29/3/16

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Πόσο κοστίζει μία ψυχή;


ΟΔΟΣ 5.11.2015 | 810

Πάμε πίσω στον χρόνο και τη βλέπουμε καθισμένη στο θρανίο του λυκείου. Φοράει την μπλε ποδιά της με τον άσπρο γιακά και ακούει προσεχτικά την εξαιρετική τους φιλόλογο κ. Μαρία Κληματσίδα, που πέθανε πολύ νέα, να τους διδάσκει ψυχολογία. Τη θυμάται να τους παραδίδει έναν ορισμό, τι σημαίνει ο όρος «άμβλυνση του συναισθήματος», και την επόμενη φορά να τους βάζει διαγώνισμα με τέσσερις βατές ερωτήσεις και μία «προχωρημένη» κρίσεως:
«Ποιος θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος στη θέα ενός τραυματία που αιμορραγεί; (Τεκμηριώστε)»
Απ’ όλη την τάξη μόνο η ηρωίδα μας απάντησε σωστά: «Οι νοσοκόμοι και οι γιατροί, που έχουν πάθει άμβλυνση του συναισθήματος» και πήρε άριστα. Γιατί άμβλυνση του συναισθήματος είναι η ελάττωση της έντασης ενός συναισθήματος, από τη συχνότητα του ερεθίσματος που το προκαλεί.

Τη συναντάμε αρκετά μεγαλύτερη να διαβάζει στην Ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού του Χρ. Σαμουηλίδη για τον σπουδαίο βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη τον Στ’ τον Μεγάλο, που ανέβηκε στον θρόνο το 120 π.Χ., τον επονομαζόμενο και Ευπάτορα (120-63 π.Χ.), που με την ταραχώδη ζωή του και τη θεαματική πολεμική του δράση αναστάτωσε για πολλά χρόνια τη Ρώμη.

Αυτός ο μεγάλος βασιλιάς του Πόντου, λοιπόν, ήταν που για ν’ αποφύγει και να γλιτώσει τη δηλητηρίασή του από οποιονδήποτε εχθρό του περιβάλλοντός του, είχε συνηθίσει τον οργανισμό του στα δηλητήρια. Είχε αρχίσει με μικρές-μικρές δόσεις, που αργότερα τις αύξησε, φτάνοντας στις μεγάλες, όσες δηλαδή θα έστελναν στον άλλο κόσμο οποιονδήποτε τις έπαιρνε. Το επίτευγμα αυτό, να μην προσβάλλεται ένας οργανισμός από δηλητήρια γιατί έχει εθιστεί σ’ αυτά με συστηματική και βαθμιαία τοξίνωση, ονομάστηκε «Μιθριδατισμός». Γι’ αυτό και στην ύστατη στιγμή, όταν ήθελε να αυτοκτονήσει, δεν ήπιε δηλητήριο, γιατί αυτό δε θα τον θανάτωνε και απλά διέταξε να τον σκοτώσουν, αυτοκτονώντας έτσι έμμεσα.

Αυτός ο μεγάλος βασιλιάς του Πόντου, λοιπόν, ήταν που για ν’ αποφύγει και να γλιτώσει τη δηλητηρίασή του από οποιονδήποτε εχθρό του περιβάλλοντός του, είχε συνηθίσει τον οργανισμό του στα δηλητήρια. Είχε αρχίσει με μικρές-μικρές δόσεις, που αργότερα τις αύξησε, φτάνοντας στις μεγάλες, όσες δηλαδή θα έστελναν στον άλλο κόσμο οποιονδήποτε τις έπαιρνε. Το επίτευγμα αυτό, να μην προσβάλλεται ένας οργανισμός από δηλητήρια γιατί έχει εθιστεί σ’ αυτά με συστηματική και βαθμιαία τοξίνωση, ονομάστηκε «Μιθριδατισμός». Γι’ αυτό και στην ύστατη στιγμή, όταν ήθελε να αυτοκτονήσει, δεν ήπιε δηλητήριο, γιατί αυτό δε θα τον θανάτωνε και απλά διέταξε να τον σκοτώσουν, αυτοκτονώντας έτσι έμμεσα.

Όλον αυτόν τον καιρό που οι οθόνες των τηλεοράσεών μας γεμίζουν με εικόνες πνιγμένων ανθρώπων –κυρίως παιδιών- ένα είναι το κυριότερο που δεν αντέχει η ώριμη πια γυναίκα: το πόσο εύκολα οι άνθρωποι συνηθίζουν, το πόσο γρήγορα εξοικειώνονται με ανοίκειες εικόνες, ακόμα και με τις πιο τρομερές εικόνες των πνιγμένων παιδιών στο Αιγαίο. Όσο κι αν οι δημοσιογράφοι βάζουν τα δυνατά τους να συγκινήσουν τους τηλεθεατές με περιγραφές δακρύβρεχτες και με συγκινητικούς υπότιτλους. Θυμάται τη γενικευμένη αντίδραση στην υπερπροβολή της εικόνας του πνιγμένου Αϊλάν. Και τώρα, εδώ και καιρό, βλέπει τους Ευρωπαίους ηγέτες να αντιδρούν εξαιρετικά βραδυφλεγώς, ενώ στο μεταξύ πνίγονται διαρκώς άνθρωποι, ανάμεσά τους παιδιά. Βλέπει ακόμα ηγέτες να μιλάνε συγκινημένοι γι’ αυτούς που πνίγονται και να δυσκολεύονται να μετατρέψουν τη συγκίνησή τους σε έργα, σε πράξεις. Βλέπει, ακούει, διαπιστώνει και καταλήγει να σιχαίνεται το ανθρώπινο είδος που συνηθίζει ακόμη και στα χειρότερα.

Νάτη η άμβλυνση του συναισθήματος, νάτος κι ο μιθριδατισμός μας. Το ήπιαμε και το πίνουμε λίγο λίγο το δηλητήριο και το συνηθίζουμε, το έχουμε συνηθίσει ήδη. Και αυτή είναι η τεράστια επιτυχία της τηλεόρασης: να μας έχει φτάσει στην τέλεια ανοσία, στη μη αντίδραση σε όσα έχουμε χορτάσει πια να βλέπουμε. Είναι η τηλεόραση που μας υπνωτίζει και μας κρατάει υπνωτισμένους, ό,τι κι αν παρελαύνει από την οθόνη, όσο φριχτό κι αν είναι κι όσο απάνθρωπο.

Και νάτη κι η ηρωίδα μας να διαβάζει ένα κείμενο που της φαίνεται πολύ ταιριαστό στα όσα ζούμε τελευταία. Είναι το «Παράτα με» του Ντίνου Πετράτου από την ανθολογία του Θ. Νιάρχου «Παιδιά του κόσμου» (εκδ. Γκοβόστη, 2013). Το κείμενο αυτό λέει τα παρακάτω:

Σταμάτα να με φωτογραφίζεις, ρε…
Άδικος κόπος.
Το βραβείο το κέρδισε άλλος.
Πιο ευαίσθητος από σένα.
Χρησιμοποίησε και πιο ευαίσθητο φιλμ.
Είχε και υπομονή. Σίγουρα θα περίμενε ώρες ακίνητος ενώ αργοπέθαινα, να πλησιάσει το σαρκοφάγο όρνιο πίσω μου, και κλικ!
Τον βοήθησε βέβαια και το φως. Ήταν απόγευμα.
Είχε διαλέξει και καλή γωνία λήψης. Μεγαλειώδες αποτέλεσμα.
Τεράστια επιτυχία.
Δεν υπάρχει κυβερνοευαίσθητος που να μην συγκινήθηκε όταν έλαβε τη φωτό με e-mail.
Ανάμεσα στα δεκάδες μηνύματα για μεγεθυντές πέους, «ξανθογάλανο κουκλί στο χώρο σου», sexy chat, η βραβευμένη φωτό πρωταγωνίστησε.
Τα forward άναψαν. Την έστελνε ο ένας στον άλλο χωρίς σχόλια.
Στους τηλεμαραθώνιους αγάπης να δεις τι έγινε. Χαμός.
Η εικόνα της βραδιάς. Την έδειχναν ξανά και ξανά.
Οι κατάξανθες παρουσιάστριες με τα τεράστια ντεκολτέ βούρκωναν συνέχεια.
Ιδίως στα κοντινά πλάνα.
Η δύναμη της εικόνας είχε κάνει το θαύμα της.
Οι συνήθως ναζιάρηδες νεαροί των πάνελ ήταν συγκλονισμένοι.
Χλομοί, σχεδόν αμακιγιάριστοι, έδειχναν τη φρίκη τους με συγκρατημένες και απέριττες χειρονομίες.
Ηθοποιοί της κωμωδίας έρχονταν μετά τη βραδινή παράσταση του έργου που «σκίζει» σε κεντρικό θέατρο, να βοηθήσουν. Είχαν δει τη φωτό στην tv του καμαρινιού.
Άστρο της Βηθλεέμ η φωτό.
Πρωταγωνίστριες και τραγουδίστριες έφερναν προσωπικά τους αξεσουάρ με στρας για δημοπρασία.
Οι τηλεθεατές αραχτοί στους τριθέσιους της σαλονοτραπεζαρίας βλέπανε και κάνανε «τς, τς, τς» και τρώγανε κάτι μεγάλες ωραίες πίτσες και ψητά κοτόπουλα και πατάτες τηγανητές και πίνανε αναψυκτικά και μπίρες και μερικοί παίρνανε τηλέφωνα για να μαζευτούν λεφτά και κάποιοι άλλοι λέγανε «μην είστε κορόιδα, τα λεφτά τα τσεπώνουν κάτι λαμόγια» και κάτι γυναίκες λέγανε ότι πάχυνε η παρουσιάστρια και οι γιαγιάδες «τι πετάτε τόσα φαγητά, εδώ τα παιδάκια πεθαίνουν απ’ την πείνα». Και απαντούσαν «εγώ θα σώσω τον κόσμο; Η Αμερική φταίει». Και κάτι μικρότερες ηλικίες αποφάσιζαν ότι από αύριο δεν ξαναπίνουν αμερικανικά αναψυκτικά αλλά μόνο ελληνικά, που τώρα πια βγαίνουν και σε λάιτ.
Έπειτα μοιράσανε τις αυριανές δουλειές. Ποιος θα πάει τις μικρές στο μπαλέτο και ποιος θα φέρει τα αγόρια απ’ το κολυμβητήριο.
Αργότερα έπεσαν για ύπνο. Και κοιμήθηκαν. Για τα καλά.
Γι’ αυτό σου λέω, ρε, παράτα με.
Ευαίσθητε, ε ευαίσθητε.

Γιατί έχουμε γεμίσει από τέτοιους ευαίσθητους. Κι επειδή η αλήθεια είναι πως δεν τους χρειαζόμαστε αυτούς τους ευαίσθητους-χρειαζόμαστε μονάχα ανθρώπους. Ανθρώπους της πράξης και όχι των σκέτων δακρύων. Αυτούς που εννοεί και στους οποίους αναφέρεται η αφρικάνικη παροιμία που λέει: «Το γιατρικό για τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος».
Αλλά το ποιος άνθρωπος μπορεί να γιατρέψει πια, αυτό είναι το θέμα.
Αυτό και κανένα άλλο.

Αφιερώνεται σε όλες τις ψυχές που χάθηκαν από την απραξία και την αδράνεια αυτών που μπορούσαν να τους σώσουν, αλλά δεν το έκαναν…
Με τις ευχαριστίες όλων μας σε όλους τους συμπατριώτες μας που τόσον καιρό παλεύουν και βοηθάνε και σώζουν ανθρώπους… 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 5 Νοεμβρίου 2015, αρ. φύλλου 810.
Φωτογραφία: Μιχαήλ Αγγέλου (14751564) "Η Μάχη της Cascina", λεπτομέρεια από το αντίγραφο του Bastiano da Sangallo (1481–1551), Holkham Hall Αγγλία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.