τῶν κανόνων τοῦ ἀνατολικοῦ Μοναχισμοῦ, φιλάνθρωπος μέ μεγάλη φιλανθρωπική καί κοινωνική προσφορά (Ἴδρυσε τήν Βασιλειάδα πού εἶχε νοσοκομεῖο, γηροκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο καί ξενώνα) καί Ἅγιος. Γι’ αυτό ἡ Ἐκκλησία τόν ἀνακύρηξε Μέγα. Αὐτόν τόν Ἅγιο, τόν Μέγα Βασίλειο, τιμοῦμε καί γιορτάζουμε τήν πρώτη τοῦ ἔτους, καί τήν παραμονή τῆς γιορτῆς του τά παιδιά ἔλεγαν τά κάλαντα μέ τό τραγούδι “Ἁγιός Βασίλης ἔρχεται ἀπό τήν Καισαρεία” καί παρακάτω “κρατάει πένα και χαρτί, χαρτί καί καλαμάρι”· ἡ προτροπή εἶναι πνευματική καί ὄχι ὑλική καί τά δῶρα του εἶναι γιά τήν προκοπή τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι γιά φθηνή ὑλική ἀπόλαυση.

Καἰ τό ἔθιμο νά βάζουμε ἕνα φλουρί στήν βασιλόπηττα ἔχει τήν ἱστορία του γιατί ἀναφέρεται σέ ἱστορικό γεγονός, πού συνέβηκε ἐπί Ἁγίου Βασιλέιου στήν Καπαδοκία. Ὁ τοπικός ἄρχοντας τῆς περιοχῆς ἐπέβαλε ἔκτακτη σκληρή φορολογία στούς κατοίκους. Οἱ κάτοικοι ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἀνταποκριθοῦν στήν ὑποχρέωση νά καταβάλουν τίς ὑποχρεώσεις τους σέ χρῆμα, κατέβαλαν τό ἀντίτιμο μέ τήν συγκέντρωση καί καταβολή ὅλων τῶν κοσμημάτων τους. Μέ τήν παρέμβαση ὁμως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πρός τόν Αὐτοκράτορα ἤρθηκε ἡ ὑποχρέωση τῆς φορολογίας καἰ ἐπεστράφηκαν ὅλα τά κοσμήματα, διά τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, στήν κοινότητα. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος δέν γνώριζε σέ ποιόν ἀνήκει τό καθένα γιά νά τό ἐπιστρέψει καἰ γιά νά μήν ἀδικήσει κανέναν σκέφθηκε καί ἔδωσε ἐντολή νά ζυμωθοῦν μικρά ψωμάκια καί ἔβαλε μέσα στό καθένα ἕνα κόσμημα ἀπό τά ἐπιστραφέντα καἰ τά μοίρασε στούς κατοίκους. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά ἔπερνε καθένας, στήν τύχη, ὅ,τι τοῦ ἐπιφυλάσονταν. Τό θαυμαστό ὅμως τοῦ πράγματος ἤταν, γιαυτό καί τό διατηρήσαμε ὡς ἔθιμο, ὅτι ὁ κάθε κάτοικος ἀνοίγωντας τό ψωμάκι του βρῆκε μέσα σ᾽αὐτό τό δικό του κόσμημα, πού εἶχε καταθέσει.

Ἐρχόμαστε τώρα στήν τελευταῖα γιορτή τοῦ Δωδεκαημέρου, τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων ἤ τῶν Φώτων τήν ὁποία στήν Καστοριά τήν ἐπεκτείνουμαι κατά δύο ἡμέρες γιατί τήν 7η καί 8η Ἰανουαρίου γορτάζουμε τά καρναβάλια. Τά Θεοφάνεια εἶναι μία ἀπό τίς μεγαλύτερες γιορτές τῶν Χριστιανῶν γιατί γιορτάζεται ἡ Βάπτηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν Ἰω άννη τόν Πρόδρομο στόν Ἰορδάνη ποταμό καί γιατί –καί κυρίως γιαυτό φανερώθηκε κατά τήν Βάπτιση ἡ Ἁγία Τριάδα. Ὁ Πατήρ διά τῆς φωνῆς Του, ἀποκαλῶντας τὀν Ὑιό Του ἀγαπητό, ὁ Ὑιός ὡς Θεός καί ἄνθρωπος καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ὡς περιστερά. Τήν ἡμέρα δέ αὐτήν ἁγιάζονται καί τά ὕδατα.

Στήν Καστοριά γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια μέ μεγάλη μεγαλοπρέπεια. Μετά τήν ἀνάλογη ἀκολουθία στόν Μητροπολιτικό ναό, ὁ κλῆρος, προεξάρχοντος τοῦ οἰκείου Μητροπο λίτου, καί ὁ λαός μέ πομπή κατέρχονται πρός τήν Λίμνη στό μέρος πού ὀνομάζεται γιαυτό Σταυρός καί ὁ Μητροπολίτης ρίχνει στήν Λίμνη τόν Σταυρό γιά νά ἁγιασθοῦν τά ὕδατα. Νέοι Καστοριανοί ρίχνονται στή Λίμνη νά πιάσουν τόν Σταυρό, ἀνεξαρτήτως τῶν καιρικῶν συνθηκῶν καί ἐνδεχομένου ψύχους, ἀμιλώμενοι μεταξύ τους γιατί αὐτός πού θά πιάσει τόν Σταυρό θεωρεῖται τυχερός καί εὐλογημένος. Εὐτυχῶς τό ἔθιμο αὐτό διατηρεῖται ἀκόμη ἀλώβητο ἀπό τις ξένες ἐπιρροές. Τά παλιά τά χρόνια ὁ νέος πού ἔπιανε τόν Σταυρό, μαζί μέ τούς ὑπολοίπους βάζανε τόν Σταυρό ἐπάνω σέ ἕναν δίσκο καί τόν περιέφεραν σ᾽ ὅλη τήν πόλη, ἐπισκεπτόμενοι ὅλα τά σπίτια γιά νά ἀγιασθοῦν καί νά εὐλογηθοῦν. Οἱ οἰκοδέσποινες τούς κερνοῦσαν καί τούς φιλοδώριζαν. Δέν ξέρω ἄν διατηρεῖται τό ἔθιμο αὐτό σήμερα. Παρεπιπτόντως, πρέπει νά λεχθεῖ, ὅτι καί οἱ Ἑβραῖοι τῆς Καστοριᾶς ἔπαιρναν τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων νερό ἀπό τήν Λίμνη, γιατί τό θεωροῦσαν καί αὐτοί ἁγιασμένο, γιά νά πλυθοῦν καί νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό δερματικές παθήσεις, πού ἔπασχαν.

Τά καρναβάλια τῆς Καστοριᾶς ἔλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τά πανάρχαια χρόνια, ἀπό τήν ἑορτή τῶν Μικρῶν Διονυσίων ἤ ἀλλιῶς τῶν κατ᾽ ἀγρῶν τά ὁποία τελοῦνταν στήν Ἀθήνα τόν μῆνα Ποσειδεῶνα πού ἀντιστοιχοῦσε στόν δικό μας Δεκέμβριο. Ἡ ἡμερομηνίες τελέσεως τότε καἰ τώρα σχεδόν συμπίπτουν, ἐπίσης καἰ τά περισσότερα δρώμενα, κυρίως σέ παλαιότερες περιόδους, ἡ μεταμφίεσης μέ δέρματα ζώων ἤ τῶν ἀνδρῶν μέ γυναικεία ρούχα και τανάπαλιν, τά σκωπτικά πειράγματα και ἄσματα κ.λ.π., ἤταν κατά τό πλεῖστον ταυτόσημα. Ἤταν πηγαῖα καί αὐθόρμητα καἰ οἱ ὁμάδες ἤ μπουλούκια πού σχηματίζονταν ἀποτελοῦνταν ἀπό τούς ἐργάτες πού ἀπασχολοῦνταν στά διάφορα μαγαζιά ἤ ἤταν τῆς μιᾶς ἤ ἄλλης γειτονιάς.

Οἱ ὁμάδες αὐτές, τοῦ Ἁγιαννοῦ, γυρνούσαν ἀπό σπίτι σέ σπίτι πειράζανε τούς οἰκοδεσπότες, τραγουδοῦσαν σκωπτικά τραγούδια καί δέχονταν κεράσματα. Τά χρήματα πού μαζεύανε τά διέθεταν γιά νά πληρώσουν τούς ὀργανοπαίκτες, πού τούς συνόδευαν. Τά ὄργανα τότε ἤταν ἡ γκάϊντα, ὁ ζουρνάς τό ταμπούρλο καί τό κλαρίνο. Τήν ἐπομένη ἡμέρα, τήν Πατερίτσα, ὅπως τήν ἀποκαλοῦμε, ὅλες οἱ ὁμάδες μαζεύονταν στήν πλατεία Ἀφῶν Ἑμμανουήλ, στό Ντολτσό, και ὄλοι μαζί χορεύανε μέχρι ἀργά τό βράδυ.

Αὐτά ἤταν τά αὐθεντικά καρναβάλια τῆς Καστοριᾶς καί ἔτσι ἔπρεπε νά διατηρηθοῦν γιατί ἀποτελοῦσαν κάτι τό ἰδιαίτερο, τό αὐθεντικό καί τό μοναδικό. Δυστυχῶς ἀπό μιά ἐποχή καί ὕστερα οἱ ἄρχοντες τῆς πόλης μας θέλησαν νά τά ἐξευρωπαϊσουν, τά ὀνόμασαν ραγκουτσάρια καί ἀπό ἀρχαιοελληνικά τά μετέτρεψαν σέ ρωμαϊκά. Ἔδωσαν τό ὄνομα ραγκουτσάρια ἀπό τό λατινικό regatores, ὅπως λένε, πού σημαίνει ζητιάνοι καἰ τίς καρναβαλικές ὁμάδες τίς μετέτρεψαν αὐτομάτως σέ ζήτουλες καί ζητιάνους. Ἄρχισαν νά μιμοῦνται καί τό συνεχίζουν, τά καρναβάλια ἄλλων πόλεων, ξένων καί ἑλληνικῶν, μέ ὁμοιόμορφες στολές τῶν διαφόρων ὁμάδων, μέ ἄρματα καί τά τοιαῦτα. Ὁ μιμητισμός εἶναι πάντοτε κατώτερος τοῦ αὐθεντικοῦ καί ἐμεῖς ἀπεμπολήσαμε τά αὐθεντικά, ἰδιόμορφα καί μοναδικά καρναβάλια μας μιμούμενοι ξένα μέ ξενόφερτες μουσικές, μέ τά χάλκινα (ἀλήθεια ἄς μᾶς ποῦνε ἄν παλαιότερα εἴχαμε χάλκινα ὄργανα καί ἄν αὐτά ἀποτελοῦσαν ποτέ τήν γνήσια καί πατροπαράδοτη μουσική τῆς Καστοριᾶς). Οἱ ἐπισκέπτες τῆς Καστοριᾶς τήν περίοδο τοῦ καρναβαλιοῦ θέλουν νά δοῦν κάτι τό αὐθεντικό καί διαφορετικό καί ὄχι μιά κακή ἀπομίμηση ξένων προτύπων.
Δυστυχῶς οἱ ἄρχοντές μας προβαίνουν συχνά σέ ἐνέργειες ποὐ ἀντίκεινται στίς παραδόσεις μας, τίς ἰδιαιτερότητες τῆς κοινωνίας μας καἰ τό πραγματικό συμφέρον τῆς πόλης μας.
Χρόνια Πολλά.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Δεκεμβρίου 2012, αρ. φύλλου 671


Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

3 σχόλια:

  1. Ανώνυμος28/3/13

    Πολυ ωραιο αρθρο! Εξαιρετικο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος29/3/13

    Υπέροχη περιγραφή των Εορτών του Δωδεκαημέρου !

    (τί είναι η μπιλίτσκα;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος30/3/13

    μπιλίτσκα = λουκάνικο (σπιτικό)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.