14/8/17

Heinrich Gelzer: Από το Άγιον Όρος και τη Μακεδονία [IV]




Ταξιδιωτικές φωτογραφίες από τα μοναστήρια Αγίου Όρους 
και την περιοχή της εξέγερσης


* * *

Vom Heiligen Berge und aus Makedonien
Reisebilder aus den Athosklöstern und dem Insurrektionsgebiet

Μετάφραση: Χρυσούλας Πατρώνου Παπατέρπου



XXVIIΙ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Ενώ ήμουν έτοιμος να επισκεφτώ τον κυβερνήτη, μας συνάντησε έφιππος ένας Έλληνας ιερωμένος· ωστόσο ο Μιμ Τας Μπέης του έκανε νόημα κι εκείνος έστριψε επί τόπου. Ήθελε να με επισκεφτεί ο μητροπολίτης· του απάντησε ότι ετοιμαζόμασταν εμείς να τον επισκεφτούμε. Το διαμέρισμα του μητροπολίτη βρίσκεται δίπλα ακριβώς στον παλιό, αλλά πολύ επιβλητικό καθεδρικό ναό, που περιβάλλεται από ένα θολωτό περιστύλιο, στο δυτικό άκρο της χριστιανικής συνοικίας. Έχει μια θαυμάσια, επιβλητική θέση στην άκρη της χερσονήσου, και οι κήποι του κατηφορίζουν σε απόκρημνα, διαδοχικά επίπεδα προς τη λίμνη. Από τα παράθυρα της πρόσοψης προσφέρεται μια καταπληκτική θέα των κήπων της τούρκικης συνοικίας, των εύφορων, δεντροστόλιστων όχθεων και της βαθυγάλανης λίμνης, την οποία αυλακώνουν με αργό ρυθμό μερικά πρωτόγονα πλεούμενα, φτιαγμένα από κορμούς δέντρων. Κι αυτή, όπως και η λίμνη της Αχρίδας, έχει πάρα πολλά ψάρια.

Ο κος Γερμανός Καραβαγγέλης, γεννημένος Μυτιληνιός, ο μητροπολίτης Καστοριάς, μας δέχτηκε με μεγάλη εγκαρδιότητα· Μιλά άπταιστα γερμανικά, μια και σπούδασε στη Βόνη και στη Λειψία και μάλιστα στο πανεπιστήμιό της συνέγραψε τη διδακτορική του διατριβή. Για τους παλιούς του δασκάλους μιλά με μεγάλο θαυμασμό και γενικά τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τη Γερμανία. Στην αίθουσα δεξιώσεων, που είναι και η αίθουσα ακροάσεων, εκτός από πολυάριθμες ελαιογραφίες των παλαιότερων μητροπολιτών, είναι αναρτημένος μέσα σε πλαίσιο και ο διδακτορικός του τίτλος από το πανεπιστήμιο της Λειψίας. Με τον πλούτο των γνώσεών του, με πολύ μεγάλο προσωπικό θάρρος και ηθική ακεραιότητα κατάφερε να αποκτήσει μία εντυπωσιακή θέση παρά τις δύσκολες συνθήκες. Και στην Καστοριά επίσης άρχισε αμέσως τις μεταρρυθμίσεις.

Μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της Ορθοδόξου εκκλησίας ήταν η έλλειψη κηρύγματος κατά την θεία λειτουργία. Κάποτε, στο Άγιον Όρος είχα εκφράσει την άποψή μου στους μοναχούς των Ιβήρων, ότι θεωρούσα πολύ λυπηρό το γεγονός, πως κατά τις εορτές, που τόσοι πολλοί χωρικοί και Αλβανοί πήγαιναν στην εκκλησία, τους προσφερόταν πάντοτε η ομοιόμορφη και εν μέρει σίγουρα ακατανόητη λειτουργία. Θα χρειαζόταν αντί γι αυτό ένα διδακτικό και εποικοδομητικό κήρυγμα. «Εδώ, στο Άγιον Όρος δεν έχουμε αυτήν τη συνήθεια· διατηρούμε τις παραδόσεις των πατέρων», ήταν η ξηρή απάντηση. Στις πόλεις, αντιθέτως, τα πράγματα βελτιώθηκαν. Όχι χωρίς την ενθάρρυνση εκ μέρους της αγγλικής πλευράς- μέσω του Στρατού Σωτηρίας- άρχισαν στη Σμύρνη να εφαρμόζονται λαϊκά κηρύγματα και ειδικά κατηχητικά σχολεία, όχι στη νεκρή γλώσσα του Δημοσθένη και του Πλουτάρχου, στις οποίες γίνονται τα κηρύγματα κατά τις μεγάλες εορτές και στη γλώσσα που γράφουν οι εφημερίδες, αλλά στη ζωντανή γλώσσα του αμόρφωτου, απλού λαού.

Οι Έλληνες ιερείς αυτήν τη φορά έδειξαν ευστροφία, και αντί να εκτοξεύουν αναποτελεσματικούς αφορισμούς κατά της νεολαίας, πήραν την όλη υπόθεση στα χέρια τους. Σε πολλές πόλεις ιδρύθηκαν από τον σύλλογο “Ευσέβεια” τέτοιου είδους κηρύγματα. Πνευματικοί και μορφωμένοι κοσμικοί, όπως καθηγητές γυμνασίων και έμποροι, ήταν οι ομιλητές. Στο Πέραν, την αριστοκρατική συνοικία της Κωνσταντινούπολης, τα κηρύγματα ήταν πολύ λαμπρά. Εκείνο το διάστημα, ο Γερμανός ήταν επίτιμος επίσκοπος της Χαριούπολης. Επειδή ήταν εξαιρετικός ιεροκήρυκας, με πολύ μεγάλη επιρροή λόγω της ζεστασιάς και της πειθούς που ενέπνεε, συγκεντρωνόταν σταδιακά, τα βράδια της Κυριακής στους χώρους που είχαν καθοριστεί για τους αναλφάβητους πιστούς, όλη η ελληνική αριστοκρατία του Πέραν. Όπως μου αφηγήθηκε ο ίδιος ο αρχιερέας, με τον τρόπο αυτό οι ομιλίες του αποκτούσαν έναν άλλο χαρακτήρα· από λαϊκά κηρύγματα, μετατρέπονταν σε θρησκευτικές ομιλίες για μορφωμένο ακροατήριο.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την περιφρόνηση, με την οποία αντιμετωπίζουν τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα τον ελληνικό κλήρο, θα μπορούσε να πει κανείς, ότι το Φανάρι θα ξεχώριζε έναν ιερωμένο, ο οποίος εισήγαγε τον κλήρο και πάλι στα σαλόνια. Μόνον που ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο 5ος, ναι μεν δεν έδειχνε εχθρότητα γι’ αυτήν την κίνηση, αλλά ουσιαστικά ασπαζόταν τις αντίθετες απόψεις· γι αυτό λοιπόν, ακριβώς λόγω αυτής της δραστηριότητας του κου Γερμανού και του συνωστισμού του ποιμνίου του, του ήταν προσωπικά πολύ αντιπαθής.

Quieta non movere, μην κινείς τα ησυχάζοντα, είναι το πρώτιστο καθήκον των υπηκόων· αυτό το σύνθημα επικρατούσε δυστυχώς στο Φανάρι μέχρι την αλλαγή του τελευταίου πατριάρχη, η οποία ξανάφερε στο τιμόνι τον Ιωακείμ τον τρίτο, και το οποίο σύνθημα οδήγησε από τη μία απώλεια στην άλλη και από τη μία ήττα στην επομένη. Έτσι ο Κωνσταντίνος, έπειτα από πολλές εντελώς απίθανες προτάσεις, δεν έβρισκε ησυχία, μέχρι να απομακρύνει από τον κύκλο επιρροής του τον φλογερό ιεροκήρυκα, φυσικά, με όλες τις δέουσες τιμές. Ο Γερμανός θεώρησε ότι για καθαρά χριστιανικούς και πατριωτικούς λόγους, δεν έπρεπε να αρνηθεί την προσφερθείσα θέση του επισκόπου Καστοριάς. Έτσι ανέλαβε το αξίωμά του στο μέσον μιας περιοχής, η οποία έβραζε από εθνικιστική διχόνοια.

Οι πιστοί του Έλληνες, πατριαρχικοί Βούλγαροι, Ρουμάνοι και Αλβανοί εξακολουθούν να σχηματίζουν στην εκτεταμένη επαρχία της Καστοριάς, στην οποία εκτός από το συνώνυμη πόλη ανήκει και όλη η αλβανική αποικία, σχεδόν την πλειοψηφία· αλλά η μειοψηφία της Εξαρχίας δραστηριοποιείται έντονα και δημιουργούν, όπως και στον προκάτοχό του Φιλάρετο, σοβαρά προβλήματα στο ποιμενικό του έργο. Οι πιστοί του Βούλγαροι βασανίζονται με κάθε τρόπο. Ακόμη και ο ίδιος ο μητροπολίτης, όταν περιοδεύει στην ύπαιθρο της επισκοπής του, πρέπει να κουβαλά το όπλο του, ένα καλό Μαρτίνι και να έχει μαζί του μία ακολουθία από επτά Τούρκους χωροφύλακες. Ακριβώς όπως την εποχή του Νεεμία, όταν οι Εβραίοι έκτιζαν τα τείχη της ιερής πόλης, κρατώντας στο ένα χέρι το μυστρί και στο άλλο το ξίφος.

Κι όμως, ο Γερμανός, δεν εισέπραττε ούτε ένα ευχαριστώ από το ποίμνιό του. Οι επαρχιώτες δεν τον αγαπούν ιδιαίτερα· πολύ φυσικό. Έβαλε τάξη στο επισκοπείο και σταμάτησαν οι ατασθαλίες και τα περιττά έξοδα. Στην Καστοριά, η λειτουργία γινόταν πρώτα σε δέκα πέντε ναούς και ναϊσκους, την οποία παρακολουθούσαν έξι, οκτώ ή δέκα άνθρωποι· ήταν παρωδία μιας αξιοπρεπούς λατρείας. Τώρα η λειτουργία τελείται μόνο στην Μητρόπολη και στο δεύτερο σε μέγεθος ναό• με αποτέλεσμα, και οι δύο ναοί που λειτουργούν να γεμίζουν πιστούς, όπως είδα με τα ίδια μου τα μάτια, μια και ήμουν μάρτυρας της λειτουργίας την Κυριακή, 26 Οκτωβρίου.

Μου παραχώρησαν μία θέση ακριβώς δίπλα στον επισκοπικό θρόνο του μητροπολίτη, ο οποίος παρέστη με το επίσημο αρχιερατικό του εγκόλπιο, αλλά δεν λειτούργησε ο ίδιος. Υπό τη διεύθυνση ενός δασκάλου και του πρωτοσύγκελου Πλάτωνα, ενός μοναχού της μονής του Ιωάννη στην Πάτμο, έψαλλαν δύο χορωδίες αγοριών. Προς τιμήν μου είχαν ετοιμάσει μία τετράφωνη ψαλμωδία, επειδή είχα εκφρασθεί κάπως υποτιμητικά για το συνηθισμένο τρόπο ψαλμωδίας των Ελλήνων. Όπως και ο Φώτιος στην Κορυτσά, ο Γερμανός στην Καστοριά την Κυριακή, μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, κηρύττει τον λόγο του Θεού σύντομα και σε απλή γλώσσα, ούτως ώστε να γίνεται κατανοητός από το απλό εκκλησίασμα. Η μεγάλη διάρκεια της λειτουργίας, όπως πάντα, είχε κουράσει το λαό. Μόλις άρχισε το κήρυγμα, σαν να πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα όλο το εκκλησίασμα και πρόσεξα ότι όλοι παρακολουθούσαν με τεταμένη προσοχή τα λόγια του αξιοσέβαστου αρχιερέα.

Μιλούσε όρθιος από τον επισκοπικό του θρόνο· στον ορθόδοξο ναό δεν υπήρχε άμβωνας. Έτσι, αυτός ο θαυμαστός άνδρας, έφερε καινούργια ζωή στην Καστοριά· φυσικά, θυμώνουν μαζί του όλοι, όσοι είχαν λόγο στην παλιά κακοδιαχείριση. Πόσο δύσκολο είναι, να μπορέσεις να υπερβείς, ακόμη και με τη μικρότερη απόκλιση τα κεκτημένα ή να προσπαθήσεις να φέρεις κάποια μεταρρύθμιση, μου έγινε απόλυτα σαφές εκείνη την Κυριακή.

Μετά το πέρας της λειτουργίας, κατευθυνθήκαμε πάλι προς την επισκοπή και εδώ δόθηκε μία δεξίωση για όλους τους προύχοντες, διαφόρους ιερείς, τους καθηγητές του γυμνασίου με τον διευθυντή του, ευυπόληπτους προέδρους καθώς και μερικούς Τούρκους αξιωματούχους. Μεταξύ των παρόντων ήταν επίσης ένας εξέχων γιατρός, ο Δρ. Μιχαλάκης Τσερλή αφέντης, ένας Ρουμάνος από τη Νέβεσκα (Κάζα Καστοριά), που είχε όμως Καστοριανή σύζυγο. Επέκρινε αμέσως την τετράφωνη παιδική χορωδία, την οποία είχε οργανώσει ο επίσκοπος· ήταν αντιεκκλησιαστικός νεωτερισμός και αντέβαινε στις παραδόσεις. Μάταια του αντέτεινα, ότι ήταν πολύ πιο πιο ωραία, και ότι και οι Ρώσοι ορθόδοξοι χρησιμοποιούσαν την τετραφωνία. Επέμεινε στην άποψή του: αντιβαίνει στην καθιερωμένη τάξη πραγμάτων που κληροδότησαν οι πατέρες της Ορθοδοξίας.

Για να τον κεντρίσω, ζήτησα να μάθω για την ρουμανική Εξαρχία. Οι εκκλησιαστικές επιτυχίες των Βουλγάρων δεν άφηναν τους Ρουμάνους σε ησυχία. Από το βασίλειό τους είχε προωθηθεί μία κίνηση επιφανειακά εκκλησιαστική, αλλά κατ’ ουσίαν πολιτική και εθνική, η οποία είχε σκοπό να αποσχίσει τους διασκορπισμένους στη Μακεδονία και Ήπειρο μέχρι και την Ελλάδα ρουμανικούς πληθυσμούς, τους επονομαζόμενους Κουτσόβλαχους ή Τσιντσάρους, από την Οικουμενική Έδρα και να τους εντάξει στη δική του Εξαρχία. Η εκπροσώπηση είχε ήδη βρεθεί στο πρόσωπο του Άνθιμου, πρώην επισκόπου Πρεσπών και Αχρίδας, ο οποίος ανήκει σ’ αυτό το έθνος.

Μόνο που οι Βλάχοι στην Πίνδο και οι άλλοι Τουρκορουμάνοι είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα μέρη και απομονωμένοι· πουθενά εκτός του Βασιλείου της Ρουμανίας δεν είναι συμπαγείς μάζες, όπως συμβαίνει με τους Βουλγάρους και τους Σέρβους. Και επιπλέον, δεν νιώθουν μόνο Γραικοί, αλλά και διακαείς φιλέλληνες. Ο Κωλέττης, ο αγωνιστής για την ελευθερία, ήταν Βλάχος από την Πίνδο, και αρκετοί σπουδαίοι ευεργέτες του ελληνικού λαού ανήκουν επίσης στην ίδια φυλή. Η μεγάλη επιχείρηση, που ετέθη σε λειτουργία με μεγάλες προσδοκίες, απέτυχε παταγωδώς, και ο ίδιος ο υποκινητής, ο Άνθιμος, συνήψε πάλι ειρήνη με το Πατριαρχείο και προς το παρόν γυρίζει κάπου στην Κωνσταντινούπολη. Ο Δρ. Μιχαλάκης αφέντης, δεν φάνηκε διατεθειμένος να συζητήσει για την κίνηση αυτή• την χαρακτήρισε ως μια ατυχή προσπάθεια μερικών απερίσκεπτων.

Όταν εξέφρασα την επιθυμία να μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω τους θησαυρούς της Καστοριανής βιβλιοθήκης της Μητροπόλεως, ο ιεράρχης ανταποκρίθηκε με μεγάλη προθυμία. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται σε έναν παρακείμενο πυργοειδή χώρο του καθεδρικού ναού, και τα κλειδιά του βρίσκονται στα χέρια τεσσάρων επιτρόπων. Δυστυχώς, ένας εξ αυτών έλειπε στην ύπαιθρο κατά την άφιξή μου, και έτσι χάθηκε, ως συνήθως, πολύτιμος χρόνος. Έπειτα, οι διαχειριστές της βιβλιοθήκης φάνηκαν να συμβιβάζονται. Επειδή ο μητροπολίτης εγγυήθηκε για το άτομό μου, εστάλησαν τα βιβλία που επιθυμούσα στα διαμερίσματά του για να τα χρησιμοποιήσω.

Δεν υπήρχε μόνο ένας, αλλά τρεις κώδικες της εκκλησίας της Καστοριάς, που ο παλαιότερός του ήταν από το πρώτο μισό του δέκατου έκτου αιώνα. Το βασικό περιεχόμενο της βιβλιοθήκης αποτελούσε ένας αρκετά μεγάλος αριθμός πολύτιμων χειρόγραφων περγαμηνών, εκ των οποίων σχεδόν όλες ήταν από τον XI και XII αιώνα. Ως προς το περιεχόμενο, δυστυχώς, δεν προσέφεραν και πολλά. Ήταν σχεδόν όλα ευχολόγια για εκκλησιαστική χρήση· επίσης και ένα πολύ όμορφο χειρόγραφο Ευαγγέλιο. Οι μικρογραφίες ήταν προσεκτικά σκαλισμένες, όπως πολύ συχνά γινόταν και στο Άγιον Όρος. Η μεγάλη ηλικία των περισσοτέρων χειρογράφων μας κάνει να υποθέσουμε, ότι στον XI αιώνα, μετά την επιδρομή του Βουλγαρικού Βασιλείου, η βιβλιοθήκη αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες επισκόπους σαν θεμέλιο για τον εξελληνισμό του κλήρου και του λαού. Οι μετέπειτα αιώνες δεν προσέφεραν σχεδόν τίποτα για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της Μητροπόλεως.

(συνεχίζεται)


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22 Σεπτεμβρίου 2016, αρ. φύλλου 852


Σχετικά:

2 σχόλια:

  1. Εξαιρετικά σημαντικές και ακριβείς οι πληροφορίες -κάποιες από αυτές άγνωστες παντελώς- για τον Γερμανό Καραβαγγέλη και τα πρωτα χρόνια της θητείας του στην Καστοριά. Βάζουν αρκετά πράγματα στη θέση τους.
    Εύγε και στην κ. Χ. Πατρώνου-Παπατέρπου για την επιλογή της μετάφρασης του οδοιπορικού αλλά και στην ΟΔΟ που πήρε το "ρίσκο" της ΣΗΜΑΝΤΙΚΗΣ δημοσίευσης [συχνά ακούγοντας -όπως και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις - τα εξ αμάξης χωρίς λόγο...].

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος19/8/17

    Αυτά είναι! Διαβάζοντας στο παρελθόν για τον Γερμανό Καραβαγγέλη είχα μάθει κάποια από τα όντως σημαντικά που έκανε στη ζωή του.

    Με αυτό το δημοσίευμα όμως συνειδητοποίησα κάτι ακόμη, που είναι εντυπωσιακό και σπουδαίο ακόμη και για τα σύγχρονα δεδομένα, πόσω μάλλον για εκείνη την εποχή.

    Είχε πάρει διδακτορικό στη Γερμανία, στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Λειψίας!

    Και αφιέρωσε χρόνια και δυνάμεις στην Καστοριά την τότε Τουρκοκρατούμενη και καθημαγμένη και δεν εξαργύρωσε τις σπουδές του με καμιά καριέρα σε κάποιο ελεύθερο τότε αστικό κέντρο.

    Αθάνατος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.