8.12.09

ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ: Εξόριστος στη γη της επαγγελίας


Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από την παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου «Τα δύο φορέματα» που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009, εκδήλωση ενταγμένη στην 97η επέτειο της απελευθέρωσης της Καστοριάς.

Βρισκόμαστε μπρος σ’ ένα βιβλίο σημαντικό για δυο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι η ποιότητα της τέχνης του και των τρόπων του, τρόποι οι οποίοι κοντά τριάντα χρόνια μετά καρπίζουν ακόμη. Ο Κοσματόπουλος, το απέδειξε μετέπειτα αυτό, πέρα από άξιος συγγραφέας, είναι, πάνω απ’ όλα συνεπής. Το βιβλίο Τα δυο φορέματα σημαδεύει την αρχή μιας πορείας, ο στόχος της οποίας υπηρετήθηκε και στη συνέχεια, σηματοδοτεί επίσης την έναρξη ενός ταξιδιού υπαρξιακού για το οποίο η γραφή αποτελεί το μέσο, ταξίδι δια της γραφής που την υπερβαίνει στην πορεία, υπερβαίνει δηλαδή ο συγγραφέας δια του μέσου το ίδιο το μέσο, κι είναι αυτό ένα βασικό στοιχείο κάθε ταξιδιού αυτογνωσίας, το να αντιληφθείς δηλαδή πως σ’ όσα ήξερες έσφαλες. Πετάμε τα περιττά ρούχα. Το βιβλίο, όμως, είναι σπουδαίο και για έναν άλλο λόγο, λόγο που αφορά κυρίως τους προσωρινούς κατοίκους της λιμνοφυούς πόλεως, κι αυτό ισχύει γιατί είναι, εξ όσων γνωρίζω, το πρώτο σημαντικό βιβλίο που αφορά καθ’ ολοκληρίαν την Καστοριά, βιβλίο που φέρνει στην επιφάνεια, όπως κι οι συντηρητές των ναών της, αξίες τις οποίες η αιθάλη της τρυφής και της απληστίας έχουν καλύψει. Μιλώ για την πνευματική Καστοριά, η οποία ζωοποιεί, είτε το συνειδητοποιούν αυτό, είτε όχι, τους κατοίκους της. Κι αυτό θα ‘πρεπε να γεμίζει περηφάνια τους κατοίκους τούτης της πόλης, κι όχι μια φρούδα τέτοια, καθώς εδώ, σε τούτο το κειμενικό σώμα συνενώνονται, συνυπάρχουν θα έλεγα, όλες οι εποχές και οι ιστορικές περίοδοι της πόλεως, όπως κι όλοι οι εαυτοί του γράφοντος. Είναι εδώ ο παγανισμός και η ορθοδοξία, η αρχαιότητα και το Βυζάντιο, η μυθολογία και η θεολογία, η αρχαιότητα και ο Χριστιανισμός.

Ένας φίλος μου εκμυστηρεύτηκε πως ο συγγραφέας έψαυε τις γωνιές των ναών, αναζητώντας τον προσανατολισμό του εικάζω, καθώς πολύ νωρίς αντιλήφθηκε πως τα μνημεία και η μνήμη είναι οι οδοδείκτες μιας εσωτερικής πορείας. Συνέβη αυτό όταν ο Κοσματόπουλος, ερχόμενος στην Καστοριά, σαν άλλος εξόριστος, πνευματικός συγγενής εκείνων οι οποίοι ύψωσαν τους ναούς, βίωνε την τρομερή γειτνίαση με τους ανθρώπους μα και με τα πράγματα, βρίσκοντας τις αισθήσεις λειψές όταν η καρδιά είναι μάτι κλειστό. Η γειτνίαση αυτή βυθίζει το συγγραφέα και τους ήρωες του βιβλίου Γεώργιο Κοσμά και τον φιλόλογο Ανδρέα Ταμπάκη στην απελπισία, σε αντίθεση με τη Δήμητρα που, βιώνοντας τη ζωοποιό δύναμη του πένθους, ανανεώνεται• μην ξεχνάμε πως είναι το όνομά της από τους αρχαίους καιρούς ταυτισμένο με τη γονιμότητα• μην ξεχνάμε πως θάβουμε πρώτα ό,τι πρόκειται να καρπίσει. Ρίζα Ιεσσαί. Ο άλλος ήρωας, ο Αλέκος, ξαπλωμένος στο ξενοδοχείο Ορέστειο κι έχοντας αποστηθίσει την προπαίδεια της στέρησης, κατακλύζεται κυριολεκτικά απ’ το όραμα της γονιμότητας, τα πλοκάμια της ποτάμιας θεότητας του χαϊδεύουν τα πόδια.
Με τη σειρά.

Η απελπισία είναι η μήτρα της μαθητείας; Εξορία, ναι, μα από τι; Ναοί που ανακαινίζονται εκ βάθρων, ποιος ναός όμως είναι ανώτερος από την καρδιά; Η πορεία εδώ είναι αντίστροφη, από το ορατό, από κει όπου οι αισθήσεις από μόνες τους αστοχούν, από τον χτισμένο ναό, στον εσώτερο και αχειροποίητο. Ήρωες που πάσχουν γιατί ψάχνουν την ταυτότητά τους, πεινούν για την αποκάλυψη, πεινούν γιατί νιώθουν πως όσα τους περιτριγυρίζουν είναι σύμβολα, σύμβολα που φυλούν κρυμμένο καλά το μυστικό. Λίγοι φτάνουν σ’ αυτό, καθώς ο κόπος που πρέπει να καταβληθεί είναι μεγάλος. Αλέκος, Γεώργιος Κοσμάς, Δήμητρα, Θεόδωρος Ταμπάκης. Δεν είναι τυχαίο πως το μυθιστόρημα αρχινά μα και καταλήγει με τη θηλύτητα, και με τις αποκαλύψεις της, υλική μα και μυθική η μια, υλική ή, σωστότερα φυσική και ταυτόχρονα μεταφυσική η άλλη. Όλα ενδιαμέσως τελούν μέσα στην αναμονή και μέσα σε πένθος, πένθος για κάποιους χαροποιό, για τον Γεώργιο Κοσμά εν προκειμένω, αφού αυτό που πέθανε δεν άξιζε να ζει ή σωστότερα το λόγιαζε για ζωντανό κι όμως ήταν νεκρό, πένθος της Δήμητρας, απώλεια που σημαδεύει μια υπεραναπλήρωση, δηλαδή ένα θαύμα. Θυμάμαι εδώ τον στίχο του Σεφέρη από την Άρνηση: Με τι καρδιά, με τι πνοή… Διαβάζοντας τα Δυο Φορέματα είναι σαν να παρακολουθούμε τις μεταμορφώσεις ενός εμβρύου μέσα στη μήτρα, είναι η παντοδύναμη αφήγηση που το προκαλεί αυτό(κι ας θρηνεί για την αδυναμία της), είναι αυτή και η λυσιτέλειά της που σημαδεύουν μια άλλη γέννηση, γέννηση σ’ έναν κόσμο του πνεύματος, ριζωμένο, όμως, στο εύφορο έδαφος της καρδιάς.

Αισθανόταν ο λιγότερο γεννημένος άνθρωπος στη γη, μια μάζα που δεν πρόκειται να μορφοποιηθεί σε σώμα, σαν να ήταν ακόμη κουλουριασμένος σε μητρικό σώμα, γράφει κάπου ο Γεώργιος Κοσμάς. Αυτό που φαντάζει ως κατάρα είναι η ευλογία. Να πηγαίνεις στις αρχές και στις απαρχές. Διατρέχοντας τα επίπεδα της ψυχής όπως οι συντηρητές τα στρώματα τοιχογραφιών των ναών. Να αποκόβεσαι από τον κόσμο για να τον συναντήσεις, όπως ενήλικος που επιστρέφει στη μήτρα γιατί θέλει να ξαναδεί.
Πιο κοντά στην αλήθεια, όπως προείπαμε, η Δήμητρα κι ο Αλέκος, πιο κοντά στα πράγματα, η επαφή μ’ αυτά δεν τους πληγώνει, έχουν βιώσει και οι δύο τη στέρηση και μπορούν να εγκολπωθούν την περίσσεια, ονειροπολούν γι’ αυτό είναι κοντά στην αλήθεια, η αλήθεια δεν είναι ένα σχήμα της λογικής, εξ ενστίκτου η γυναίκα κοντά της και ο Αλέκος μέσα από τη υπόγεια γυναικεία φύση του.

Λέει ο Γεώργιος Κοσμάς: Γράφοντας ασκούμαι στη σιωπή ξεχνώντας την αναπνοή μου η οποία τυφλά και αθόρυβα ακολουθεί τον ρυθμό του χεριού. Θα ‘λεγες ότι κάποιος περιγράφει τις κινήσεις μιας προσευχής. Κι αλλού: Αντικρίζοντας την Καστοριά ως τροφό που τα χώματά της ζωντάνεψαν μυστικά το κορμί του, εντός του νοώντας πως μπορεί σαν θάλασσα ακύμαντη να τον αναπαύσει. Ο κάματος είναι μεγάλος.

Μα κι η δύναμη της καρδιάς είναι μεγάλη, μπορεί να συνενώσει παρελθόν και μέλλον σ’ ένα καρποφόρο παρόν, κι είναι τότε που η στιγμή γίνεται αιώνια, όταν απαγκιστρωθούμε από ένα παρελθόν που δηλητηριάζει το παρόν, όταν απαγκιστρωθούμε από ένα παρελθόν που, το ξεχνάμε αυτό, κάποτε ήταν το μέλλον. Τα σπουδαία συμβαίνουν ερήμην μας όσο είμαστε δέσμιοι των αισθήσεων και των σχημάτων, όσο δεν αφήνουμε την καρδιά να μας μυήσει στο ρυθμό του μυστικού κόσμου. Ξαναγυρίζουμε στη μαθητεία. Όποιος εγκαταλείπει τον εαυτό του θα τον βρει τελικά. Ο Θεόδωρος Ταμπάκης κοιτάζει από πολύ κοντά, γι’ αυτό παραμένει τυφλός μέχρι το τέλος. Η φιλολογία, η ιστορία κι η γνώση της, η παράδοση μπορεί να παραμείνει νεκρό γράμμα. Οι άδειες στέρνες που τις προσκυνάμε για να θυμηθούμε πάλι τον γέροντα σοφό. Ηθελημένα τυφλός στο φυσικό θαύμα ο Αλέξανδρος, φύση ανθεκτική στα μακροβούτια, μαθαίνοντας πως πας βαθύτερα όσο λησμονείς την ανάσα σου, ενορά. Όπως μωρό, όμως, κοιτά μ’ απορία, με αθωότητα, ξεχνά να μιλά, ξεμαθαίνει να μιλά, για να μιλήσει πραγματικά. Το τοπίο δεν του μιλά, δεν μπορεί να μείνει στον θαυμασμό, η αισθητική, το ξέρει, είναι ρούχο λειψό, επιφάνεια, κι αυτός ζητάει να πάει βαθιά. Κι όπως οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες όταν βγαίνει απάνω στο φως χρειάζεται βακτηρία, είναι σαν άνθρωπος που η σοφία τον γερνά, που πληρώνει τη σοφία με τα νιάτα του. Είναι σαν παχιά άμμος το φως και το βάδισμα μέσα του δύσκολο.

Υποψιάζομαι πως οι ήρωες αποτελούν περσόνες του συγγραφέα, χωρίς βέβαια να απολύουν στο ελάχιστο γι’ αυτό την αυτοτέλεια και την ανεξαρτησία τους, έχω επίσης την αίσθηση πως οι τρεις αρσενικοί ήρωες συντίθενται στο τέλος σε πρόσωπο γυναικείο, σ’ εκείνο της Δήμητρας, είναι κομμάτια της ανθρώπινης αλήθειας όλοι, κομμάτια ενός βυζαντινού ψηφιδωτού που είναι το πρόσωπο εκείνης, όπως στις βυζαντινές εικόνες, όπου το πρόσωπο είναι σαν να αιωρείται μπρος από τη σάρκα, καθώς δεν κληρονομείται μα κατακτιέται με πόνο και στέρηση. Θα ‘λεγες πως ο Γεώργιος Κοσμάς έπρεπε να ασθενήσει σωματικά για να δυναμώσει την ψυχή του, πως για να νιώσει την αξία της ζωής θα ‘πρεπε να σπουδάσει θνητότητα. Είπαμε, ο Αλέκος και η Δήμητρα αφήνονται, ο Θεόδωρος και ο Γεώργιος συγκρατούνται, φοβούνται, διστάζουν να ζήσουνε. Ο Γεώργιος όμως ασκείται, ασκεί την αναπνοή του, την ασκεί για να καταβυθιστεί, καταβύθιση την οποία ο Θεόδωρος Ταμπάκης δεν δύναται να ακολουθήσει. Κι όταν ανεβαίνει επάνω ο Γεώργιος βλέπει το ταπεινότερο της γης πλάσμα, το φίδι. Δεν είναι θαυμάσια η ζωή; Η ανάσταση προϋποθέτει θυσία. Ο Γεώργιος αποφασίζει να θυσιαστεί. Ποια είναι η μεγαλύτερη θυσία; Να γίνει αποστάτης από το εγώ, το σβήσιμο του εγώ, το σβήσιμο της προσωπικότητας μας ενώνει με τον κόσμο και με τα πράγματα, κι επειδή είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο αυτό, φαντάζει και αντιφατικό. Ο Θεόδωρος Ταμπάκης, σ’ αντίθεση με τον Γεώργιο, αναζητά τις αποδείξεις πως τίποτα δεν έχει χαθεί, χαράζει μια κατά βάση εγωιστική προοπτική, που εδράζεται στον φόβο της τελικής απώλειας, της απώλειας δίχως πίστη. Πρέπει λέει ο Γεώργιος να κατακτήσει, με τίμημα μια μακριά αναζήτηση, το δικαίωμα να υπάρχει. Τίποτα δεν μας δίνεται, γι’ αυτό μπορούμε να κερδίσουμε τα πάντα. Και ξεκινάει απ’ το τέρμα για να γυρίσει στην αρχή, πηγαίνει στα νεκροταφεία όπου θα αντιληφθεί πως ο θάνατος είναι η κολυμβήθρα της αθανασίας, της αναστάσεως, πως η γεύση του θανάτου είναι η βάπτιση που αλλοιώνει τη συνείδηση και τις αισθήσεις, που τις ανακαινίζει, εκ βάθρων. Μα όλα για μένα σφάλασι και πάσιν άνω - κάτω, για με ξαναγεννήθηκε η φύση των πραμάτω λέει ο Ερωτόκριτος. Χάνοντας κι όχι κατακτώντας διατηρεί την έντασή του προς το απόλυτο ο Γεώργιος Κοσμάς. Αν δεν κενωθείς πώς θα πληρωθείς; Οι αισθήσεις κι ο χορτασμός τους είναι ξόδεμα και, το ξέρουμε αυτό, πείνα που δεν χορταίνεται, τροφή που δεν καταλήγει στην ψυχή, νερό που ξεραίνεται προτού κατεβεί. Ο συγγραφέας γυρίζει στα βασικά, που είναι τα πράγματα, ανίκανος να υποδυθεί πως μέσα από τον χυλό των συναισθημάτων μπορούν να αναδυθούν, όπως νησιά μέσα στην ανυπαρξία, οι άνθρωποι και οι τόποι. Γι’ αυτό αφηγείται τα πράγματα με ευλάβεια, δίχως ίχνος συναισθηματικής προσποίησης, κι είναι σαν να τα χαϊδεύει, όπως τους ναούς. Αφηγείται την παράδοση, αυτό που μάθαμε στο σχολειό να το λέμε –τι κούφια γνώση!- πραγματολογικά στοιχεία, ο συγγραφέας όμως όπως παιδί που μαθαίνει αριθμητική, καταμετρά με απάθεια και γι’ αυτό με πραγματική συγκίνηση, γυρίζει στα απλά, κατονομάζει και μετρά, με απάθεια και γι’ αυτό με αγάπη πραγματική. Κατόπι έρχεται η φώτιση και μετά το θαύμα, Θαβωρία, Δήμητρα-Θαβωρία, μην το ξεχνάμε αυτό, ο τόπος είναι ένας, συνεχής, Καστοριά, Θεσσαλονίκη, πατρίδες δυο και δυο φορέματα, το ποτάμι που χύνεται στη θάλασσα ή στη λίμνη κατεβαίνει απ’ τον ουρανό, πηγάζει απ’ το βουνό, Θαβώρ, τόπος μάρτυρας της αποκαλύψεως της θείας δόξας σε υλικό σώμα, Καστοριά τόπος μάρτυρας της αποκαλύψεως του υλικού σώματος σε δόξα ανθρώπινη.

Σχετικά: ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ: Οφειλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.