21/3/16

Ημέρα Ποίησης: Arthur Rimbaud: Une saison en enfer | Μια εποχή στην κόλαση




1873

Jadis, si je me souviens bien, ma vie était un festin où s'ouvraient tous les coeurs, où tous les vins coulaient.

Un soir, j'ai assis la Beauté sur mes genoux. - Et je l'ai trouvée amère. - Et je l'ai injuriée.

Je me suis armé contre la justice.

Je me suis enfui. O sorcières, ô misère, ô haine, c'est à vous que mon trésor a été confié !

Je parvins à faire s'évanouir dans mon esprit toute l'espérance humaine. Sur toute joie pour l'étrangler j'ai fait le bond sourd de la bête féroce.

J'ai appelé les bourreaux pour, en périssant, mordre la crosse de leurs fusils. J'ai appelé les fléaux, pour m'étouffer avec le sable, avec le sang. Le malheur a été mon dieu. Je me suis allongé dans la boue. Je me suis séché à l'air du crime. Et j'ai joué de bons tours à la folie.

Et le printemps m'a apporté l'affreux rire de l'idiot.

Or, tout dernièrement, m'étant trouvé sur le point de faire le dernier couac ! j'ai songé à rechercher la clef du festin ancien, où je reprendrais peut-être appétit.

La charité est cette clef. - Cette inspiration prouve que j'ai rêvé !

"Tu resteras hyène, etc..." se récrie le démon qui me couronna de si aimables pavots. "Gagne la mort avec tous tes appétits, et ton égoïsme et tous les péchés capitaux."

Ah ! j'en ai trop pris : - Mais, cher Satan, je vous en conjure, une prunelle moins irritée ! et en attendant les quelques petites lâchetés en retard, vous qui aimez dans l'écrivain l'absence des facultés descriptives ou instructives, je vous détache des quelques hideux feuillets de mon carnet de damné.


Το βίντεο είναι αποτέλεσμα συνεργασίας του Direction Nationale de la Musique et du Groupe de Recherches Musicales de l'Institut National de l'Audiovisuel και του Atelier de Création Radiophonique de France-Culture (1979)
 

* * *


ΑΝ θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές καί όλα τα
κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα
διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβύσω από το λογικό μου κάθε
ελπίδα ανθρώπινη.
Μ' ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ' όλες
τίς χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλλα.
Κι' η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλοιο
του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν' αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Τό κλειδί αυτό είν' η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα...». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στό θάνατο μ' όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»
Αχ ! απαύδησα.
Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του
περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ' έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από
το σημειωματάριο ένός κολασμένου.

Μετάφραση: Νίκος Σπανιάς


* * *


Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, με συμπόσιο έμοιαζε η ζωή μου, όπου κάθε καρδιά ανοίχθηκε και κάθε λογής κρασί έτρεξε.

Ένα βράδυ, κάθισα την Ομορφιά στα πόδια μου -και τη βρήκα πικρή -και τη βεβήλωσα.

Όρθωσα το ανάστημα μου ενάντια στη δικαιοσύνη.

Τράπηκα σε φυγή. Ω Μάγισσες, Ω Δυστυχία, Ω Μίσος , είναι που σε σας τον θησαυρό μου εμπιστεύθηκα.

Κατάφερα να εξαφανίσω μέσα μου, όλη την ανθρώπινη ελπίδα. Με δρασκέλισμα αθόρυβο, κτήνους βαρύθυμου, έπνιξα κάθε ευχαρίστηση.

Κάλεσα τους δήμιους για να αφανιστώ, μασώντας τις κάνες των όπλων τους. Επικαλέστηκα τους λοιμούς για να με πνίξουν σ’ άμμο και αίμα. Η Δυστυχία ήταν ο Θεός μου.. Στη λάσπη ξάπλωσα στεγνώνοντας τη σάρκα μου με μιαρό αέρα. Υποδύθηκα τον ανόητο ως του σημείου παραφροσύνης.

Και η άνοιξη μου έφερε το τρομώδες γέλιο ενός ηλίθιου.

Εντούτοις, όταν ήμουν έτοιμος να κοάξω! Σκέφτηκα στα παλαιά συμπόσια να ψάξω το κλειδί, μήπως και βρω ξανά την όρεξη μου.

Η Φιλανθρωπία είναι το κλειδί. Τούτη η έμπνευση καταδεικνύει ότι ονειρεύτηκα.

« Θα παραμείνεις Ύαινα, και όλα τα άλλα…» κραυγάζει ο δαίμονας που κάποτε με έστεψε με τέτοιας λογής όμορφες παπαρούνες. Ψάξε το Θάνατο με όλες τις κεφαλαιώδεις επιθυμίες σου, και τον εγωισμό σου ολάκερο, και μ΄ όλες σου τις αμαρτίες».

Α! Επαρκής είμαι απ’ αυτά: Αλλά, Αγαπημένε Σατανά, σας ικετεύω, μη δείχνεται τόσο ενοχλημένος· και καθώς αναμένεται μερικά καθυστερημένα σημάδια δειλίας, δεδομένου ότι εκτιμάται σε έναν συγγραφέα την έλλειψη περιγραφικής ή διδακτικής ενόρμησης, σας επισυνάπτω τούτες τις ειδεχθείς σελίδες από το ημερολόγιο μιας καταραμένης ψυχής.

Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου


* * *


ΑΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΛΑ, ΚΑΠΟΤΕ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ήταν ένα ξεφάντωμα όπου άνθιζαν όλα τα αισθήματα κι έρεε κάθε λογής οίνος. Μια βραδιά κάθισα στα γόνατά μου την Ομορφιά. Και τη βρήκα αφόρητη. Και τη λοιδόρησα.

ΞΕΣΗΚΩΘΗΚΑ ΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ. Πήρα τους δρόμους. Αχ, μάγισσες, δυστυχία, μίσος, σε σας εμπιστεύτηκα τον θησαυρό μου! Κατάφερα να σβήσω από τη σκέψη μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Όρμησα ύπουλα, σαν άγριο θηρίο, να πνίξω κάθε χαρά. Κάλεσα τους δήμιους, να δαγκώσω πεθαίνοντας το κοντάκι των τουφεκιών τους. Κάλεσα τις συμφορές, να πνιγώ μέσα στην άμμο και στο αίμα. Θεός μου η δυστυχία. Ξάπλωσα στη λάσπη. Στέγνωσα στον αέρα της αμαρτίας. Κι έπαιξα ωραία παιχνίδια με την τρέλα. Και η άνοιξη μου χάρισε το φριχτό γέλιο του ηλίθιου.

ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΙΡΟ ΛΟΙΠΟΝ, καθώς ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, σκέφτηκα να αναζητήσω το μυστικό του παλιού ξεφαντώματος, μήπως και ξαναβρώ το κέφι μου. Το μυστικό είναι η φιλανθρωπία. Αυτή η έμπνευση δείχνει πως ονειρευόμουν.

«ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΥΑΙΝΑ, Κ.ΛΠ.» διαμαρτύρεται ο δαίμονας, που με στεφάνωσε με τερπνές μήκωνες υπνοφόρους. «Μέχρι να πεθάνεις θα σ’ ακολουθούν όλα σου τα πάθη, ο εγωισμός σου και όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα».

ΑΧ! Η ΔΟΣΗ ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ. Μα σε εξορκίζω καλέ μου Σατανά, μη με κοιτάς τόσο άγρια. Και καθώς αργότερα κάποιες μικροατιμίες δεν θα τις αποφύγω, αποσπώ για σένα, για σένα που εκτιμάς τους συγγραφείς χωρίς περιγραφές και διδαχές, αυτά τα ειδεχθή φύλλα από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.

Μετάφραση: Λιοντάκης Χριστόφορος


7 σχόλια:

  1. Ανώνυμος21/3/16

    https://www.youtube.com/watch?v=f1o0Yu7Et5c

    Μοναχικός περιπατητής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος21/3/16

    Το τρίτο χορικό από την "Ερωφίλη" του Γεωργίου Χορτάτση.
    [Μη ρωτάτε γιατί το θυμήθηκα]

    Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα,
    του χρουσαφιού ακριβειά καταραμένη,
    πόσα για σας κορμιά νεκρά απομείνα,

    πόσοι άδικοι πολέμοι σηκωμένοι,
    πόσες συχνιές μαλιές συναφορμά σας
    γροικούνται ολημερνίς στην οικουμένη!

    Στον Άδην ας βουλήσει τ’ όνομά σας
    κι όξω στη γη μην έβγει να παιδέψει
    νου πλιον αθρωπινόν η ατυχιά σας.

    Γιατί, ως θωρώ, από κει σας είχε πέψει
    κιανείς στον κόσμο δαίμονας να ’ρθήτε,
    τσ’ αθρώπους μετά σας να φαρμακέψει.

    Τη λύπηση μισάτε, και κρατείτε
    μακρά τη δικιοσύνη ξορισμένη,
    κι ουδέ πρεπό μήδ’ όμορφο θωρείτε.

    Για σας οι ουρανοί ’ναι σφαλισμένοι
    κ’ εδώ στον κόσμο κάτω δε μπορούσι
    να στέκουν οι αθρώποι αναπαημένοι•

    με τσ’ αδερφούς τ’ αδέρφια πολεμούσι
    κι οι φίλοι τσι φιλιές τωνε απαρνούνται
    και τα παιδιά τον κύρη τως μισούσι.

    Του πόθου τα χαρίσματα χαλνούνται
    συχνιά συναφορμά σας, γιαύτος τόσοι
    γροικούνται στεναγμοί σ’ δυο π’ αγαπούνται.

    Φτωχειά χαριτωμένη, και με πόση
    γλυκότη προσκαλείς και σιργουλίζεις
    στην κλίνη σου τον ύπνο να σιμώσει!

    Πόσες πολλές ανάπαψες χαρίζεις
    δυο αγαφτικώ πιστώ, και πόσα πλήσα
    το νου και την καρδιά τωνε δροσίζεις!

    «Τούτος δεν είναι ωσάν εμένα ίσα»,
    δε λέσιν οι φτωχοί, «το νιον αυτόνο
    μεγάλοι βασιλιοί δεν εγεννήσα».

    Μα κείνο απ’ αρεσκειά και πόθος μόνο
    τσ’ όρεξης προξενά και τση καρδιάς τως,
    ζητού γιαμιά και παίρνου δίχως πόνο.

    Τόσες δεν είν’ ζηλειές ανάμεσά τως
    γη λογισμοί ψηλοί να πολεμούσι
    μέσα στη λόχη να ’χου τα κορμιά τως.

    Δεμένη μ’ αλυσίδες δεν κρατούσι
    τη γλώσσα, μα το θέλουσιν αλλήλως
    μ’ αγάπη και με σπλάχνος το ζητούσι.

    Πλούτη καταραμένα, ποιος σας φίλος
    με ξένους, μ’ εδικούς, με την καρδιά του
    δεν είναι λυσσασμένος κι άγριος σκύλος;

    Πότε ένας ακριβός την πεθυμιά του
    χορταίνει με τα πλούτη; Πότες; Κάνει
    τέλος ποτέ στην τόση αχορταγιά του;

    Με δίκιον ουρανός, με δίκιο πιάνει
    τόσο πολύ θυμόν αντίδικά τως,
    κ’ εις πλήσες παιδωμές ζιμιό τσι βάνει:

    Τα πλούτη τα μεγάλα, η βασιλειά τως,
    κ’ οι δόξες κ’ οι τιμές τωνε οι περίσσες
    χάνουνται και σκορπού με τα κορμιά τως.

    Χίλια μεγάλα πάθη, χίλιες κρίσες,
    πριν κατεβού στον Άδη δοκιμάζου,
    κάνοντας τσ’ οφθαλμούς κλαημάτω βρύσες.

    Φιλόγονε, τα πλήσα σου σπουδάζου κρίματα
    σ’ τσ’ ουρανούς να σε παιδέψου και
    γδίκια αντίδικά σου μόνο κράζου.

    Γλήγορα, σα θωρώ, θα σ’ αντιμέψου
    τα ’χεις στον κόσμο τούτο καμωμένα,
    γλήγορα παιδωμή θε να σου πέψου.

    Τούτα τ’ αρπαξιμιά, τα ματωμένα
    πλούτη κ’ η βασιλειά σου δε μπορούσι
    όφελος να σου δώσουσι κιανένα.

    Μα σ’ τούτο σου το κίντυνο θωρούσι
    τ’ αμμάτια μου, ωχ οϊμέ, και την κερά μου,
    και κλάηματα περίσσα κυματούσι.

    Σ’ τούτα τα παρακάλια τα κλιτά μου
    λυπητερά τ’ αμμάτια σου ας στραφούσι,
    και κείνα απού δειλιά μέσα η καρδιά μου

    σ’ τούτο το σπίτι, Ζευ, μηδέ γενούσι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Athena21/3/16

    Αν είναι να κάνουμε πάλι συλλογικό αφιέρωμα στην ποίηση και φέρει ο καθείς κι ένα ποίημα που του αρέσει, κάνω μια αρχή με ένα πολύτιμο:
    https://www.youtube.com/watch?v=-4zp3otTQXI

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πού να σου εξηγώ...21/3/16

    https://www.youtube.com/watch?v=9_l-gBjvKps

    Αιώνιο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Π.Ζ.21/3/16

    Η επιλογή του Ρεμπώ είναι εξαιρετική.
    Επιτρέψτε μου να προτείνω την "Πόλη" του Καβάφη σε απαγγελία Δημήτρη Χορν:
    https://www.youtube.com/watch?v=Rn7lvkAxE7g

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος21/3/16

    RAINER MARIA RILKE: ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ
    Μετάφραση Χρυσούλας Πατρώνου-Παπατέρπου
    http://odos-kastoria.blogspot.gr/2010/03/21.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αlda Merini (Italia)

    Io non ho bisogno di denaro
    ho bisogno di sentimenti di parole
    di parole scelte sapientemente
    di fiori detti pensieri
    di rose dette presenze
    di sogni che abitino gli alberi
    di canzoni che facciano danzare le statue
    di stelle che mormorino all’ orecchio degli amanti.
    Ho bisogno di poesia
    questa magia che brucia
    la pesantezza delle parole
    che risveglia le emozioni e dà colori nuovi...

    Δεν έχω ανάγκη τα λεφτά.
    Εχω ανάγκη από αισθήματα,
    από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
    από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
    από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
    από όνειρα που στολίζουν τα δέντρα,
    από τραγούδια που κάνουν τ' αγάλματα να χορεύουν
    από άστρα που ψιθυρίζουν στ' αυτί των εραστών...
    Εχω ανάγκη από ποιήματα,
    αυτήν τη μαγεία που αλαφρώνει τις λέξεις,
    που ξυπνάει τις συγκινήσεις και δίνει χρώματα καινούρια...


    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.