9.12.09

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Δυο λόγια (και πάλι) για… «Τα δυο φορέματα» του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου

Σε σχολιασμό (βλέπετε συνεχίζω να μην τολμώ να λέω κριτική ) που έκαμα για το βιβλίο του Α.Κ. , που δημοσιεύτηκε αυτές τις μέρες στην «ΟΔΟ», χαρακτήρισα σαν «παλίμψηστο» και μάλιστα «καστοριανό». Θέλω να σταθώ σ’ αυτές τις δυο λέξεις που του αναλογούν και το θεσπίζουν. Κι ας δούμε ως τι.
Γνωρίζετε πως τα παλίμψηστα προέκυπταν από ανάγκη: ο πάπυρος ήταν ακριβό υλικό και δυσεύρετο.
Μια μορφή παλίμψηστων αποτελούν και οι τοιχογραφίες των εκκλησιών που καλύπτονταν για να σχεδιαστούν από πάνω άλλες. Καθώς και τα περίτεχνα ψηφιδωτά που σοβατίζονταν με βιαστικό θράσος. Πίσω από την διαδικασία αυτή ενεδρεύουν ενδεχομένως πολυποίκιλες και διαφορετικές στην ορμέμφυτη καταβολή τους πράξεις. Πρόθεση εκδίκησης, φονταμενταλισμοί και μπολσεβικισμοί, κάθε λογής κοινωνικοί εξτρεμισμοί και θρησκευτικές ιδεοληψίες, ακόμα και ανεξήγητη καταστροφική μανία μπορεί να είναι κάποιες από αυτές. Κάτω από τα έργα μεγάλων ζωγράφων ανακαλύπτουμε σήμερα -με τη χρήση της τρομερής τεχνολογίας- έργα ταπεινότερων και παρακατιανών ομοτέχνων.
Με έκπληξη όμως κάποιες φορές αντικρίζουμε και έργα των ίδιων των καλλιτεχνών –κάποτε ολοκληρωμένα έργα- που σκεπάστηκαν με πρόθεση να ζωγραφιστεί κάποιο άλλο έργο ανώτερο. Μια πράξη «ΚΑΤΑ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ» όπως είναι γραμμένο και πάνω στον τάφο του διάσημου ροκ στάρ Jim Morison στο νεκροταφείο Περ Λασαίζ του Παρισιού.

Με τις μεθόδους των παλίμψηστων σβήστηκαν όπως γνωρίζετε –ευτυχώς όχι δια παντός γιατί η… δαιμόνια σημερινή τεχνολογία καταφέρνει να τα επαναφέρει- χιλιάδες σπάνιων βιβλίων και κειμένων.
Προέκταση των παλίμψηστων αποτελούν και οι σκληροί δίσκοι των κομπιούτερς μας πάνω στους οποίους μπορούμε να σβήσουμε και να ξαναγράψουμε άλλα σημαντικότερα, ωραιότερα και πιο επεξεργασμένα κείμενα σβήνοντας τα παλαιότερα και ατελή. Κι αυτά τα …ηλεκτρονικά παλίμψηστα μπορούμε επίσης να τα ανακτήσουμε κάποτε.

Το παλίμψηστο εν τέλει μοιάζει να σέβεται κάθε προϋπάρχουσα μορφή τέχνης. Διατηρεί -πώς να το κάνουμε;- μια φυσική συνέχεια στον πολιτισμό. Αποτελεί μια εν δυνάμει κατάσταση μια διαρκή «απαίτηση» για βελτίωση. Όπως δείχνει κι ένα δρόμο ελευθερίας.

Η μορφή ετούτου δω του παλίμψηστου (του γραμμένου τρεις φορές βιβλίου), εκτός του ότι αποτελεί μια μνημειώδη παρουσίαση εσωτερικού μονολόγου, δείχνει και μαρτυρεί κυρίως αγωνία. Μέσα από τη διαδρομή της συγγραφής του, που ξεπερνά ολότελα σε χρονική διάρκεια μια γενιά, μαρτυρείται πρωτίστως η αγωνία του συγγραφέα.

Μας λέει ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου:
«Το βιβλίο του Α.Κ. αποκαλύπτει τον δραματικό αγώνα του γυμνού, που απεγνωσμένα ζητά να ντυθεί».
Ο Α.Κ. επίσης γράφει: «Καταπιάστηκα με τη γραφή να στολίσω τον εαυτό μου και την εξασκώ εν ονόματι της γύμνιας».

Ο συγγραφέας ζητά λοιπόν να ντυθεί. Να δοκιμάσει την τέχνη του, να κατευθύνει τη συγγραφική του μοίρα. Να βρει τελικά το δρόμο του στη ζωή. Η Καστοριά, ο σιωπηλός τόπος εξορίας των βυζαντινών, αποκτά στα μάτια του διορισμένου εδώ νεαρού καθηγητή των αγγλικών, ανήσυχου και βαθιά θρησκευόμενου επίσης ανθρώπου, κατά τη δεκαετία του ’70, την όψη ενός τόπου ιδανικού για την παίδευση της ψυχής και το ακόνισμα των όπλων του. Δεν θέλω να σταθώ σ’ εκείνη την σκληρή εποχή. Είναι η εποχή της δικτατορίας και της απελπιστικά θλιβερής -κατ’ εμε- νεοπλουτίστικης άνθησης της Καστοριάς. Η ολότελα όμως ποιητική και συμβολική φύση του βιβλίου αντιπερνά αυτήν την εποχή και αναδεικνύει τον συγγραφέα. ΄Ενας αληθινός συγγραφέας οφείλει να αδιαφορεί για την εποχή του. Αλλιώς θα καταντούσε χρονικογράφος και σχολιαστής. Στέκεται έξω από τον ανθρωποβόρο χρόνο και διαδράμει σ’ όλες τις εποχές σαν δροσερό αεράκι.

Στο σύντομο βιογραφικό του που συνοδεύει τα βιβλία του ο Α.Κ. γράφει « γεννήθηκε το 1947 στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Αγγλική φιλολογία. Παρέμεινε επί πενταετία στην Καστοριά και τώρα διαμένει στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης».
Τι σημάδεψε όμως αυτός ο τόπος πάνω στο έργο και τη ζωή του Α.Κ. ώστε να βαραίνει τόσο; Μας το λέει ο ίδιος:

Η Καστοριά μου χάρισε αντιστύλια να στηρίξω τον κατακερματισμένο εαυτό μου.

Ο Α.Κ ξανα-γεννιέται σ’ αυτήν την πόλη μ’ έναν συμβολικό τοκετό που επισυμβαίνει στο ξενοδοχείον «Ορέστειον» ύστερα από εννιά μέρες και εννιά νύχτες (συμβολικό χρονικό ανάλογο της εννιάμηνης φυσιολογικής ανθρώπινης κύησης).

Εννιά μέρες κι εννιά νύχτες -μέχρι να βρει σπίτι που να το αντέχει η τσέπη- κι όλο αυτό τον καιρό στοχάζεται τη διαδικασία της γέννας. Αναλογίζεται και την τελευταία της λεπτομέρεια: από την σύλληψη και την ωρίμανση του ωαρίου, μέχρι τη ρήξη του θυλακίου και τον τοκετό. Ενα βράδυ στο ξενοδοχείο –τη σκοτεινή μήτρα που τον φιλοξενεί- σπάζουν τα νερά, καθώς οι παλιές σωληνώσεις δεν άντεξαν, και πλημμυρίζουν τα πάντα, συμβολίζοντας τον τοκετό που επίκειται. Ενας άνθρωπος ξαναγεννιέται κι άξαφνα ανακαλύπτει πως τα νερά που χύθηκαν εδώ δεν είναι παρά τα πλοκάμια μυστικών πηγών που συγγενεύουν με τον ποταμό -τον Αλιάκμονα εν προκειμένω- που με τη σειρά του συγγενεύει με την Ορεστίδα λίμνη με σιδερένιες πόρτες κι έπειτα με το Θερμαϊκό κόλπο και τη μεγάλη θάλασσα κι ύστερα με τον απέραντο Ωκεανό.

Ο Αλέκος επιστρέφει στο ξενοδοχείο γεμάτος συγκίνηση, αντικρίζοντας την Καστοριά ως τροφό που τα χώματά της ζωντάνεψαν μυστικά το κορμί του, νιώθοντας βαθιά να τον αναπαύει σαν να λικνίζεται σε σιωπηλή ακύμαντη θάλασσα.

Δοκιμάζει πρόσωπα-ρούχα αποκτώντας τελικά το δικό του ένδυμα μέσα από μια σκληρή διαδρομή πνευματικής αναζήτησης. Η Καστοριά είναι ο τόπος που του δόθηκε για την «γέννησή» του. Εδώ «συνελήφθη» κι αυτό το «δύσκολο» βιβλίο που χρειάζεται έναν απαιτητικό αναγνώστη κι άνθρωπο με κατάλληλη ψυχοδομή για να συναντηθεί ουσιωδώς μαζί του.
Από αυτήν την πόλη μονάχα τα άξια να διασωθούν αναφέρει ο συγγραφέας. Τα τοπωνύμια, τα εργαλεία των βιοποριστικών επαγγελμάτων, τις λαογραφικές και αυθεντικές κοινωνικές συνήθειες διασώζει καταγράφοντάς τα, μελετώντας τους παλιότερους Καστοριανούς λόγιους και ιστορικούς, περπατώντας βήμα βήμα κάθε γωνιά της πόλης. Κι αυτό δεν είναι φολκλόρ και άψυχη λαογραφική συλλογή για το μουσείο αλλ’ αντιθέτως…

Μας έχει πει στις εκτενείς σημειώσεις του για το βιβλίο ο σπουδαίος συγγραφέας και μέγας παραδοξολόγος Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης:

«Δεν είναι πια ηθογραφία τα παραδοσιακά, αλλά νοσταλγική έκφραση του μέλλοντος»

Κρατώ σημειώσεις από τις εικόνες της παιδικής μου ηλικίας. Προσωπική λοιπόν δυνατή εντύπωση από την Καστοριά εν παρενθέσει:
Μια βάρκα καταμεσής στη λίμνη, ομίχλη πυκνή σαν το ριγμένο πέπλο της νύφης να κρύβει την πόλη γύρω. Που σαν να κρέμεται πάνω απ’ τα νερά. Κι ο ψαράς αργά λάμνοντας σαν βαρκάρης του Αχέροντα σκοτεινός. Ακινητεί ύστερα από λίγο και απολαμβάνει τον τοκετό της λίμνης: τραβά τα βαριά δίχτυα. Τα πρικιά , τα γλίνια και οι πλατίκες στραφταλίζουν κάτω από μια δέσμη φωτός που έξαφνα αποφασίζει να πέσει άνωθεν. Τα αρχοντικά περήφανα και σιωπηλά στο Ντολτσό και το Απόζαρι, εβδομήντα βυζαντινές εκκλησιές ολόγυρα με τους αγριεμένους Αγίους και τις τρομερές αναπαραστάσεις της Δευτέρας Παρουσίας. Τα πολύτιμα παλαιά βιβλία της βιβλιοθήκης της πόλης. Οι λόγιοι, οι ερευνητές κι οι ιστορικοί. Κι ακόμα παλιές εικόνες. Φωτογραφίες άφθαρτων προσώπων που διηγούνται τις ιστορίες τους. Η προσωπική εξιστόρηση που στέκεται πίσω από τις χάρτινες ασπρόμαυρες επιφάνειες. Συναντήθηκα μ’ όλα αυτά στο βιβλίο. Και μαζί με τη μεταφυσική που τα πράγματα αυτά έλκουν είναι όλα όσα θα μου αρκούσαν να κρατήσω από τούτην την πόλη αν έμελλε να χαθεί ώστε να τη θυμάμαι.

Πάνω σ’ αυτά σκύβει και αφουγκράζεται ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος ο επισκέπτης της πόλης. Και να πως με την ανάγνωση της μαρτυρίας του προκύπτουν οι εκλεκτικές, οι ισχυρές πνευματικές συγγένειες. Πιο ισχυρές θαρρώ καμιά φορά κι από εκείνες του αίματος.

Ο Οσιος Σισώης τοιχογραφία στο περιστύλιο της Μαυριώτισας, που θρηνεί ορώμενος τον ανοικτό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τα γεγυμνωμένα οστά, αποτελεί θαρρώ ένα κλειδί για την ανάγνωση και ερμηνεία του κειμένου. Η μελέτη θανάτου, η άσκηση στη σιωπή είναι η κεντρική ιδέα:
«Να περιμένεις τον θάνατο, δίπλα του να πορεύεσαι και να ζεις» βέβαιος πως «Όλα θα φύγουν σαν να μην έγιναν». Και πάντοτε από κοντά η βασική παρακαταθήκη του Χριστιανισμού που προτείνει το να μπορέσει κανείς να ζήσει μέσα στην πτωχεία. Αρνούμενος την κτήση και την ψευδώνυμη επωνυμία της επικαιρότητας. Ιδέες που συναντάμε βέβαια συχνά σε μεγάλους διανοητές:
«Αυτός που είναι στο τίποτε έχει το πάν» (Λάο Τσε) ,
«Θεέ μου κάνε οι φτωχοί να παραμείνουν φτωχοί…» (Ρ. Μ. Ρίλκε),
«Ζήτω η δουλεία! » (Νικολάι Γκόγκολ).
Γιατί απλούστατα: «εκεί που δεν υπάρχει τίποτα υπάρχει ο Θεός»
Όταν κατακτήσει κανείς την απόλυτη ένδεια συναντά τον Θεό!

Ο Aλέκος είναι ένας νέος που αγωνίζεται ν’ ανακαλύψει την αληθινή ζωή που του ταιριάζει. Θέλει να αφιερωθεί στη συγγραφή, να ζήσει. Πραγματοποιεί την δική του εξέγερση κι αναζητά το πρόσωπό του. Και φυσικά «δεν είναι γιος κανενός, αδελφός κανενός, πατέρας κανενός και δεν έχει σπίτι». Ανέστιος γεύεται τον πλάνητα βίο, ψάχνει να βρει το δρόμο του. Τούτο σαφέστατα παραπέμπει στον Ρίλκε –στον οποίο μάλιστα γίνεται αναφορά δυο φορές στο βιβλίο –και τις Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε όπου διαβάζει κανείς:

Αποκλίνω να πιστέψω πως η δύναμη της μεταμόρφωσής του εδραιώνονταν σ’ αυτό, ότι δεν ήταν πια γιος κανενός. (Αυτό είναι άλλωστε η δύναμη όλων των νέων που έχουν απομακρυνθεί).

Tα πρόσωπα της διήγησης στα «Δυό Φορέματα» κινούνται με τους ιδιορρυθμούς της εσωτερικής τους αγωνίας , των συναισθηματικών και πνευματικών τους παλινωδιών. Δεν φαίνεται να συναντώνται πουθενά. Η εσωτερική τους ζωή δραματική και περίκλειστη. Οταν πλησιάζουν μεταξύ τους απωθούνται από φόβους. Δεν αναπτύσσουν σχέση ζωής. Μοιάζει σαν να μη θέλουν να ζήσουν με τους άλλους.

Στο θεατρικό έργο του Λουϊτζι Πιραντέλο «έξη πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Εδώ ο …συγγραφέας ζητά να σχηματίσει το πρόσωπό του δοκιμάζοντας τις μορφές του Αλέκου, του Γεωργίου Κοσμά και του Θεόδωρου Ταμπάκη και προσπαθεί να τις προσαρμόσει στο δικό του. Τελικά όλοι οι ρόλοι του ταιριάζουν, όλοι οι μύθοι του ανήκουν. Τέλος βρίσκει και τα φορέματα που θα ντυθεί και το πρόσωπο που θα παρουσιάσει.
Ολοι αυτοί οι χαρακτήρες ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας τους. Χρειάστηκαν τριάντα χρόνια και αλλεπάλληλες γραφές για να ολοκληρωθεί αυτό το παλίμψηστο, να ταυτοποιηθούν οι ρόλοι, να ανακαλυφθούν τα πρόσωπα και φαίνεται πως αυτό άξιζε τον κόπο. Ο πόθος λοιπόν για την ανακάλυψη της αληθινής ζωής ντύνει το σιωπηλό θίασο. Ενώ κοντά σφυρίζει ο άνεμος το επιτακτικό και αμείλικτο:

Σπορεύς ο πάντων και φθορεύς πάλιν χρόνος

Τρίτη γραφή του βιβλίου, επιστροφή μετά από τριάντα δυο χρόνια στη «γενέτειρα» μια ολότελα τιμητική για την πόλη παρουσία, αυτή του συγγραφέα σήμερα. Ο Α.Κ. θα κατοικεί εδώ δια παντός. Η Καστοριά του ανήκει και της ανήκει.
Μένει λοιπόν να απαγγείλω, κλείνοντας, εκτός από τα θαυμαστικά και μια… «κατηγορία» στον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο: Καταγγέλοντάς τον ως φονταμενταλιστή της τελειότητας της μορφής, παθιασμένο λογοτέχνη με ιδιαίτερο ύφος και βάθος. Τέλος κρατώ απείραχτη την υποψία πως τίποτα δεν έχει οριστικά τελειώσει με «τα Δυο φορέματα» .Παραμένει ένα εν δυνάμει αυτοαναιρούμενο βιβλίο που περιμένει να ξανακοιταχτεί και να ξαναγραφεί. Όχι αδίκως λοιπόν ο μακαρίτης ο Νίκος Καρούζος λέει:

Εκεί στου δρόμου την τέλεψη
Πάντα μια γέννα μας προσμένει.

Ένα βιβλίο λοιπόν που δεν τελειώνει εδώ…

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.