31.3.13

ΑΘΗΝΑΣ ΓΙΟΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ: Το Καρναβάλι



Eίναι βαθιές και βρίσκονται στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους οι ρίζες του καστοριανού καρναβαλιού. Στην αναζήτησή τους θα μας βοηθήσουν τα στοιχεία που συνθέτουν το ιδιότυπο και πολύμορφο αυτό καρναβάλι και που τα συναντά κανείς στην διαδρομή της πορείας του έως τους τελευταίους χρόνους. Και πρώτα πρέπει να ανατρέξουμε στους διονυσιακούς χρόνους.
Ως τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια της Καστοριάς, συνεχίζονταν στις μέρες του καρναβαλιού και η περιφορά του «Βάκου», μια εκδήλωση κατάλοιπο της διονυσιακής πομπής. Το ξόανο του θεού Διονύσου στολισμένο με άνθη, ενώ το κεφάλι του ήταν στεφανωμένο με κλάδους κληματαριάς, τοποθετημένο στο σαμάρι ενός γαϊδουριού, περιφέρονταν από τον συνοδό του, παλιό Καστοριανό, που ήταν κι αυτός μεταμφιεσμένος σε «Βάκχο» στα σπίτια, όπου μαζί με τα χρηματικά δώρα που έδινα στον τραγουδιστή συνοδό του, έριχναν ένα ποτήρι κρασί στο στόμα του «Διονύσου» που μαζεύονταν σ’ ένα βαρελάκι που ήταν η κοιλιά του ξόανου. Ο Βάκχος τραγουδούσε ένα βακχικό τραγούδι που άρχιζε με τους στίχους «Βάκοι, Βάκος και μαινάδες και βαένια μυριάδες» που το μέλος του φανέρωνε και την αρχαία προέλευσή του. Και άλλα στοιχεία διονυσιακής εκδηλώσεως συναντούμε σκόρπια στο καστοριανό καρναβάλι, όπως οι «τσιαρανιασμένοι», οι «κουδουνάτοι», οι διάβολοι με τα κέρατα και τις ουρές που εξέφραζαν τους σάτυρους, τους Σιληνούς, όπως ήταν τυλιγμένοι με δέρματα ζώων δημιουργώντας εκκωφαντικό θόρυβο με τις φωνές τους και τον δαιμονιώδη κρότο των κουδουνιών τους,. Ακόμη και ο χρόνος της τέλεσης του καρναβαλιού συμπίπτει με τα «κατ’ αγρούς Διονύσια» που τελούνταν τον μήνα Ποσειδώνα, που αντιστοιχεί με τον Δεκέμβριο με μικρή προέκταση προς τον Ιανουάριο.

Τα μεσαιωνικά ραγκουτσάρια και η μακάβρια ιστορία τους: Τα δώρα που δίνονταν στις μέρες αυτές στους τραγουδιστές και τα καρναβάλια λεγόταν στα χωριά της Καστοριάς «ρόγες». Η λέξη προέρχεται από το ρωμαϊκό roges από το οποίο η ονομασία rogacaria, δηλαδή εκείνοι που έπαιρναν τα δώρα. Με την ονομασία αυτή έμειναν γνωστοί στην ιστορία του καρναβαλιού της περιφέρειάς μας οι «ρογκατσαρέοι» για τους οποίους μιλάει η παράδοση αλλά και τα μνήματά τους που σώζονταν πριν λίγα χρόνια δίπλα στα σταυροδρόμια του μεσαιωνικού οδικού δικτύου της περιφέρειά μας.

Στα δωδεκαήμερα οι έφηβοι των χωριών μας συγκροτημένοι σε ομίλους κατά χωριά με αρχηγούς, ντυμένοι τα γιορτινά τους δηλαδή μανδύα με ντόπιο σαγιάκι, με μπαρμπαρούσα στο κεφάλι και με τσαρούχια, και έχοντας στη ζώνη τους μάχαιρα, γύριζαν από χωριό σε χωριό και σύμφωνα με τα έθιμα, μάζευαν τα δώρα τους. Στη διαδρομή των ομάδων αυτών και στη συνάντησή τους στα σταυροδρόμια, ανέκυπτε θέμα προσπεράσματος ανάμεσα σε δύο ομάδες που ακολουθούσαν αντίθετες κατευθύνσεις. Ξυπνούσε το στοιχείο ενός ιπποτισμού που είχε την εκδήλωσή του στις συναντήσεις αυτές που συχνά απέβαιναν μοιραίες με τις τραγικές συνέπειες που ακολουθούσαν.

Στις συναντήσεις λοιπόν αυτές η μία ομάδα αξίωνε να περάσει πρώτη και μάλιστα με απόδοση τιμών από την άλλη. Και όποια καταλάβαινε ότι ήταν ασθενέστερη υποχωρούσε και άνοιγε δρόμο. Έτσι η διαφορά λύονταν ειρηνικά. Αλλά συχνά παρουσιάζονταν η περίπτωση όπου καμιά από τις δύο ομάδες δεν αναγνώριζε στην άλλη υπεροχή και τότε έφθαναν στη μοιραία σύγκρουση. Έβγαζαν όλοι τις μάχαιρες και ρίχνονταν σε μία φρικτή ομαδική μονομαχία που πολλές φορές κατέληγε σε καθολική αλληλοεξόντωση. Οι συγγενείς παραλάμβαναν τα πτώματα των δικών τους και τα έθαβαν στα χωριά τους.

Το κακό συνεχίζονταν και κάθε χρονιά στα Δωδεκαήμερα ακουγόταν ο θρήνος για τους άδικους αυτούς σκοτωμούς παλληκαριών, ώσπου η Εκκλησία για να ανακόψει το μακάβριο έθιμο, απαγόρεψε την ταφή των ρογκατσαρέων με την καθιερωμένη νεκρώσιμη ακολουθία και στα νεκροταφεία της. Έτσι θάβονταν αδιάβαστοι οι ρογκατσαρέοι στους τόπους των συγκρούσεων στα διπλανά χωράφια και σαν σημάδια τάφων έβαζαν πέτρες με σκαλισμένα τα ονόματα των νεκρών. Με τον τρόπο αυτό το ιπποτικό έθιμο των ρογκατσαρέων καταργήθηκε και ο ρογκατσάρης περιέπεσε σε ανυποληψία τόση ώστε το όνομα που πριν εξέφραζε την παλληκαριά και την ιπποτοσύνη να εκφράζει έπειτα από τον διωγμό το κακό καρναβάλι, το άσχημο, το χυδαίο...

Έπειτα από τους «ρογκατσαρέους» το Καστοριανό Καρναβάλι παίρνει για θέμα του τους κλεφταρματωλούς και στη συνέχεια τους ήρωες του 1821. Και τελευταίο προσφιλές θέμα του γίνεται ο μακεδονικός αγώνας από όπου παίρνει τη στολή του έλληνα αντάρτη. Το μανδύο με την μπαρμπαρούσα, τα εξωμάνικα, χρυσοκεντημένο με τον δικέφαλο βυζαντινό αετό, τις σιαμαρτόνες, τις ντίζγκες, τα τσαρούχια, και διακοσμημένα με τα ασημένια τσισπράξια. Ήταν ένα θαύμα ομορφιάς και λεβεντιάς η στολή αυτή που την φορούσαν όλοι δίχως διάκριση ηλικίας και φύλου. Τις γυναίκες κολάκευε ιδιαίτερα. Κάθε οικογένεια φύλαγε στο σεντούκι της ένα ή και περισσότερα μανδύα για τις ημέρες του Προδρόμου.

Με το μανδύο, το Καστοριανό Καρναβάλι σημείωσε το αποκορύφωμα της δόξας του. Και η στολή αυτή σφράγισε για πάντα την παραδοσιακή του ζωή. Από τα τέλη του 19ου αιώνα που είχε αρχίσει η διείσδυση και στον τόπο μας του ευρωπαϊκού καρναβαλιού, οι δύο μορφές του Καρναβαλιού μας βρίσκονταν σε συνύπαρξη αρμονική, μέχρι το 1940. Μετά τον τελευταίο πόλεμο γενικεύθηκε και επιβλήθηκε το ξένο καρναβάλι, η ημέρα όμως της τέλεσής του έμεινε αμετάθετη και παραμένει η 6η, 7η και 8η Ιανουαρίου και όχι η Αποκριά.

Παραθέτω μερικές σκηνές και εικόνες του Καρναβαλιού μας της προπολεμικής περιόδου:

«Καρακώστας», παρίστανε τον Ευρωπαίο φορώντας «φράγκικα», δηλαδή φράκο. Με ένα άσπρο τριαντάφυλλο στην κομβιοδόχη του και κρατώντας μια παρταλιασμένη ομπρέλα γύριζε τραγουδώντας το «άσπρο τριαντάφυλλο φορώ…».

-Η  «Παγούνω», παρίστανε την μοντέρνα Ευρωπαία κυρία, έντονα φκιασιδωμένη με καπέλο πολύχρωμο και φτερωτό, κρατώντας και αυτή ένα κόκκινο ομπρελίνο.

«Νανάκος» σατύριζε τους Εβραίους, ντυμένος σε χαχάμη, και μιλώντας εβραϊκά.

«Τσιήτας» οργάνωνε τα «Σουνέτια» του κάθε χρονιά. Η πομπή ήταν μεγάλη και μεγαλόπρεπη.  Οι ενδυμασίες πολύ επιτυχημένες και πολυτελέστατες. Ήταν όλοι τους καβάλα σε ωραία άλογα με σέλες και συνοδεύονταν από διπλά μεγάλα άργανα και ζουρνάδες.

-Οι «Σιομκάδες» οργάνωναν την «γιούφτικη χαρά» όπου η προίκα ήταν φορτωμένη σε γαϊδουράκια και αποτελούνταν από τρύπια κόσκινα, άχρηστα μπακιρικά (χαρανιά, ταβάδες κλπ), από διάτρητες κουρτίνες, ενώ ο πέπλος της νύφης ήταν… σουρτνίτσα! Και ο γαμπρός έφερε για επενδύτη πεζόβολο!

Αλλά το μπουλούκι που εντυπωσίαζε κάθε χρονιά με την λεβέντικη και καλαίσθητη παρουσία ήταν οι «Νανάδες». Τα δύο αδέλφια  Νικολάκης και Πέτρος, ήταν οι πιστοί ιεροφάντες της καστοριανής παράδοσης γενικότερα και ιδιαίτερα του Καρναβαλιού μας. Ήταν οι λεβεντόκορμοι μανδυοφόροι, ιδιοσυγκρασίες ενθουσιώδεις που σκορπούσαν στο πέρασμά τους την χαρά και την αισιοδοξία, και βάστηξαν το παραδοσιακό μας Καρναβάλι στην πιο γνήσια και αυθεντική μορφή του. Κατά παλιά συνήθεια το μπουλούκι τους είχε οικογενειακή και συγγενική συγκρότηση και όλοι αρσενικοί και θηλυκοί, μικροί και μεγάλοι φορούσαν τον μανδύα δίνοντας μία χτυπητή εικόνα λεβεντιάς και καλαισθησίας.

-Μουσική ήταν τα λαϊκά μουσικά όργανα, στην μεγάλη ποικιλία και αφθονία τους στην περιφέρειά μας: Γκάϊντες, αγροτικά σουράβλια, φλογέρες, βιολιά, ταμπουράδες, νταϊρέδες, αργανάκια. Βασική όμως μουσική για τα μπουλούκια τα μεγάλα, καθιερωμένα από τους βυζαντινούς χρόνους, τα μεγάλα και βροντώδη «άργανα» με τους καλόηχους ζουρνάδες. Μία μουσική υποβλητική και σαγηνευτική που την αγάπησαν οι Καστοριανοί και την χρησιμοποιούσαν στα Δωδεκαήμερα, στα Καρναβάλια, στις πασχαλιάτικες ροδάνες, ενώ οι Τούρκοι την έπαιρναν στους γάμους τους.
Και οι οργανοπαίχτες τους ήταν συμπαθείς και φιλότιμοι και προπαντός ολιγαρκείς και λιτοδίαιτοι Τουρκόγυφτοι που κατοικούσαν στο «Βαρόσι» της Καστοριάς.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, εμφανίζεται μία νέα μπάντα που αποτελείτο από πνευστά, χάλκινα και κρουστά όργανα από 6 μέχρι 12. Πήρε την ονομασία «βγελιά» ή «λαλούμενα» και οι οργανοπαίχτες «βγελιτζήδες» ή «λαλητάδες». Η μπάντα αυτή ανέδειξε  κορυφαίους λαϊκούς καλλιτέχνες της κορνέττας και του κλαρίνου, όπως ο Τούσιος από την Κλεισούρα, ο Κασιάρας από την Σιάτιστα και ο Μπήτας από την Καστοριά.

-Το τραγούδι του Καρναβαλιού ήταν το λαϊκό Καστοριανό και κάθε χρονιά είχε το δικό της που κυοφορούνταν στο γουναράδικο εργαστήρι.

-Οι χοροί ήταν οι παλαιότεροι καστοριανοί, και οι καθιερωμένοι των γειτονικών περιοχών, όπως τσιάμικοι, χασάπικοι, οι μάντρες, οι συρτοί.

ενδυμασία του, η παραδοσιακή των παλαιότερων χρόνων της Καστοριάς και της περιφέρειάς της, όπου υπήρχε ένας ανεξάντλητος ενδυμασιακός πλούτος σε ποικιλία που διέφερε κατά τις περιοχές. Του Νυμφαίου, της Κλεισούρας, του Βογατσικού, των Κορεστίων, της Νάουσας, του Κωσταραζίου, της Βλάστης.

διαδρομή του. Η ημέρα των Θεοφανίων ήταν η εισαγωγή του Καρναβαλιού που έκανε την πρώτη εμφάνισή του με τα μουσικά συγκροτήματά του στην «Σκάλα», όπου την κατάδυση του Σταυρού την χαιρετούσαν με τις μπάντες τους και αποχωρούσαν.

Και την άλλη ημέρα, γιορτή του Προδρόμου, αρχίζει η διαδρομή του Καρναβαλιού σε ομάδες στα σπίτια της Καστοριάς για συλλογή των δώρων. Πανάρχαια συνήθεια ήταν κάθε ενορία να συγκροτεί το Καρναβάλι της και να γυρίζει με την μουσική της για έρανο χρημάτων για τις ανάγκες της εκκλησίας ή γενικότερα της ενορίας. Τότε κρατούσαν σε ένα κοντάρι μία επιγραφή όπου αναγράφονταν απλά και ανορθόγραφα ο σκοπός του εράνου. «Για τα μερεμέτια της εκκλησίας», ή «για τα κάγκελα της Αηδήτρας», ή «για τους φτωχούς του μαχαλά». Στους δρόμους και στις πλατείες της πόλεως ήταν αραδιασμένοι με τις γραφικές στολές τους, οι Γκέγκηδες χαλβατζήδες και μπιμπλιατζήδες, τα σιμίτια, τα γεβρέκια και τα Καρναβάλια αγόραζαν και έτρωγαν ακατάπαυστα.

Τα μπουλούκια γίνονταν δεκτά στα συγγενικά σπίτια και στον δοξάτο τους, αφού ξεκουράζονταν έπαιρναν απ’ το κρασί με τους μεζέδες από λουκάνικα, ξινά, τυριά κ.ά.

Την επομένη ημέρα, τελευταία του Καρναβαλιού, τα μπουλούκια ως το μεσημέρι γύριζαν στα μαγαζιά μαζεύοντας δώρα. Και από το μεσημέρι όλα κατευθύνονταν με τις μουσικές τους στο Ντολτσό όπου συνέρρεαν τα πλήθη του κόσμου για το μεγάλο σεργιάνι. Τα γύρω σπίτια της πλατείας ήταν γεμάτα από κόσμο, οι δρόμοι, τα στενά, τα πεζούλια, οι τοίχοι και όπου μπορούσε ο καθένας να σκαρφαλώσει για να απολαύσει το θέαμα της Παταρίτσας.

-Παταρίτσα: Το μπαστούνι, το δεκανίκι, η μαγκούρα στα παλιότερα χρόνια εκφράζονταν με την λέξη παταρίτσα.
«Στην παταρίτσα ακούμπησε να πει την αλφαβήτακι παταρίτσα ήταν χλωρή χρυσά κλωνάρια βγάζει…»
Ήταν λοιπόν είδος μαγκούρας, ή ατόρνευτου μπαστουνιού, και χρησιμοποιούνταν και για στήριγμα αλλά κυρίως μέσο άμυνας κατά των σκύλων και των κακών ανθρώπων. Πιο επιτακτική ανάγκη της παταρίτσας είχαν οι γυναίκες, όταν γύριζαν σε ομίλους μεταμφιεσμένες τις μέρες του Καρναβαλιού. Κρατούσαν τότε όλες τις παταρίτσες τους και αλλοίμονο σ’ εκείνον που θα τολμούσε να επιβουλευθεί την τιμή τους. Θα την έτρωγε κατακέφαλα.

Την τελευταία ημέρα του Καρναβαλιού όλος ο κόσμος ξεχύνονταν στους δρόμους και στο Ντολτσό μέσα σ’ ένα πρωτοφανή συνωστισμό και σε μία σύγχυση όπου η παταρίτσα ήταν το μοναδικό όπλο που σ’ εξασφάλιζε από κάθε κακοποιό στοιχείο. Ήταν καθολική η χρήση της τόσο ώστε να γίνεται το κυρίαρχο στοιχεία της ημέρας και να δώσει τ’ όνομά της στην τελευταία αυτή ημέρα του Καρναβαλιού της παλαιάς Καστοριάς.

Την «Παταρίτσα» του Ντολτσού την γιόρτασαν και την χάρηκαν όλες οι περασμένες γενιές της Καστοριάς, από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα. Η τοπική παράδοση την θεωρεί σαν κοιτίδα του Καρναβαλιού την πλατεία όπου επί αιώνες έπαλλε η ψυχή της Καστοριανής νεότητας στην έξαρση του πάθους της για την ζωή και τις χαρές της.

Το πνεύμα αυτό θα το εξέφραζε εύγλωττα, ένα απλό και απέριττο μνημείο στη θρυλική αυτή πλατεία, με το μαρμάρινο μανδυφορεμένο Καστοριανόπαιδο, σύμβολο του υπέροχου παραδοσιακού μας Καρναβαλιού.


Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις αρχές του 2013




Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.