26/8/17

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Από τη Ζαγορίτσανη στο Τσάριγκραντ [IX]



Σλαβόφωνοι Δυτικομακεδόνες στην Κωνσταντινούπολη


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ


Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο αριθμός των μνημάτων με αναγραφή ως τόπου καταγωγής των τεθνεώτων τη  Ζαγορίτσανη είναι ιδιαίτερα μεγάλος, υπερβαίνοντας αθροιστικά όλους τους υπόλοιπους τόπους. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγηθεί αν ανατρέξουμε στην κατάσταση και τα ιστορικά γεγονότα της περιοχής ένα και πλέον αιώνα πριν. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ραϋμόνδος Αλβανός, «η  Ζαγορίτσανη δεν αποτελεί ένα συνηθισμένο χωριό της επαρχίας Καστοριάς αντιπροσωπευτικό της ιστορίας της περιοχής» [121]

Στη  Ζαγορίτσανη, πατρίδα του ιδρυτή του Σοσιαλιστικού Κόμματος Βουλγαρίας Ντίμιταρ Μπλαγκόεφ και του Μακεδόνα επαναστάτη ή κατ’ άλλους αξιωματικού του Βουλγαρικού στρατού Γιανκόφ, αλλά βεβαίως και του Έλληνα Μητροπολίτη Σμύρνης Βασίλειου Αστεριάδη [122], λειτουργούσε βουλγαρικό σχολείο ήδη από τα 1870, στο οποίο στα 1881 φοιτούσαν 175 μαθητές [123]. Πληθυσμιακά και οικονομικά εύρωστη από τα μέσα ήδη του 19ου αιώνα, είχε καταστεί στις αρχές του 20ου αιώνα προμαχώνας και πυλώνας φιλοβουλγαρικού προσανατολισμού, σε σημείο να φέρει το προσωνύμιο «Μικρή Σόφια». 

Κατά την εξέγερση του Ίλιντεν στα 1903, οι συνέπειες για τη  Ζαγορίτσανη ήταν συγκλονιστικές: ο τουρκικός στρατός επιτέθηκε στο χωριό, πυρπόλησε και κατέστρεψε το σύνολο των σπιτιών του χωριού, ενώ σκοτώθηκαν 25 κάτοικοι του. Οι υπόλοιποι ζήτησαν καταφύγιο σε γειτονικά μοναστήρια. Δυο χρόνια αργότερα, στα 1905, ο Καπετάν Βάρδας επιτέθηκε στη  Ζαγορίτσανη, συνεπικουρούμενος από κατοίκους γειτονικών χωριών, με πρόθεση να τιμωρήσει τους κατοίκους για τη συμμετοχή κάποιων από αυτούς στην πυρπόληση της μονής Τσιριλόβου [124]. Η επίθεση είχε αιματηρά αποτελέσματα, καθώς χάθηκε ο έλεγχος των επιτιθεμένων ανδρών: σφαγή 62 κατοίκων, που είχε δυσμενή αντίκτυπο στο εξωτερικό, προκαλώντας δυσμενή σχόλια ξένων προξένων, αλλά και το «πέρασμα» του συνόλου των κατοίκων στη βουλγαρική επιρροή. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει λοιπόν το γεγονός ότι οι κάτοικοι μετά από αυτά αναζητούσαν εργασία σε μακρινές περιοχές, τόσο στην παλιά Βουλγαρία, όσο και στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη [125].

Δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με τις επιγραφές των μνημάτων. Στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι γραμμένες στη βουλγαρική γλώσσα, ενώ ελάχιστες είναι εκείνες που είναι γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες της τουρκικής γλώσσας κι από αυτές οι περισσότερες είναι πρόσφατες. Όμως, κι αυτός ακόμη ο μικρός αριθμός τους δείχνει τη σταδιακή γλωσσική αφομοίωση των μελών της κοινότητας. 
Το χρονολογικό πλαίσιο των μνημάτων είναι επίσης ενδιαφέρον. Στα παλιότερα μνήματα οι τεθνεώτες έχουν γεννηθεί στους τόπους καταγωγής, αρχής γενομένης στη δεκαετία του 1850, ενώ η επόμενη γενιά έχει γεννηθεί στην Πόλη τη 2η ή την 3η δεκαετία του 20ου αιώνα. Το κοιμητήριο βεβαίως βρίσκεται μέχρι σήμερα σε λειτουργία.

Τρίτη παρατήρηση σχετίζεται με τα ονόματα. Σε αντίθεση με τα ρωμαίικα κοιμητήρια, όπου το ποσοστό των γυναικών με τουρκικά επώνυμα, οφειλόμενα σε μικτούς γάμους είναι μεγάλος, στο βουλγαρικό νεκροταφείο το φαινόμενο αυτό είναι πολύ περιορισμένο.


(συνεχίζεται)

Σημειώσεις:
121. Ραϋμόνδος Αλβανός, ό.π., σελ. 166. 
122. Ο Βασίλειος Αστεριάδης (1834-1910), ήταν Έλληνας λόγιος, θεολόγος και κληρικός. Γεννήθηκε στη  Ζαγορίτσανη το 1834, η δε μητέρα του καταγόταν από τη Μπλάτσα, σήμερα Οξυά/Οξυές. Αφού τελείωσε την ελληνική σχολή της γενέτειράς του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζούσαν οικείοι του και σπούδασε στη Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης και αργότερα στη Λειψία. Εξελέγη το 1863 Μητροπολίτης Αγχιάλου της Ανατολικής Ρουμελίας, την οποία εποίμανε μέχρι το 1870, οπότε τοποθετήθηκε Σχολάρχης στην Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης. Επανήλθε στην Αγχίαλο στα 1876, αλλά στα 1877 απομακρύνθηκε με απαίτηση της Υψηλής Πύλης και τοποθετήθηκε Χωροεπίσκοπος Σταυροδρομίου/Πέραν Κωνσταντινουπόλεως. Το 1881 επανήλθε στην Αγχίαλο και το 1885 εξελέγη Μητροπολίτης Σμύρνης, όπου παρέμεινε Ιεράρχης μέχρι την εκδημία του στα 1910. Προς τιμήν του, το 1928 μετονομάστηκε η  Ζαγορίτσανη σε Βασιλειάδα. Μοιάζει με τραγική ειρωνεία και παιχνίδι της ιστορίας – αλλά και ατράνταχτη ένδειξη της σχετικότητας στο ζήτημα της συνείδησης των σλαβόφωνων της Μακεδονίας, το ότι η  Ζαγορίτσανη, που ονομάστηκε από κάποιους «Μικρή Σόφια», γέννησε ένα Ιεράρχη τέτοιου μεγέθους, ο οποίος εποίμανε την ελληνική Αγχίαλο, ακρόπολη του διωκόμενου από τους Βουλγάρους Ελληνισμού της Ανατολικής Ρουμελίας. Βλ. Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τόμος 3ος, σ. 12, Δράκος Κ. Μαυρομμάτης, Η Αγχίαλος μέσ’ από τις φλόγες, σελ. 54 και Μιλτιάδης-Δημήτριος Σιδερίδης, Η Εκκλησία στο Μακεδονικό Αγώνα, σελ. 93-98.
123. Σοφία Βουρή, Πηγές για την ιστορία της Μακεδονίας. Πολιτική και εκπαίδευση 1875-1907, σελ. 68-74.
124. Στο σημερινό χωριό Άγιος Νικόλαος Καστοριάς.
125. Ρ. Αλβανός, ό.π., σελ. 169, Δημήτρης Λιθοξόου, ό.π., σελ. 127-133.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Ιανουαρίου 2017,  αρ. φύλλου 869

Ζαγορίτσανη = Βασιλειάδα Καστοριάς. Τσάριγκραντ = Κωνσταντινούπολη.


Φωτογραφία Θ. Παπαστρατή: Βουλγαρικό κοιμητήριο Κωνσταντινούπολης.


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.