25/3/16

Ο Φύλαξ Άγγελος της Καστορίας

 Με αφορμή την 11η Νοεμβρίου


Του αρχιμανδρίτη Γερμανού Χρηστίδη, από το «Γλυκύπικροι αναμνήσεις» (περ. Αριστοτέλης, 1964)

[...] Την εποχήν εκείνην (1920) την Ιεράν Μητρόπολιν Καστορίας εκόσμει ο αείμνηστος Ιωακείμ Λεπτίδης [...], ο οποίος δεν εκήρυττεν εις την Εκκλησίαν. Καθ’ εκάστην λοιπόν Κυριακήν και μεγάλην εορτήν εκήρυττον τον Θείον λόγον. Ενθυμείσθε ότι την εποχήν εκείνην τα στρατεύματά μας ευρίσκοντο εις την Μ. Ασίαν και επρόκειτο να προελάσουν δια τα ενδότερα. [...]
Κατ’ αρχάς τα στρατεύματά μας κατενθουσιασμένα από τας εθνικάς μας παραδόσεις με αρχηγόν τον αείμνηστον Στρατηλάτην και Βασιλέα Κωνσταντίνον και τους λοιπούς διακεκριμένους Στρατηγούς και αξιωματικούς προέβαινον από νίκης εις νίκην και από του Άμβωνος κατενθουσιασμένος έψαλλον τους διθυράμβους. Αλλά βάσκανος δαίμων εφθόνησε την ευτυχίαν μας, υπεισήλθεν εις τα στρατεύματά μας η διχόνοια. Διατί; Απλούστατα, διότι αξιωματικοί εγνωσμένης στρατιωτικής πείρας και αξίας, ως ανεπιθύμητοι, αντικαθίσταντο δι’ άλλων. Εκλονίσθη η πειθαρχία! Επληγώθη καιρίως το Ελληνικόν φιλότιμον! Τούτο ακριβώς ανέμενον και οι εχθροί μας νομιζόμενοι φίλοι και σύμμαχοι και τεχνηέντως μετέδωκαν εις τον αντίπαλον τον οποίον και υλικώς εβοήθησαν και έτσι όλως ανελπίστως επήλθεν η μοιραία κατάρρευσις του μετώπου. Φρικτόν η διχόνοια! [...]

Αλλά καθ’ ον χρόνον εντός της Μ. Ασίας διεδραματίζοντο τα γεγονότα αυτά κατ’ αρχάς χαράς και κατόπιν δακρύων άξια, η αγαπητή μας Καστορία διέτρεχε τον έσχατον των κινδύνων. Και διότι εις την Καστορίαν είχον τα παλάτια και τα κτήματά των οι διάφοροι ισχυροί Βέηδες, οι οποίοι είχον στενάς φιλικάς και οικογενειακάς σχέσεις με τους κατοίκους της Κορυτσάς και άλλων πόλεων της γειτονικής Αλβανίας. Ηδύναντο αυτοί πολύ ευχερώς να δημιουργήσουν επαναστατικόν κίνημα και να λεηλατήσουν και κακοποιήσουν την Καστορίαν και τα περίχωρα. Αλλά διατί δεν εκινήθησαν; Απλούστατα, διότι εφοβούντο τον φύλακα Άγγελο της Καστορίας, ο οποίος με την διακρίνουσαν αυτόν φρόνησιν και την στρατιωτικήν περίνοιαν εφήρμοσε τον περίφημον και σωτήριον λόγον Gouverner C est Prevoir.

Πράγματι μόνον με ένα λόχον στρατού κατώρθωσεν ήδη προ της καταρρεύσεως του μετώπου να αποκτήση την εμπιστοσύνην των Βέηδων οι οποίοι τον ηγάπων, τον εσέβοντο και επειθάρχουν εις πάσαν ως Φρουράρχου διαταγήν του. Ιδού τα καλά αποτελέσματα της καλής, πατρικής διοικήσεως! Είχε δίκαιον λοιπόν να αναφωνή ο πρύτανις των ποιητών μας «Κάνει, κάνει η αγάπη θαύματα, όπως το χέρι της βάλλει!» (Κ. Παλαμάς). Αλλά ποιος ήτο αυτός ο φύλαξ άγγελος της Καστορίας. Αυτός βεβαίως, ως γνήσιος Μακεδών, είναι ταπεινόφρων, δεν έχει ανάγκη επαίνων, έκαμε, λέγει, το καθήκον του, ως Έλλην αξιωματικός. Αλλ’ ας μοι επιτρέψη να τον αποκαλύψω, διότι τιμώ τους φίλους του, την γενέτειράν του, την αγαπημένην μας Καστορίαν και ιδιαιτέρως την ένδοξόν μας Ελλάδα, η οποία δικαίως σεμνύνεται με τέτοια ανεκτίμητα τέκνα: Λοιπόν, αυτός δεν είναι άλλος από τον διακεκριμένον εν αποστρατεία συνταγματάρχην πατριώτην μας κ. Νικόλαον Λούκαρην. Τον ενθυμούμαι λεβέντην, με την ωραίαν λάμπουσαν στρατιωτικήν στολήν, με τις στρατιωτικές εκείνες μπόττες, που έκαμναν ένα ιδιαίτερον υπερήφανον κρότον εις τα λιθόστρωτα της Καστορίας, ώστε όλοι μας κατελαμβάναμεν ότι περνά, έρχεται βαρύς βαρύς ο περίφημος Φρούραρχός μας αγαπητός και σεβαστός εις όλους φίλους και εχθρούς.

Μίαν ημέραν –καθ’ εκάστην συνηντώμεθα εις την πατριαρχικήν οικογένειαν του Άρχοντος Χατζηκώστα- ετόλμησα και του είπον: Αγαπητέ μας κ. Φρούραρχε, έχω μίαν ιδέαν, αν την εγκρίνετε. Το 1913 εις την Γουμένιτσαν παρά τον Αξιόν ποταμόν, καθ’ ον χρόνον τα στρατεύματά μας επολέμουν τους Βουλγάρους, εσχημάτισα με αντάρτας και άλλους εθελοντάς ένα στρατιωτικόν σώμα και εφύλαγαν τα στενά μεταξύ Σερβίας, δια να μη μπορούν να περάσουν οι κομιτατζήδες και φέρνουν περισπασμόν εις τα μετόπισθεν. Πράγματι τότε ευρόντες απροφύλακτον το Γευγελή εξ υπαιτιότητος των Σέρβων αμέλεια, η οποία μας εστοίχησε πολύ, εκτός των (300) πεζοναυτών γενναίων αιωνία των η μνήμη, εισήλθον εις το Ελληνικόν έδαφος οι κομιτατζήδες με αρχηγόν τον περιβόητον Β. Τσακαλάρωφ, όστις κατά τινα συμπλοκήν επληγώθη και οριστικώς παρά το Φλάμπουρον Φλωρίνης εφονεύθη και έτσι έβαλε τα επίχειρα της κακίας του, διότι εκτός των άλλων κακών τα οποία κατά καιρούς επροξένησεν εις τους Μακεδόνας, το 1912 ως ψευτοσύμμαχος και ψευτοσυνεργάτης εναντίον του κοινού εχθρού τότε των Τούρκων, εγκατέλιπε ωρισμένην στενήν δίοδον απροφύλακτον, παρά την υπόσχεσίν του να την φυλάττη και έτσι τα άτακτα στίφη των Τούρκων κατήλθον ανενόχλητοι εις το χωρίον μου, το οποίον ως Βούλγαρος θανασίμως εμίσει ανέκαθεν, και το ελεηλάτησαν, έκαυσαν (25) οικίας και εφόνευσαν (25) άτομα άοπλα, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι τρεις ιερείς του χωρίου μου*.

Τι νομίζετε μου είπε το ατρόμητο αυτό παλληκάρι με την διακρίνουσαν αυτόν μακεδονικήν σταθερότητα και απλότητα, με χαμόγελο θαρραλέο στα κλειστά από γενναιότητα και αυτοπεποίθησι χείλη του; Μείνατε ήσυχος, φίλε μου κ. Καθηγητά∙ έχω ήδη προλάβει και κανονίσει κατ’ αυτόν τον τρόπον τα πράγματα, ώστε δεν θα ματώση η μύτη κανενός Καστοριανού. Θέλω να κοιμάσθε ήσυχοι και αμέριμνοι. Όπως ακριβώς και έγινεν. Αυτός με ολίγα λόγια είναι ο φύλαξ άγγελος της Καστορίας. Η δε αγαπημένη μας Φλώρινα έχει την τιμήν να τον συγκαταλέγη μεταξύ των διακεκριμένων και τετιμημένων τέκνων της, να τον αγαπά και εκτιμά δια την αξιοτίμητων κοινωνικήν του συμπεριφοράν και προσωπικήν αξίαν.


(*) Πρόκειται για τους παπα-Δημήτρη Παπασταύρο, παπα-Κυριάκο Καράτζιο και παπα-Μανόλη Μπούτκα, τους οποίους σκότωσαν οι Τούρκοι γιατί, από τη χαρά τους για τη λευτεριά που ερχόταν, δεν κρατήθηκαν και χτύπησαν την καμπάνα στο Μαυροχώρι πριν την αποχώρησή τους. 


Επιμέλεια Σ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου 



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Νοεμβρίου 2015, αρ. φύλλου 811


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.