21/8/17

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ [IV]



Σλαβόφωνοι Δυτικομακεδόνες στην Κωνσταντινούπολη


Ο γράφων κρίνει σκόπιμο να επισημάνει εκ προοιμίου ότι στους απόδημους αυτούς σλαβόφωνους Δυτικομακεδόνες δεν περιλαμβάνονται άτομα από την πόλη της Καστοριάς – ασφαλώς επειδή η λιμναία πόλη υπήρξε διαχρονικά σταθερή κοιτίδα ελληνισμού, όπου από τα χρόνια ήδη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το σλαβόφωνο στοιχείο ήταν απόν ή παρεπιδημούν.


ΤΟΠΟΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ


Πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής ότι η έρευνα στα μνήματα του Βουλγαρικού νεκροταφείου Φερίκιοϊ δεν ήταν εξαντλητική – λόγω του μεγάλου αριθμού τους [73]. Ήταν όμως συστηματική [74], ώστε από τη μελέτη των επιγραφών να μπορούν να εξαχθούν ικανά συμπεράσματα. Αναλογικά λοιπόν στα περισσότερα τα μνήματα αυτά αναγράφεται ως τόπος καταγωγής της οικογένειας των κεκοιμημένων η κωμόπολη Ζαγορίτσανη [75]: πρόκειται βεβαίως για τη σημερινή Βασιλειάδα [76] Καστοριάς.



Οι υπόλοιποι τόποι καταγωγής που αναγράφονται [77] στα μνήματα είναι:

Περιοχές του σημερινού Νομού Καστοριάς

Γκορέντσ(ζ)η [78], Κόστουρσκο = Κορησός

Κομανίτσεβο [79], Κόστουρσκο
(γράφεται και Κουμανίτσεβο [80]) = Λιθιά

Κοντοράπη (Κοντορόμπη) [81], Κόστουρσκο = Μεταμόρφωση

Κοσινέτσια (Κοστενέτς) [82], Κόστουρσκο = Ιεροπηγή

Μπουλγκάρσκο-Μπλάτσα [83] (Μπλάτση ή Βουλγαρομπλάτση), Κόστουρσκο = Οξυές – Οξυά

Μπόμπιστα [84], Κόστουρσκο = Βέργα

Όλιστα [85] (Χόλιστα) Κόστουρσκο = Μελισσότοπος

Μπούμπεκη [86] (Μπομπόκι), Κόστουρσκο = Σταυροπόταμος

Τσερέσνιτσα [87], Κόστουρσκο = Πολυκέρασος



(συνεχίζεται)


Σημειώσεις:
73. Τα μνήματα είναι περισσότερα από 150.
74. Σε μεταγενέστερη επίσκεψη του, στις 22-12-2013, ο γράφων αποτύπωσε φωτογραφικά όλα σχεδόν τα μνήματα του Βουλγαρικού Νεκροταφείου Φερίκιοϊ. Παρ’ όλα αυτά, σε κάποια από τα μνήματα οι επιγραφές ήταν δυσανάγνωστες, ενώ σε κάποια άλλα κρυμμένες πίσω από χόρτα, με συνέπεια την πιθανότητα κάποιες από αυτές να διέφυγαν της μελέτης αυτής.
75. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Brancoff, ο οποίος δεν είναι αντικειμενικός, καθώς πίσω από το ψευδώνυμο αυτό, κρύβεται ο γραμματέας της Βουλγαρικής Εξαρχίας Δίμιταρ Μίσεφ, η  Ζαγορίτσανη κατοικείτο από 3672 άτομα, από τα οποία 3144 Εξαρχικοί Βούλγαροι, 450 Πατριαρχικοί ελληνίζοντες και 48 Βλάχοι. Μετά τα γεγονότα του Ίλιντεν το σύνολο των κατοίκων περνά στην Βουλγαρική Εξαρχία. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει στα 1910 ότι κατοικούσαν 500 ορθόδοξοι Έλληνες υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1903 και 2500 σχισματικοί βουλγαρίζοντες. Στην απογραφή του 1913 απογράφονται 2320 άτομα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαθίστανται εκεί 33 ποντιακές οικογένειες. Στη Στατιστική του 1932 καταγράφονται 180 ξενόφωνες οικογένειες, όλες «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων», ενώ σύμφωνα με τη Στατιστική του 1945 κατοικείτο από 910 σλαβόφωνους, μη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Βλ. Δημήτρης Λιθοξόου, ό.π., σελ. 40, σημ. 52. Το εν λόγω βιβλίο, αν και προβάλει θέσεις «αιρετικές» και εντελώς διάφορες έως εκ διαμέτρου αντίθετες προς την κυρίαρχη ελληνική θέση και ιστοριογραφία, όπως δηλώνεται ήδη από τον τίτλο του, εντούτοις στάθηκε στο γράφοντα εξαιρετικά χρήσιμο, λόγω των πληροφοριών που περιλαμβάνει. Περιλαμβάνονται σε αυτό χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία για τους οικισμούς από τους οποίους προέρχονται οι Σλαβόφωνοι Δυτικομακεδόνες της Κωνσταντινούπολης, και ιδίως α) την αδημοσίευτη Εθνολογική Στατιστική της Νομαρχίας Φλωρίνης του έτους 1932, που βρίσκεται στο Αρχείο Σουλιώτη-Νικολαΐδη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και β) την επίσης αδημοσίευτη Στατιστική του Ελληνικού κράτους του 1945, που βρίσκεται στο αρχείο Φίλιππου Δραγούμη, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, Ο Λιθοξόου τόσο στο παραπάνω βιβλίο του, όσο και στην ιστοσελίδα του, καταγράφει και τη βουλγαρική στατιστική του Βασίλ Κάντζοφ από το έργο του «Μακεντόνια. Ετνογράφια ι Στατίστικα», στο οποίο όμως δεν διαχωρίζονται οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της περιοχής σε Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς, καθώς εμφορείτο από τον αγώνα ενίσχυσης του οράματος της «Μεγάλης Βουλγαρίας». Για το λόγο αυτό τα στοιχεία της στατιστικής του Κάντζοφ δεν παρατίθενται στην παρούσα μελέτη. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι στο ανωτέρω βιβλίο του ο Λιθοξόου χρησιμοποιεί τον όρο «μακεδονόφωνοι», τον οποίο στην ιστοσελίδα του έχει αντικαταστήσει από τον όρο «ξενόφωνοι». Ο γράφων στον παρόν κείμενο επέλεξε τον όρο «σλαβόφωνοι» ως ορθότερο, για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είχε πρωτογενή πρόσβαση στις παραπάνω δύο αδημοσίευτες στατιστικές, που χρησιμοποιεί ο Δ. Λιθοξόου. Σχετικά με τους όρους αυτούς, πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι και το επίσημο ελληνικό κράτος χαρακτήριζε τη σλαβική διάλεκτο που ομιλείτο στη Βόρεια Ελλάδα ως «Μακεδονοσλαυϊκή». Βλ. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, ΙV. Τόπος γεννήσεως-Θρησκεία και γλώσσα-Υπηκοότης, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1935, passim. Τέλος, σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές (ΑΥΕ/ΚΥ/ΑΑΚ 1906 Μητροπολιτικά και Θρησκευτικά Μοναστηρίου, «Κατάστασις Συγκριτική των τριών τμημάτων Πελαγονίας, Μογλενών και Καστορίας εν τοις οποίαις έδρασαν μέχρι τούδε τα Ελληνικά Σώματα, Μοναστήρι 16 Μαΐου 1906, εφεξής ΑΥΕ/Κατάστασις Συγκριτική), στη  Ζαγορίτσανη οι κάτοικοι ήδη πριν το 1903 ήταν στην πλειοψηφία τους Εξαρχικοί (350 Εξαρχικές οικογένειες έναντι 150 πατριαρχικών), ενώ στα επόμενα χρόνια τυπικά η επικράτηση της Εξαρχικής παράτασης ήταν πλήρης. ΑΥΕ/Κατάστασις Συγκριτική, φ.10, στο Βασίλης Γούναρης (επιμέλεια), Φθινόπωρο του 1904 στη Μακεδονία. Το ανέκδοτο ημερολόγιο του Μακεδονομάχου Ευθύμιου Καούδη, σημ. 74. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί – ως σαφής ένδειξη των εξωτερικών αναμείξεων στη ζωή των χριστιανών της Μακεδονίας – ότι το βουλγαρικό σχολείο στη  Ζαγορίτσανη άνοιξε μόλις στα 1869 από τον «απόστολο του Πανσλαβισμού» Γεώργιο Δίγκα και συντηρείτο με δαπάνες της Εξαρχίας. Τα βουλγαρικά σχολεία Όσον αφορά στα χωριά του νομού Καστοριάς στα οποία αφορά η παρούσα μελέτη, τα άνοιξαν: στο Κωστενέτσι, στη Μπλάτση και Μπόμπιστα στα 1873, στο Ζέλενιτς στα 1882Βλ. Ν. Σιώκης, «Άγνωστα στοιχεία…», σελ. 799-801.
76. Για την ταύτιση παλιών και νέων ονομάτων των οικισμών χρησιμοποιήθηκε ο κατάλογος που παραθέτει ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης, ό.π., σελ. 307-324 καθώς και ο αντίστοιχος (για το νομό Καστοριάς μόνο) που παραθέτει ο Ραϋμόνδος Αλβανός στο Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συμπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949), σελ. 519-521. Παρόλα αυτά δε στάθηκε δυνατόν να ταυτιστούν όλοι οι οικισμοί που αναγράφονται στα μνήματα. Βλ. επίσης σχετικά με την επίπονη έως περιπετειώδη διαδικασία αλλαγής των τοπωνυμίων στο Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα, σελ. 139-147.
77. Στα μνήματα χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον το κυριλλικό βουλγαρικό αλφάβητό. Για προφανείς λόγους στην παρούσα μελέτη η μεταφορά έγινε με ελληνικούς χαρακτήρες.
78. Η Γκορέντση είχε μικτό πληθυσμό. Σύμφωνα με τον Brancoff είχε πληθυσμό 2680 άτομα, από τα οποία 1672 ελληνίζοντες Πατριαρχικοί, 768 Εξαρχικοί Βούλγαροι, 180 Βλάχοι και 60 χριστιανοί τσιγγάνοι. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει στα 1910 ότι κατοικούσαν 2080 ορθόδοξοι Έλληνες, 70 σχισματικοί βουλγαρίζοντες και 850 Μουσουλμάνοι. Στην απογραφή του 1913 απογράφονται 1731 άτομα. Μετά την έξοδο των μουσουλμάνων, εγκαθίστανται 87 προσφυγικές οικογένειες. Βλ. Δημήτρης Λιθοξόου, ό.π., σελ. 43, σημ. 62. 
79. Το Κουμανίτσεβο ή Κομανίτσεβο ή Κουμανίτσοβο κατοικείτο σύμφωνα με το Brancoff από 480 Εξαρχικούς στο Άνω Κουμανίτσεβο και 880 Εξαρχικούς στο Άνω Κουμανίτσεβο. Φαίνεται πάντως ότι υπήρχε και μια μικρή μερίδα Πατριαρχικών. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρεται στα 1910 σε 300 σχισματικούς βουλγαρίζοντες στο Άνω Κουμανίτσοβο και 600 ορθόδοξους Έλληνες στο Κάτω Κουμανίτσοβο. Το 1913 απογράφονται 1927 άτομα. Στα 1923 αναχωρούν για την Τουρκία 250 ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι, ενώ λίγο μετά εγκαθίστανται στο χωριό 20 ποντιακές και 3 θρακιώτικες οικογένειες. Στη Στατιστική του 1932 καταγράφονται 130 σλαβόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων οι 50 θεωρούνται «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων». Στην αντίστοιχη στατιστική του 1945 αναφέρονται 365 σλαβόφωνοι μη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Το 1951 κατοικείται από 427 άτομα. Δ. Λιθοξόου, ό.π., σελ. 128-129, σημ. 292. Κατά τις ελληνικές αρχές, πριν την εξέγερση του Ίλιντεν, το χωριό κατοικείτο από 110-120 πατριαρχικές οικογένειες και 64 Εξαρχικές, με σύνολο περίπου 900 κατοίκων. Μετά τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1903, η Εξαρχία επικράτησε πλήρως. ΑΥΕ/Κατάστασις Συγκριτική, φ.10, στο Βασίλης Γούναρης (επιμέλεια), Φθινόπωρο του 1904, σημ. 71. 
80. Τον 11ο αιώνα είχαν επεδράμει στο ελλαδικό χώρο τουρκομογγολικά φύλα Κουμάνων, Πετσενέγκων και Ούζων. Σύμφωνα με το Γεώργιο Νακρατζά κάποιοι από αυτούς εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Μακεδονία, η δε ονομασία Κουμανίτσεβο είναι δηλωτική της Κουμανικής καταγωγής των εκσλαβισμένων κατοίκων του. Γ. Νακρατζάς, Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων. Μακεδονία-Θράκη, σελ. 56, 84. Η θέση του Νακρατζά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι επιβεβαιώνει εκτός των άλλων ότι η σλαβοφωνία δεν συνεπάγεται αυτόματα και σλαβική καταγωγή.
81. Η Κοντορόπη ή Κοντοράμπη ήταν χριστιανικό χωριό του Καζά Καστοριάς. Σύμφωνα με το Brancoff κατοικείτο από 288 άτομα, όλους Εξαρχικούς. Το χωριό μετά το 1908 έχει και πατριαρχική μερίδα. Στην απογραφή του 1913 απογράφονται 212 άτομα. Σύμφωνα με τη Στατιστική του 1932 κατοικείτο από 40 σλαβόφωνες οικογένειες, εκ των οποίων 20 θεωρούνταν «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων», ενώ κατά τη Στατιστική του 1945 από 300 σλαβόφωνους. Το 1951 απογράφονται 189 άτομα. Δ. Λιθοξόου, ό.π., σελ. 40-41, σημ. 54.
82. Η Κόσινετς ή Κόστενετς ήταν κατ’ εξοχήν Εξαρχικό χωριό. Σύμφωνα με το Brancoff κατοικείτο από 1560 Εξαρχικούς. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει εντούτοις στα 1910 ότι κατοικούσαν 600 ορθόδοξοι Έλληνες, υποκύψαντες τω 1904 εις την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν και 483 σχισματικοί Βουλγαρίζοντες. Στην απογραφή του 1913 απογράφονται 1021 άτομα. Σύμφωνα με τη Στατιστική του 1932 κατοικείτο από 110 σλαβόφωνες οικογένειες, όλες «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων», ενώ κατά τη Στατιστική του 1945 από 458 σλαβόφωνους, από τους οποίους 400 θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Το 1951 είναι έρημο, καθώς έχει καταστραφεί στον Εμφύλιο από τον Ελληνικό στρατό και οι κάτοικοι του οδηγούνται στην πολιτική προσφυγιά. Αργότερα εγκαθίστανται Βλάχοι από την Ήπειρό. Δ. Λιθοξόου, ό.π., σελ. 37-38, σημ. 47. Το βουλγαρικό σχολείο στο Κωστενέτσι, άνοιξε στα 1873. Βλ. Ν. Σιώκης, «Άγνωστα στοιχεία…», σελ. 800.
83. Η Μπλάτσα ή Μπλάτσι ή Μπουλγκάρσκο Μπλάτσα κατοικείτο κατά τον Brancoff από 760 Εξαρχικούς κατοίκους. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει στα 1910 ότι κατοικούσαν 650 σχισματικοί βουλγαρίζοντες. Το 1913 απογράφονται 424 άτομα, ενώ στη Στατιστική του 1932 κατοικούν 48 σλαβόφωνες οικογένειες, όλες «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων». Στην αντίστοιχη Στατιστική του 1945 καταγράφονται 265 κάτοικοι, εξ ων οι 245 σλαβόφωνοι μη ελληνικής εθνικής συνείδησης και έδρασαν αντεθνικώς οι 39. Το 1951 απογράφονται 122 άτομα. Δ. Λιθοξόου, ό.π., σελ. 41, σημ. 56. Κατά τις ελληνικές αρχές, αν και το χωριό παρέμενε Εξαρχικό καθ’ όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, φαίνεται ότι πριν το 1903 οι πατριαρχικές οικογένειες αποτελούσαν το 1/3 του πληθυσμού (30 έναντι 50 Εξαρχικών), ενώ το 1902 μαρτυρείται μόνο μία. ΑΥΕ/Κατάστασις Συγκριτική, φ.11, στο Βασίλης Γούναρης (επιμέλεια), Φθινόπωρο του 1904, σημ. 86. Το βουλγαρικό σχολείο στη Μπλάτσα άνοιξε στα 1873. Βλ. Ν. Σιώκης, «Άγνωστα στοιχεία…», σελ. 800.
84. Η Μπόμπιστα ή Μπόμπιστε ήταν κατ’ εξοχήν Εξαρχικό χωριό. Σύμφωνα με το Brancoff κατοικείτο από 840 άτομα, όλους Εξαρχικούς. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει στα 1910 ότι ήταν «κατεστραμμένη και ακατοίκητος από της ψευδοεπαναστάσεως του 1903». Στην απογραφή του 1913 απογράφονται 243 άτομα. Σύμφωνα με τη Στατιστική του 1932 κατοικείτο από 30 σλαβόφωνες οικογένειες, όλες «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων», ενώ κατά τη Στατιστική του 1945 από 196 σλαβόφωνους, που όλοι θεωρούνται μη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Το 1951 απογράφονται 131 άτομα. Δ. Λιθοξόου, ό.π., σελ. 39-40, σημ. 51. Κατά τις ελληνικές αρχές και οι 50 οικογένειες του χωριού βρίσκονταν στο Εξαρχικό στρατόπεδο πριν το 1903. ΑΥΕ/Κατάστασις Συγκριτική, φ.10, στο Βασίλης Γούναρης (επιμέλεια), Φθινόπωρο του 1904, σημ. 75. Το βουλγαρικό σχολείο στη Μπόμπιστα άνοιξε στα 1873. Βλ. Ν. Σιώκης, «Άγνωστα στοιχεία…», σελ. 800. 
85. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει στα 1910 ότι η Χόλιστα κατοικείτο από 225 ορθόδοξους Έλληνες, υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1904 – και 225 σχισματικούς βουλγαρίζοντες. Κατά το Brancoff κατοικείτο από 536 Βούλγαρους Εξαρχικούς. Από την Όλιστα – Μελισσότοπο καταγόταν ο γνωστός φαρμακοποιός Βασίλης Παπαδόπουλος (Ντερμαντζής), που διετέλεσε και μυρεψός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και είναι πατέρας της γνωστής καλλιτέχνιδας Ήβης Ντερμαντζή. Προφανές είναι ότι η ταύτιση με τη Ρωμαίικη κοινότητα αποτελούσε συνειδητή επιλογή σημαντικού αριθμού σλαβόφωνων Δυτικομακεδόνων. Βλ. συνέντευξη της Ήβης Ντερμαντζή στο Δημήτρη Τόλιο, εφημερίδα Ανατολή, τ. 112, Νοέμβριος 2012, σελ. 9. Σε γραπτό σημείωμα της προς το γράφοντα η Ήβη Ντερμαντζή σημειώνει πως ο πατέρας της δεν μιλούσε τη σλαβική διάλεκτο, ενθυμείται όμως συγγενείς της, οι οποίοι την μιλούσαν. Στο σημείο αυτό ευχαριστίες οφείλω στο φίλο Θεόδωρο Κυρκούδη για τη βοήθεια του.
86. Το Μπομπόκι ή Μπόμπικ ή Μπόμπακη ή Μπούμπεκη ήταν κατ’ εξοχήν Εξαρχικό χωριό. Σύμφωνα με το Brancoff κατοικείτο από 320 άτομα, όλους Εξαρχικούς. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει στα 1910 ότι κατοικείτο από 250 ορθόδοξους Έλληνες, υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1904. Στην απογραφή του 1913 απογράφονται 228 άτομα. Σύμφωνα με τη Στατιστική του 1932 κατοικείτο από 40 σλαβόφωνες οικογένειες, όλες «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων», ενώ στη Στατιστική του 1945 είχε 723 κατοίκους, εκ των οποίων οι 700 ήταν Σλαβόφωνοι μη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Το 1951 απογράφονται 125 άτομα. Δ. Λιθοξόου, ό.π., σελ. 40, σημ. 53.
87. Η Τσερέσνιτσα ήταν κατ’ εξοχήν Εξαρχικό χωριό με πληθυσμό στα 1913 από 660 άτομα. Ο Αθ. Χαλκιόπουλος αναφέρει στα 1910 ότι κατοικείτο από 200 ορθόδοξους Έλληνες, υπό την βουλγαρικήν τρομοκρατίαν από του 1904 – και 400 σχισματικούς βουλγαρίζοντες. Κατά το Brancoff κατοικείτο από 640 Βούλγαρους Εξαρχικούς. Σύμφωνα με τη Στατιστική του 1932 κατοικείτο από 70 οικογένειες, όλες «δεδηλωμένων σλαυϊκών φρονημάτων», ενώ κατά τη Στατιστική του 1945 από 1031 κατοίκους, 1000 των οποίων ήταν σλαβόφωνοι μη ελληνικής εθνικής συνείδησης, εξ ων έδρασαν αντεθνικώς οι 300. Το 1951 κατοικούν μόνο 87 άτομα. Δ. Λιθοξόου, ό.π., σελ. 39, σημ. 49.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 1 Δεκεμβρίου 2016, αρ. φύλλου 862.

Ζαγορίτσανη = Βασιλειάδα Καστοριάς. Τσάριγκραντ = Κωνσταντινούπολη.


Φωτογραφίες Θ. Παπαστρατή: α) Αντικατοπτρισμός του βουλγαρικού ναού του Αγίου Στεφάνου στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης β) Εικόνα της Καστοριάς διακοσμεί εκτός των άλλων την αίθουσα της βουλγαρικής κοινότητας της Πόλης, στην οποία τα μέλη της έχουν ως τόπο συνάθροισης.


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.