16/8/18

ΠΑΝΟΥ Θ. ΠΟΥΓΓΟΥΡΑ: Το φύτεμα και η βλάστηση ενός καρυδιού…




Ήταν πάνω και έξω από την περιφερική οδό Θεσσαλονίκης ένα μέρος με βράχια και πουρνάρια. Ίσως κάποιο μαντρί, ή καλύβι ν’ αποτελούσε και τη μοναδική δόμησή του κι αυτή θα έκανε ανυπόληπτο ακόμη περισσότερο τον χώρο σαν οικόπεδο. Όταν τρέχαμε με το αυτοκίνητο στην εθνική, πολύ πίσω και πέρα από τα κάστρα, τα βλέμματα μας δεν δανειζόταν παρά ελάχιστο ποσοστό για συμπλήρωση στην ύφανση χαλιού από πάνω και έξω. Θα μπορούσε να ονομασθεί «κρανίου τόπος», αλλά το νοτιότερο Γεντί Κουλέ αρνήθηκε την εκχώρηση του τίτλου.

Εδώ λοιπόν πάνω  ̶ για ν' αρχίσει κάποτε και η ιστορία μας ̶ ήρθαν τα αδέλφια Παπαγεωργίου από την Σιάτιστα, επιτυχημένοι γουνέμποροι με χρόνια σκληρής δουλειά και τότε άρχισαν όλα. Έβγαλαν, από την τσέπη τους κάποια καρύδια, άπλωσαν τα καρύδια και τα φύτεψαν στον βράχο (πού χώμα και πού νερό… κι όμως να που οι εκσκαφείς και οι μπουλντόζες βρήκαν). Άρχισαν να υψώνονται κολώνες, ν' απλώνονται δοκάρια και ένας σκελετός σαν από καρυδιάς ξύλο υψώθηκε, σχεδόν πέταξε σκιά πάνω στον δρόμο, έτσι ώστε οι διαβάτες άρχισαν να προσέχουν ό,τι υψωνόταν στην άχαρη πλαγιά.. Ένα τέτοιο χέρι που σπέρνει καρύδια τί το κάνεις; (Θα ψάξω στο λεξικό και θα επανέλθω...).

Εκείνη την εποχή δούλευα ακόμα στην Σίνδο στα Τ.Ε.Ι. και κάθε που έμπαινα στο εργαστήριό μου, δίπλωνα τα πόδια μου, μάζευα τα φτερά μου και σαν φροντίδα μου είχα να κλωσήσω στην φωλιά τους τούτα να λευκά αυγά, μέχρι να πετάξουν ράμφη έξω από τα κελύφη (αν θες γράφεις τσόφλια)  ̶ ακολουθούν ματάκια σαν καρφίτσες πάνω σε βρεγμένο κρανίο, τούτο το θαύμα γινόταν κάθε που άλλαζε ο χρόνος, έπειτα πάλι από την αρχή με όσα αυγά βρισκόταν στην δική μου φωλιά. Σε λίγα χρόνια γέμισε ο περίβολος νεοσσούς (Κάνε Θεέ μου, κάποιοι απ’ αυτούς κάτι να πήραν από μένα απ’ όσα είχα φυλαγμένα και θέλησα να τους δώσω από καρδιάς…). Ένας από αυτούς ο Χ.Π.  ̶πώς να το ξεχάσω; ̶ έπαιρνε την κόρη μου στους ώμους του και την ανέβαζε στη κορυφή του λόφου στους Νέους Επιβάτες, όπου μέναμε τα καλοκαίρια.

Άλλοι μπήκαν στην καρδιά μας με τρόπο και αποτέλεσμα αόρατο, άλλωστε δεν ενδιαφέρει τρίτους μια τόσο κρυφή …αγιορείτικη αγάπη. Αυτή την αγάπη την έζησα ο ίδιος πολλές φορές, όταν έτυχε να ευνοηθώ απ' αυτήν, καθώς έτυχε να συναντήσω στο Άγιον Όρος γέροντες. Γέροντες που έσκυβαν και μου φιλούσαν το χέρι, και όχι το αντίθετο που επιβάλλεται. Τα χρόνια περνούν και όπως τροχίζεται η ζωή μας, ασπρίζουν τα μαλλιά μας πολλοί από τους νεοσσούς εκείνους φοιτητές, με άσπρες μπλούζες, αργότερα γιατροί. Τί παθαίνω όταν συναντώ άσπρη μπλούζα; Την θεωρώ ισότιμη με το μοναχικό ράσο. Άρχισαν ειδικότητα, δούλεψαν, ολοκλήρωσαν και να που τώρα φτερουγίζουν γύρω από το σιντριβάνι της επιτυχίας.

Δεν ήταν που τα φτερά των παιδιών άνοιξαν· στο χώρο που φυτεύτηκαν τα καρύδια φύτρωσε ένα έξοχο Νοσοκομείο  ̶ των αδελφών Παπαγεωργίου  ̶ το οποίο παρά την αντίδραση των τοπικών αρχών, άρχισε κάποτε να λειτουργεί. Στοίχισα παράλληλα τις ζωές μας, όχι επειδή εκείνο είναι πλατάνι, και δροσίζει, μήτε γιατί με την πλούσια φυλλωσιά παρακινεί να φυτρώσουν και να βλαστήσουν τριγύρω στα βράχια δενδρύλλια και αυθαίρετα για την δυστυχία ανθρώπων, αλλά και διότι η δική μου ζωή είναι δομημένη από φθαρτό υλικό. Η αντοχή του πλησιάζει στο τέλος της. Το ξέρω πως σε τούτη την αναμέτρηση θα χάσω, εκείνο το Νοσοκομείο θα βρεθεί πολύ, μα πολύ πιο μακριά, από την δική μας ζωή, στην Δύση του, μόνο ν’ αντέχει πολλούς μα πολλούς γύρους ακόμη…

Να που βρέθηκα να τεντώνω το βλέμμα μου από το παράθυρο του πάνω σε στέγες άλλων Νοσοκομείων όπως εκείνου του «424» και κατοικιών νόμιμα δομημένων με πράσινο στις αυλές τους. Ακόμη και τα κυπαρίσσια μαύρα και αναλλοίωτα στο χρώμα και με λιακάδα και με καταιγίδα, όσες φορές δοκίμασε ο ήλιος να γλυκάνει την σκληρότητα μετριάζοντας το σκούρο πράσινο, βρήκε άρνηση, σαφώς μοναχικά δίχως εναγκαλισμούς με άλλα δέντρα, γίνονται στον άνεμο χορεύτριες, να δείχνουν όχι μόνον την πορεία, μα και την ένταση του ανέμου.

Είναι ένα τοπίο με σπάνια κεραμίδια και καμινάδες. Πρόκειται για νεόχτιστη απλωσιά του αστικού δικτύου της πόλης πάνω και έξω από την περιφερική λεωφόρο. Τριγύρω από το σημείο όπου φυτεύτηκαν τα πρώτα καρύδια από κάποια χορτασμένα χέρια, δεν ξέχασαν τις παλαιές συνήθειες των παππούδων τους για ευεργεσίες, στην βόρεια πλευρά φυτεμένα πεύκα ανάμεσα στους δρόμους όπου παρκάρουν οι γιατροί, οι νοσοκόμες και το υπόλοιπο υγειονομικό προσωπικό που ευνοήθηκε στην πρώτη πλαισίωση του ιδρύματος.

Από το παράθυρο φαίνονται οι καμινάδες του Νοσοκομείου πάνω, πολύ πάνω από την στέγη των χειρουργείων, εδώ μαστορεύονται τα σπασμένα οστά, ανοίγονται στο φως της ημέρας τα σπλάχνα αχνίζοντας, σαν να προσπαθούν ν’ ανασάνουν και το χνώτο τους αισθάνονται οι χειρουργοί. Αφαιρούνται οι φακοί των ματιών όσοι δεν άντεξαν άλλο στο φως μια ζωή και κουρτίνιασαν στα μάτια. Νέοι ψευδοφακοί μπαίνουν στην κενή φωλιά των θολωμένων. Εδώ χέρια αγγίζουν την ανθρώπινη καρδιά, αυτήν που επιτρεπόταν μέχρι μερικά χρόνια πριν μόνον ερωτικά βέλη να την αγγίζουν...

Αυτή την φορά βρέθηκα στο Νοσοκομείο σαν ασθενής. Αυτή την φορά μ’ εξέτασε ένας από εκείνα τα πουλιά που «κλωσούσα» τότε στην Σίνδο, ο Χ.Π. . Τον συνάντησε η καρδιά μου, μετά τα μάτια μου, ερχόταν κάθε πρωί μόλις έφθανε στο Νοσοκομείο: «Αυτός είναι ο δάσκαλος, αυτή η αγάπη του πρέπει!» θα σκεφτόταν. Ότι πρότεινα σαν άρνηση στην ιατρική φροντίδα, ανεξάρτητα με το τι γινόταν, ο Χ. Π. απαντούσε χαμογελαστά ναι, αποδεχόμενος την άρνηση με φυσικότητα. Είναι κάτι που δεν τους το είχα διδάξει τότε, αυτός έκανε σταυρό στον λαιμό του το «Κάτω τα χέρια από τα χρήματα των ασθενών! Δεν οφείλουν σε κανέναν γιατρό του νοσοκομείου!». Εκεί ο ασθενής βρίσκεται γιατί τον έφερε ο πόνος και όχι ο γιατρός, γιατί λοιπόν ο γιατρός να κρύβεται πίσω από τον πόνο; Στο Νοσοκομείο που φύτεψαν οι αδελφοί Παπαγεωργίου, υπάρχει το χέρι που δίνει αυτή την ευλογία, τώρα που τα καρύδια φύτρωσαν και βλάστησαν σαν δέντρα, πλέον δεν έχουν θέση τα χέρια που παίρνουν που ...«ληστεύουν». (Να ψάξω ξανά στα λεξικά, για το πως αλλιώς μπορεί να λέγεται η πράξη αυτή των χεριών;)

Περιμένω το εξιτήριο μου στο παράθυρο, ενώ τα αυτοκίνητα τρέχουν στην Περιφερειακή οδό. Προσπαθώ να προσδιορίσω από που έρχεται εκείνη η κατεβασιά των φώτων σαν καταρράκτης και κάνει την νύχτα σα να υποδέχεται τον γαλαξία επισκέπτη. Νύχτα και το μέλι της δεν φτάνει στα χείλη μας σαν ύπνος ανέμελος, ένα μέλημα για τα ενδεχόμενα «εκ του εργαστηρίου»· τί θα βγάλει από το καπέλο το ραβδί του ταχυδακτυλουργού... Είναι ώρες που η γαλήνη του πνεύματος σηκώνει κύματα για όλα τα αγαθά της ζωής παιδιά, περιουσίες, οικογένεια, άλλες αγάπες γίνονται βαρίδια. Καλύτερα να μην υπήρχαν, παρά να βλέπουν το στήριγμα τους λιποτάκτη. Μπορεί να μην είδα τον σπουδαστή μου στην εξέλιξη του, δεν γνωρίζω αν χειρίζεται το νυστέρι όπως ο Ντ' Αρτανιάν το ξίφος, ξέρω όμως πολύ καλά πως πορεύεται στην ζωή του σαν Άγιος…

Άφησα τις διαδρομές μας να τρέξουν σε παράλληλες τροχιές, σήμερα είδα πως και εδώ έχω χάσει στην αναμέτρηση με την δεύτερη καρυδιά. Δύο πίδακες στο σιντριβάνι αναμετρούνται για το ποιός θα πάει ψηλότερα το νερό και βέβαια πηδά ψηλότερα ένας «Διευθυντής κλινικής» από έναν … «Ομότιμο καθηγητή».

Περίμενα το εξιτήριο, κάποτε ήρθε, το άνοιξα ευλαβικά, τα μάτια μου πήγαν αμέσως εκεί, φόρεσα τα γυαλιά μου είδα την σφραγίδα διάβασα την υπογραφή, βεβαιώθηκα ότι έγραφε: ο Διευθυντής Χρήστος Παπαβασιλείου. Δάκρυσα κρυφά, ήταν το τέλος της δικής μου ζωής και είπα: «Καλέστε ασανσέρ!».

Αυτός λοιπόν είναι το δικό μου καρύδι, φύτρωσε, βλάστησε ψήλωσε και να τώρα Διευθυντής Χειρουγικής κλινικής. Του φίλησα το μάγουλο και έπειτα το χέρι σαν δείγμα αγάπης στην αγάπη. «Νυν απολύεις τον δούλο σου...» είπα και κατέβηκα με το ασανσέρ. Δύο καρδιές-καρυδιές έμειναν πίσω.

Θεσσαλονίκη , 8 Δεκεμβρίου 2017

Φωτογραφία: Έργο του Χρήστου Μποκόρου


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 15 Μαρτίου 2018, αρ. φύλλου 927




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.