6.3.11

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Φιλμ οκτώ χιλιοστών

 

Χιόνισε πάνω από τα χνάρια μας νωρίς
Κάποιοι ξεδίψασαν στης λησμονιάς τη βρύση
Μπήκαν οι στάχτες μας σ’ αρχαίους αμφορείς.


Ιωάννης Ι. Βρεττός
Επίλογος , από την συλλογή «Παιδική ηλικία»


Μνήμη Γιώργου Γκολομπία

Τυχαία έγινε. Κι απροσδόκητα τελείως. Στο γιουτιούμπ ένα κλικ ήταν πάνω στο έρλι γυαρς ιν… Έγχρωμο παρακαλώ. Όμως της προϊστορικής θαρρείς περιόδου του κινηματογράφου. Σε φιλμάκι των οχτώ χιλιοστών (1) αποτυπωμένο περίμενε να ξετυλιχτεί και να παίξει στα μάτια μας ένα καλοκαίρι και το έμπα του φθινοπώρου μιας χρονιάς. Μπορεί και πενήντα χρόνια πριν.
Πρόγονοι στέκουν μαραμένοι απέναντι στο λιγνό φως που δύει. Χέρια ροζιασμένα σαν κλήματα που απλώνουν δάκτυλα για ν’ αγκαλιάσουν παιδιά κι εγγόνια , όλον ίσως τον κόσμο γύρω τους. Εχει μια απελπισία αυτή η αγκαλιά. Μοιάζει με κραυγή. Αλλά και μια χαρά βγαίνει μέσα από τα ίδια δάχτυλα και χύνεται άτσαλα σαν το κρασί από το γυάλινο κανάτι. Πλέκουν τα δάκτυλα, σταυρώνουν τα χέρια μπροστά στο φακό, αναστάτωση και ίσως συστολή προδίδουν παρά τη συμμόρφωση που στέκει απάνω-απάνω. Η αδεξιότητα έκδηλη μα ίσως είναι και η ταχύτητα που την κάνει εμφατική. Το όλον θυμίζει τις πρώϊμες του κινηματογράφου στιγμές. Τι βιάση Θεέ μου ! ΄Ολοι αυτοί οι άνθρωποι (από τότε…) έσπευδαν να περάσουν μπροστά από τη σκηνή να υποκλιθούν και να φύγουν… ΄Οπως σε μια σχολική γιορτή. Δούλεψαν, γεννοβόλησαν, μεγάλωσαν παιδιά, χόρεψαν, γλέντησαν, έκλαψαν, υπέφεραν χωρισμούς και πολέμους. Μια υπόκλιση και χαίρετε. Αντίο! Τόσο απλά. Τίποτε δεν ήταν σου λέει. Δεν έχει πόνο μήτε φόβο αυτό. Απλώς περνάς από την άλλη μεριά του κόσμου.



Ο παππούς χαϊδεύει τα κλωνιά της μηλιάς. «Από τούτα τα μήλα δεν θα φάτε παιδιά μου… Θα ‘σαστε στα ξένα σαν κοκκινίσουν. Θα σέπονται ύστερα στο κατώγι όλο το φθινόπωρο στο κοφίνι. Καμιά κομπόστα με τη μπάμπω ζεστή ίσως προφτάσουμε να σκαλιωρήσουμε κι εμείς!».
Όμως το γουρούνι τούτα τα φτενά μήλα θα το θρέψουν στα σίγουρα μέχρι τις γιορτές. Υστερα κι εκείνο θα φύγει. Θα μείνει η ανάμνησή του μονάχα, τα κρεμασμένα στο κατώγι λουκάνικα σε βέργες υψωμένα να στεγνώνουν ψηλά στο ταβάνι για να μην τα φτάνουν οι γάτες… Ο ήλιος το γιόμα πυρώνει και μαλακώνει τα πρόσωπα. Τα πλάθει σαν κερί. Φεύγει από την Πίνδο και καρφώνεται ίσια στα μάτια του παππού. Σφίγγουν τα βλέφαρα να φυλακίσουν τις τελευταίες σπίθες της μέρας.
Η ομήγυρη δοκιμάζει στην αυλή δυο πάνινες σαιζλόνγκ με κόκκινο ζωηρό χρώμα η μια και σε μαύρο η άλλη. Ισως όμως και νάναι σκούρο μπλε. Πρώτα ποζάρουν πάνω τους οι δωρητές. «Οι αμερικάνοι!». Η θυγατέρα με πορτοκαλιά ζακέτα κάθεται ακουμπώντας στην σκούρα πλάτη. Καπνίζει. Ο άντρας της δίπλα ξαπλώνει στην κόκκινη. Εχουν στεριώσει τις ξαπλωτές πολυθρόνες στο καλντερίμι της αυλής. Μια κατάσταση επισφαλής, επιρρεπής απολύτως σε πτώση ή κατακρήμνιση. Η σειρά των γονέων τώρα. Ο παππούς προτού καθίσει ξεσκονίζει το παντελόνι στα γόνατα μη τυχόν και βγει λερωμένος στο κάδρο. Δίπλα του η γερόντισσα βουλιάζει στη σκούρα πολυθρόνα. Στέκει κάπως στα χαμένα. Φοράει μαύρα. Ετσι στο φιλμ σώζεται πια μονάχα το πρόσωπό της. Άσπρο φεγγοβολάει σαν Αγίας και τα χέρια της περιστέρια λευκά φτερουγίζουν αδέξια στην αγκαλιά της. Σταυρώνουν κάποτε στο στήθος κι ύστερα ξαναπετάνε. Σηκώνεται η μαυροντυμένη γυναίκα και παραχωρεί τη θέση της στην άλλη θυγατέρα. Λευκό φόρεμα φορεί εκείνη έτσι φανερώνεται ολόκληρη στο κάδρο.

Μια οικογενειακή φωτογράφηση ακολουθεί σε συγγενικό σπίτι αρχοντικό. Πρώτος εξέρχεται του οίκου του ο παππούς Ζήσης. Αυτός που έφυγε και πρώτος. Θυμάμαι ακόμα τις τσιρίδες μέσα στη νύχτα πολλά χρόνια μετά. Το σκοτάδι πίσσα ολόγυρα και οι φωνές ρωτούσαν κι αποκρίνονταν τρελαμένες η μια την άλλη. Αόρατα πρόσωπα ακουμπισμένα σε μισογκρεμισμένους τοίχους. Σε παραπόρτια κεφάλια έτοιμα να καρατομηθούν. Σκιές ανθρώπων που κρατάνε τα παντζούρια ανοιχτά σαν φτερούγες αγγέλων. Χέρια στο πρόσωπο να γίνονται χωνιά όπου μέσα θα σπρώξει το στόμα τη φωνή. Μέχρι να μάθουμε πως ο Ζήσης πάει. Πέθανε ξαφνικά το βράδυ. Τον βρήκανε νυχτιάτικα στην αυλή οι γυναίκες του σπιτιού. Σαν άργησε βγήκανε αλλοφρονισμένες κι έβαλαν εκείνες τις φωνές τις γεμάτες απόγνωση. Το βράδυ είχε ένα μισό φεγγάρι με άσπρο φως κρύο. Και σαν του ξεδοντιάρη του Χάρου το μοναδικό δόντι πρόβαλλε στα σκοτεινά σαγόνια τ’ ουρανού.

Ερχονται κι άλλοι στο κάδρο. ΄Ωσπου… Σε αντίκρισα μέσα στα άσπρα σου τα σπάργανα. Ολοι εσένα δείχνουν. Σε ανασηκώνουν να φανείς. Και τότε γεννιέσαι και πάλι…
Ο παππούς δίπλα σου πενθεί. Εχει περασμένη περιχειρίδα στο μπράτσο φαρδιά μαύρη κορδέλα. Τι πενθεί; Toν αδερφό σου, μου λένε, που πέθανε πέρυσι προτού προλάβει καλά- καλά ν’ ανατείλει. Κι εσύ στα ολόλευκα.
Ύστερα το φιλμ πάει αλλού. Σε χαγιάτια όπου πήζουν κοχλάζοντας οι ντοματοπελτέδες, που ζαχαρώνει τους κύβους του το γλυκό κολοκύθι και δένουν με το σιρόπι διάφανα στο φως κεράσια. Κι ύστερα χορός αποχαιρετισμού στο Μοναστήρι του αγίου Κωνσταντίνου. Καρπούζι στον ίσκιο. Κι ύστερα στο ποτάμι ψάρια που αστράφτουν τα λέπια τους και καθαρίζονται στις όχθες για να φαγωθούν. Τα νερά τρέχουν. Ακούγονται θαρρείς. Και φτάνουν μέχρι τα πόδια μου που βρέχονται στο ξύλινο πάτωμα εδώ στην πόλη. Απλωμένα τα μάλλινα, βελέντζες και κιλίμια και στρωσίδια, στεγνώνουν στον ήλιο πλάϊ στις ντριστέλες. Αρνιά θυσιάζονται και περασμένα στις σούβλες περιμένουν το γλέντι. Είσαι ο ερχόμενος!
Τώρα βλέπω τα χωράφια και τα μπαϊρια του χωριού. Σκοτεινός και περίκλειστος ο ορίζοντας. Οι κανόνες της φωτογράφησης διόλου δεν τηρούνται. Η φωτογράφηση κόντρα στο φως χαρίζει στην ανωνυμία στο φωτογραφιζόμενο αντικείμενο. Σαν ποτάμι γυαλίζει ο δρόμος και σαν φίδι γλιστρά στις ράχες των βουνών. Κάποιο αμάξι τον τρέχει γρήγορα βοηθά και το φιλμ σ’ αυτό. Είναι ο δρόμος της επιστροφής. Λίγες στερνές ματιές πίσω στον τόπο που αφήνουμε. Ενας νέος με κοντομάνικο πουκάμισο και γυαλί μαύρο ηλίου διασχίζει τα σπαρτά. Ο λίβας που φυσάει κάνει τα στάχια να ριγούν. Ένα αμπέλι χτυπημένο από τα χρόνια της φυλλοξέρας μένει με τα απολιθωμένα του κούτσουρα βουβό στην πλαγιά…
Ακολουθεί μια αδιάφορη γιορτή σε αμερικάνικο λούνα πάρκ και λαχταριστά παγωτά που λιώνουν στα χέρια των παιδιών. Γιορτές στα ξένα αλλιώτικες. Με κουστούμι και γραβάτα. Επίσημα πράγματα. Η συγκίνηση πάει πέταξε…
Ηλικιωμένη γυναίκα με ψαθάκι πλατύγυρο στο κεφάλι μαζεύει ανάμεσα στις πέτρες της αυλής το πλούσια φυτρωμένο χαμομήλι Το απλώνει σε αλουμινένιο ταψί να στεγνώσει στον ήλιο.
 Ακούγονται ξανά νερά να κυλούν. Παιδιά ξεφωνίζουν βρεγμένα και γυμνά στον ήλιο. Ψάρια σπαρταρούνε στα πόδια τους και πάνε να πιαστούν στο δίχτυ. Νηρηίδες σηκώνουν το φόρεμα και δείχνουν τους άσπρους μηρούς τους στο φώς. Παλιές φωτογραφίες, μνήμες ανάκατες. Η θύμησή σου …η ιερή σου τρέλα.
Οι παππούδες μαράθηκαν σαν τα μήλα στα κλωνιά κι έπεσαν από καιρό. Σειρά τώρα ποιός;

Ανήμπορα κεφάλια νεκρών θρέφουν τη γη.
τα μάτια τους θεριεύουν ρίζες
(2)

Βλέπω όμως κάποιους που προχώρησαν πολύ τις μέρες της ζωής τους. Ο κυρ Ανδρέας παραδείγματος χάριν έφτασε πλήρης ημερών στις πύλες του Αδη σχεδόν κοτσονάτος αν εξαιρέσεις τα τελευταία του πέντε χρόνια. Ο Αγαθοκλής που τον βλέπω να σέρνει το χορό, κρατάει ένα γυάλινο κρασοπότηρο, και προφανώς και τραγουδά και χορεύει και πίνει μαζί, έφυγε πριν από σαράντα χρόνια. Ηταν τότε ήδη σε προχωρημένη ηλικία. Ντύθηκα παπαδάκι στην κηδεία του οχτώ χρονών και πήρα και το μαντήλι το δεμένο στο σταυρό των εξαπτερύγων . Δύσκολη θέση του παιδιού που θα κρατήσει το σταυρό με το κερί γιατί έπρεπε να θωρεί όλη την ώρα την κερένια όψη του νεκρού. Το θυμιατό με το μπούχτισμα του λιβανιού κι οι μαυροφορεμένες μοιρολογίστρες σε αγρίευαν. Όλοι οι υπόλοιποι από τα εντόπια Χερουβείμ και Σεραφείμ απέστρεφαν το πρόσωπο, κοιτώντας αφηρημένα τάχα, πότε τη ρομφαία που σχημάτιζε ο καπνός με το φως καθώς αυτό έμπαινε από το στενό παράθυρο της εκκλησιάς και πότε αποφάσιζαν να υπναγωγούνται σε περιστάσεις χαρμόσυνες έξω από την κηδεία.  
Ο Αγαθοκλής φύλακας για πολλά χρόνια στο μοναστήρι και γερός πότης όπως και καλός τραγουδιστής. Εχω τη φωνή του κρατημένη σε ψηφιακό δίσκο πια. Ακούγεται σ’ ένα τραγούδι που νιώθεις πως έρχεται απ’ ευθείας από τον κάτω κόσμο. Τι Ορφέας και τι Ευριδίκη μου λέτε; Ποιά Δήμητρα και Περσεφόνη και τι Ελευσίνια μυστήρια…




Βάζω το δίσκο να παίξει. Ακούω τον Αγαθοκλή να ψάλει με τη βαθειά του φωνή. Το ξαναλέω δεν τραγουδά! Ψάλλει το επιτραπέζιο “νυφιάτικο”…

Μάνα μου καλή μου μάνα
Πότε μαλώσαμε και χωριστήκαμε;
Ακόμα απόψε αντάμα
Βρε κι αύριο ως το γιόμα
Φάτε το ψωμί μου, πιέτε το κρασί μου
Κι αν με μαλώσατε. τώρα χορτάσετε
(3)

Η θεία σου σε κρατά στην αγκαλιά της ανάλαφρα. Μη σπάσεις. λες κι είσαι κούκλα γυάλινη. Έτσι σε καθίζαμε τους τελευταίους μήνες. Σαν μεταξένιο άνθρωπο σαν κάτι από γυαλί, ανήμπορο σε όλα του με την ψυχή του παιδιού που ξαναπόκτησες και με την όψη του βρέφους που ξανακέρδισες. Και έτσι παιδί σε παραδώσαμε σε κείνον όταν δεν έπαιρνε άλλο από λόγια, φοβέρες κι επικλήσεις.
 Φτάνει όμως που τούτα τα Χριστούγεννα επανήλθες. Εν δόξη και τιμή και ξαναγεννημένος μέσα από τις ατελεύτητες και ακατανόητες γραμμές του αθέατου κυβερνοχώρου. Εκεί όπου απιθώνεται η ελπίδα και η απορία μας σαν ένα μεγάλο «πώς;»…




1.Τοποθεσίες/ links στο You tube:
http://www.youtube.com/watch?v=_8TXIPrh_b4
http://www.youtube.com/watch?v=NGDJvAMIjDo από τον Κώστα Μαραγκό/Καναδάς.
2.Αλέξανδρου Κοσματόπουλου Το άλγος της αφής. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1998.
3.Νυφιάτικο τραγούδι Μάνα μου καλή μου μάνα. Τραγουδά ο Αγαθοκλής Δαρλαγιάννης. Από τον ψηφιακό δίσκο «Άσπρο τριαντάφυλλο φορώ»- Τραγούδια από το Βογατσικό Καστοριάς, Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο- Ιδρυμα Μέλπως Μερλιέ, Ιούνιος 2006.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.