19/8/18

ΚΕΡΗΣ Π. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ: Οι αντίθετες κατά το διεθνές δίκαιο παράνομες πράξεις της σύλληψης-κράτησης, φυλάκισης και υπαγωγής στην τουρκική δικαιοδοσία των ελλήνων στρατιωτικών



Η σύλληψη-κράτηση και φυλάκιση των ελλήνων στρατιωτικών εν καιρώ ειρήνης από τουρκικά κρατικά όργανα για να δικαστούν με άγνωστο μέχρι σήμερα κατηγορητήριο από τα τουρκικά δικαστήρια είναι αξιόποινες πράξεις των οργάνων του τουρκικού κράτους, που παραβιάζουν το ισχύον διεθνές δίκαιο και τις σχετικές διεθνείς υποχρεώσεις του τουρκικού κράτους.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας «οι δύο στρατιωτικοί ευρίσκονται σε κατάσταση ομηρίας» και προσέθεσε ότι «έχουμε δύο ομήρους».

Είναι χρήσιμο να αναφερθούμε στην έννοια της κατάστασης ομηρίας, στα μέσα και στους τρόπους τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της σύλληψης-ομηρίας κατά το διεθνές δίκαιο για να κατανοηθεί το διεθνές αδίκημα της κατάστασης ομηρίας των ελλήνων στρατιωτικών, όπως καθορίζεται από τους σχετικούς διεθνείς κανόνες.

Καταρχήν, το διεθνές δίκαιο δέχεται ότι όλες οι πράξεις της ομηρίας – κράτησης αποτελούν εκδηλώσεις της τρομοκρατίας. Η κράτηση ομήρων συνιστά διεθνές αδίκημα μεγάλης διεθνούς σημασίας, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις κατά της τρομοκρατίας, όπως η διεθνής Σύμβαση κατά της σύλληψης-κράτησης ομήρων του 19 79, η Σύμβαση περί προλήψεως και τιμωρίας των εγκλημάτων των στρεφομένων κατά των διεθνώς προστατευομένων προσώπων του 1973 και οι σχετικές Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως οι 579/1985 και 1566/2004 του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Επίσης το ελληνικό ποινικό δίκαιο στις διατάξεις του άρθρου 322 ΠΚ όπως συμπληρώθηκε από το άρθρο 10 του Ν.410/1976 αναφέρεται στη κατάσταση ομηρίας, τα μέσα και τους τρόπους τέλεσης αυτού του αδικήματος.

Είναι γνωστό ότι η ανωτέρω διεθνής σύμβαση κατά της σύλληψης-κράτησης ομήρων αποτελεί την άμεση απάντηση του ΟΗΕ στον αυξανόμενο αριθμό περιπτώσεων, που αφορούν την απαγωγή ή άλλη επίθεση και την κράτηση ως ομήρων κυρίως διπλωματών και άλλων αξιωματούχων από οποιαδήποτε άτομα ή ομάδα ατόμων.

Οι διατάξεις του άρθρου 1 της παραπάνω διεθνούς Σύμβασης κατά της σύλληψης – κράτησης ομήρων του 1979, καθορίζουν και την έννοια της εγκληματικής πράξης της ομηρίας-κράτησης (hostage-taking) για τους σκοπούς αυτής της διεθνούς σύμβασης. Δηλαδή κατά την έννοια αυτής της διεθνούς σύμβασης, κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνει (seizes) ή κρατεί (or detains) και απειλεί να σκοτώσει ή να βλάψει ή συνεχίζει να κρατεί έναν όμηρο με σκοπό να προκαλέσει εξαναγκασμό σε ένα κράτος ή σε ένα διεθνή οργανισμό να πράξει ή να απέχει από κάποια πράξη, ως άμεση ή έμμεση προϋπόθεση για την άρση της ομηρίας (release of hostage) διαπράττει το αδίκημα της σύλληψης-κράτησης ομήρων (taking hostage)

Κατά τις ανωτέρω διεθνείς διατάξεις και τις εθνικές διατάξεις, το αδίκημα της ομηρίας περιλαμβάνει στο εννοιολογικό του περιεχόμενο ως μέσο τέλεσης, την άσκηση βίας ή απειλής βίας, τον σκοπό του εξαναγκασμού του κράτους να πράξει ή να απέχει από κάποια πράξη και το αδίκημα της αρπαγής ή απαγωγής ως τρόπους τέλεσης. Το δε αδίκημα της αρπαγής τελείται με τρόπους σωρευτικά ή διαζευκτικά εφαρμοζόμενους, δηλαδή είτε με παράνομη σύλληψη και με παράνομη κράτηση από το δράστη είτε με παράνομη κατακράτηση και γενικά με επιθετική ενέργεια.

Επίσης οι παραπάνω εγκληματικές πράξεις της ομηρίας – κράτησης περιλαμβάνουν στον εννοιολογικό τους προσδιορισμό την πρόθεση πρόκληση φόβου ή τρόμου σε άτομα ή σε πληθυσμό για την επιβολή των απαιτήσεων του ή την επίτευξη των σκοπών του δράστη ή ομάδος δραστών βάσει στρατηγικού σχεδιασμού, που έχει ως συνέπειες τη στέρηση της ατομικής ελευθερίας και ασφάλειας των θυμάτων, τη μετατροπή των ομήρων σε πράγμα, δηλαδή σε μέσον εξαναγκασμού ή αντικείμενο συναλλαγής(αντάλλαγμα), μέσον προσβολής της διεθνούς ασφάλειας και της ειρήνης καθώς και των φιλικών σχέσεων των κρατών. Οι όμηροι από φορείς ανθρώπινης αξίας μεταβάλλονται σε πράγματα, δηλαδή προσβάλλεται κατάφωρα η αξία του ανθρώπου.

Συνεπώς οι Έλληνες αξιωματικοί, κατά τον ανωτέρω εννοιολογικό προσδιορισμό του αδικήματος της ομηρίας, δηλαδή την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση κατά τις ανωτέρω διεθνείς και εθνικές διατάξεις, υπέστησαν βία ή απειλή βίας, για να μην έχουν ικανότητα αντίστασης, συνελήφθησαν ή απήχθησαν ή παράνομα κατακρατήθηκαν σε κατάσταση ομηρίας, όπως δήλωσε ο Έλληνας υπουργός εθνικής άμυνας. Το δε ερώτημα παραμένει αναπάντητο, όσον αφορά τις ακριβείς και αληθείς περιστάσεις της παράνομης σύλληψης-κατακράτησης των Ελλήνων αξιωματικών, δηλαδή εάν συντελέστηκε το αδίκημα της αρπαγής ή της απαγωγής σε ελληνικό έδαφος.

Επίσης, δικαιούμεθα να γνωρίζουμε τον επιδιωκόμενο σκοπό εξαναγκασμού του ελληνικού κράτους από τα όργανα του τουρκικού κράτους, που παράνομα συνέλαβαν και παράνομα κρατούν τους έλληνες στρατιωτικούς. Δηλαδή εάν αυτά έχουν ως σκοπό να προκαλέσουν τον εξαναγκασμό του Ελληνικού κράτους να προβεί σε κάποια πράξη, όπως η ανταλλαγή της ελευθερίας των ελλήνων αξιωματικών με την αποστολή στη Τουρκία των τούρκων αξιωματικών, ή να απέχει από κάποια πράξη, για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωση του, ως άμεση ή έμμεση προϋπόθεση για την άρση της ομηρίας-κράτησης των ελλήνων στρατιωτικών, σύμφωνα με την έννοια της ομηρίας, κατά τις παραπάνω διατάξεις της διεθνούς Σύμβασης του 1979.




Περαιτέρω χρειάζεται να ερευνηθεί μήπως ο σκοπός της τέλεσης των τρομοκρατικών πράξεων της ομηρίας-κράτησης των ελλήνων στρατιωτικών είναι η προσβολή της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας, εφαρμόζοντας το δόγμα των γκρίζων ζωνών ή η προσβολή του έννομου αγαθού της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας του ελληνικού κράτους και του ελληνικού λαού με την αυθαίρετη προώθηση παράνομων μεταναστών στην ελληνική επικράτεια.

Είναι δε γνωστή η ανάλυση του Nate Shenkan σε άρθρο του στο foreign Policy, που δημοσιεύθηκε την ημέρα, που «συνελήφθηκαν» οι έλληνες αξιωματικοί από τα τουρκικά κρατικά όργανα, ότι «η κράτηση ομήρων είναι η νέα εξωτερική πολιτική της Τουρκίας» και αναφέρει πρόσφατα περιστατικά αρπαγής ομήρων από τη Τουρκία τονίζοντας ότι «οι σχέσεις ομηρίας είναι τόσο διαδομένες στις σχέσεις Τουρκίας με τους Δυτικούς. Η κατάσταση είναι απαράδεκτη μεταξύ συμμάχων και η Τουρκία θα μετατρέψει τη ελευθερία των πολιτών της Δύσης σε διαπραγματευτικό χαρτί και υπάρχει αμερικανική νομοθεσία, που θα επιβάλει κυρώσεις σε Τούρκους αξιωματικούς για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αμερικανούς πολίτες οπουδήποτε στη γή, που κρατούν παράνομα και παρατεταμένα, με την επιβολή κυρώσεων κατά τον νόμο Global Magnitsky».

Εάν δε λάβουμε υπόψη τους ισχυρισμούς της Τουρκίας, ότι οι έλληνες στρατιωτικοί παραβίασαν τουρκική εδαφική κυριαρχία ή παραβίασαν οριογραμμή, δεν είναι νόμιμες πράξεις κατά το διεθνές δίκαιο η σύλληψη – κράτηση – φυλάκιση τους.

Ειδικότερα, πρώτον χρειάζεται να καθορίσουμε ποιά είναι η πράξη των ελλήνων αξιωματικών και ποιές οι περιστάσεις τέλεσης αυτής της υποτιθέμενης πράξης τους.

Αυτοί οι Έλληνες έχουν την ιδιότητα του στρατιωτικού, σύμφωνα με Ν.2287/1995, εκτελούσαν φανερά εντολές των προϊσταμένων τους για τη φύλαξη της εδαφικής κυριαρχίας και της ασφάλειας της χώρας τους, δηλαδή εκτελούσαν το καθήκον τους, έφεραν διακριτικά σήματα – γνωρίσματα εξ αποστάσεως ορατά, δηλαδή εθνική στρατιωτική στολή και εθνόσημο καθώς και οπλοφορούσαν φανερά.

Εάν δεχθούμε ότι αυτοί οι έλληνες στρατιωτικοί παραβίασαν τα σύνορα του τουρκικού εδάφους οι Τούρκοι είχαν υποχρέωση, κατά το διεθνές δίκαιο, εφόσον είδαν ότι έφεραν διακριτικά σήματα – γνωρίσματα εξ αποστάσεως ορατά, να τους γνωστοποιήσουν με αναμφίβολο τρόπο ότι έχουν παραβιάσει τα όρια της εδαφικής κυριαρχίας της Τουρκίας και να τους ζητήσουν να αποχωρήσουν και σε περίπτωση αρνήσεως να τους οδηγήσουν με συνοδεία έξω από το τουρκικό έδαφος.

Είναι γνωστό ότι αυτή η πρακτική της γνωστοποίησης και της απαίτησης αποχώρησης εφαρμόζεται συνεχώς από τους Έλληνες αεροπόρους όταν οι Τούρκοι παραβιάζουν τον Ελληνικό εναέριο χώρο. Γι αυτό κυβερνητικά όργανα υποστήριξαν ότι εφαρμοζόταν η πρακτική άμεσης επιστροφής των τούρκων ή ελλήνων στρατιωτικών σε περίπτωση παραβίασης της οριογραμμής, κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους.

Έτσι δεν είναι νομικά βάσιμο να υποστηριχθεί ότι οι έλληνες στρατιωτικοί εν καιρώ ειρήνης, κατά την εκτέλεση του καθήκοντος, τέλεσαν την πράξη της παρανόμου εισόδου σε αλλοδαπό – τουρκικό έδαφος, η οποία, κατά το ισχύον διεθνές και εθνικό δίκαιο, νοείται μόνο για τους ιδιώτες, διότι αυτοί εισέρχονται παράνομα σε αλλοδαπό έδαφος όταν δεν έχουν τα απαιτούμενα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα. Είναι δε σαφές, κατά το διεθνές δίκαιο, ότι ο στρατιωτικός, κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, προβαίνει σε πράξεις κυριαρχικές, είτε εν καιρώ ειρήνης είτε εν καιρώ πολέμου, όπως της προσβολής της κυριαρχίας (εξουσίας) αλλοδαπού κράτους και της εισβολής και κατοχής ξένου εδάφους αντίστοιχα.

Έτσι υφίσταται το ερώτημα εάν οι Τούρκοι άσκησαν τις παραπάνω απαιτούμενες κατά το διεθνές δίκαιο ενέργειες της σαφούς γνωστοποίησης και της απαίτησης αποχώρησης από το τουρκικό έδαφος και εάν οι έλληνες αξιωματικοί αρνήθηκαν ν αποχωρήσουν.

Η απάντηση σ αυτό το ερώτημα θα προέκυπτε αναμφίβολα εάν το ελληνικό κράτος μέλος του ΟΗΕ και του ΟΑΣΕ είχε διατυπώσει σχετικό αίτημα παρουσίας εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ ή του ΟΑ ΣΕ στον τόπο όπου συνέβη το περιστατικό για να ερευνηθούν οι πραγματικές περιστάσεις σύλληψης και της τυχόν παραβίασης της τουρκικής εδαφικής κυριαρχίας από τους έλληνες στρατιωτικούς.

Δεύτερον, χρειάζεται να καθορισθεί το νομικό καθεστώς αυτών των ελλήνων στρατιωτικών, που δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν κατάσκοποι ούτε αιχμάλωτοι, διότι (α) δεν θεωρούνται κατάσκοποι οι στρατιωτικοί, που φανερά, δηλαδή με εθνική στολή και εμφανή στρατιωτικό εξοπλισμό εν καιρώ ειρήνης εκτελούν εντολές των προϊσταμένων τους για τη προστασία της κυριαρχίας της χώρας τους κατά τις διατάξεις άρθρου 29 της Σύμβασης περί των νόμων και των εθίμων του κατά ξηρά πολέμου και (β) δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν αιχμάλωτοι, διότι απαιτείται να ανήκουν ως μάχιμοι στο στράτευμα ενός εμπόλεμου μέρους, δηλαδή να υφίσταται πόλεμος μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας για να συλληφθούν και να υπαχθούν στην εξουσία της κυβέρνησης του εχθρού και να φυλακισθούν εάν για λόγους ασφαλείας κριθεί αναγκαίο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4, 5 της Σύμβασης Χάγης 1907 και του άρθρου 21 της Σύμβασης ΙΙΙ της Γενεύης.

Συνεπώς από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κατάσκοποι ούτε αιχμάλωτοι, κατά πρόδηλη παράβαση του διεθνούς δικαίου συνελήφθηκαν, φυλακίσθηκαν και τους αφηρέθηκαν τα κινητά τους τηλέφωνα, τα οποία είναι προσωπικά τους αντικείμενα, αντικείμενα ατομικής ιδιοκτησίας και παραμένουν στην ιδιοκτησία τους ακόμη και εάν ήσαν αιχμάλωτοι σε πολεμική περίοδο.

Επίσης, είναι πρόδηλο ότι όποια άλλα πράγματα στρατιωτικού χαρακτήρα ή οπλισμό έφεραν οι έλληνες αξιωματικοί, αφαιρέθηκαν με βία και δεν τα παρέδωσαν, εφόσον η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ομηρίας περιλαμβάνει ως μέσον την άσκηση βίας και ως τρόπο τέλεσης την αρπαγή ή την απαγωγή, κατά τις διατάξεις του 322 ΠΚ και τις διεθνείς διατάξεις. Αυτά τα τουρκικά κρατικά όργανα είχαν διεθνή υποχρέωση, μετά τη παράνομη σύλληψη, να τα είχαν παραδώσει στο Ελληνικό κράτος. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα κάλεσε την Τουρκία και παρέδωσε στην Τουρκία τον οπλισμό και το ελικόπτερο των τούρκων αξιωματικών, που ζήτησαν άσυλο.

Επίσης η εξευτελιστική μεταχείριση των παρανόμως συλληφθέντων και κρατουμένων Ελλήνων αξιωματικών, όπως προκύπτει από τις εικόνες μεταφοράς τους με χειροπέδες στα χέρια και ως “ανθρώπινοι σάκοι”στα τουρκικά δικαστήρια, χωρίς να υπάρχει κατηγορητήριο, συνιστά κατάφωρη προσβολή της ανθρώπινης αξίας και της αξιοπρέπειας τους, σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ΟΔΔΑ, ΕΣΔΑ), την οποία το τουρκικό κράτος έχει διεθνή ευθύνη να μην επιτρέπει. Παράλληλα αυτή η μεταχείριση συνιστά προσβολή της αξιοπρέπειας του ελληνικού λαού, διότι αυτοί οι στρατιωτικοί υπέστησαν προσβλητική μεταχείριση καθώς έφεραν εθνική στρατιωτική στολή και εθνόσημο.

Τέλος, οι έλληνες αξιωματικοί απολαμβάνουν ετεροδικίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τους κανόνες και τη νομολογία του διεθνούς Δικαστηρίου Χάγης και τον ελληνικό στρατιωτικό ποινικό Νόμο 2287/ 1995, διότι είναι στρατιωτικοί-κρατικά όργανα και οι πράξεις των ελλήνων στρατιωτικών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, είναι πράξεις κυριαρχικές και υπόκεινται στη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα των ελληνικών Δικαστηρίων ανεξάρτητα εάν τελούνται σε αλλοδαπή επικράτεια. Οι στρατιωτικοί δικάζονται από τα δικαστήρια αλλοδαπού κράτους μόνον εάν ετέλεσαν πράξεις γενοκτονίας ή παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Συνεπώς, το νομικό καθεστώς των Ελλήνων στρατιωτικών είναι πρόδηλο και δεν μπορεί να κατασκευασθεί, ούτε η πράξη εκτέλεσης καθήκοντος μπορεί να αγνοηθεί ούτως ώστε να υπαχθούν κατά παραβίαση της αρχής της ετεροδικίας στη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του τουρκικού δικαστηρίου. Έτσι το τουρκικό κράτος αναγκάστηκε να υποστηρίξει τη δικαιολογία της αναβολής της δίκης των ελλήνων αξιωματικών.

Η Τουρκία, ως κράτος μέλος των Ηνωμένων Εθνών αναλαμβάνει την διεθνή ευθύνη των παραπάνω αξιόποινων πράξεων των κρατικών οργάνων της για την παράνομη σύλληψη –κράτηση – φυλάκιση των ελλήνων στρατιωτικών εν καιρώ ειρήνης, έναντι των αρμοδίων οργάνων της διεθνούς κοινότητας, διότι δεν εκπλήρωσε τις διεθνείς υποχρεώσεις της για αποτελεσματική εφαρμογή των διεθνών κανόνων και αρχών.

Η Τουρκία παραβιάζει τη διεθνή και διμερή υποχρέωση της για συνεργασία με την Ελλάδα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, για την άσκηση της δικαιοδοσίας της για ποινική δίωξη και τιμωρία των τουρκικών κρατικών οργάνων για όλες τις τρομοκρατικές πράξεις, που αφορούν τη σύλληψη –κράτηση– των ελλήνων ομήρων αξιωματικών, καθώς και για την παροχή υψίστης βοήθειας για την απελευθέρωση τους όπως προβλέπουν οι διατάξεις του προοιμίου και του άρθρου 11 της διεθνούς Σύμβασης κατά της σύλληψης-κράτησης ομήρων του 1979, που έχει κυρώσει η Τουρκία και η Ελλάδα, για εφαρμογή μέτρων μείωσης της διεθνούς τρομοκρατίας κατά το Ψήφισμα της ΓΣ/ΟΗΕ - (1994) και σχετικές Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας καθώς και σύμφωνα με τη Διμερή Συμφωνία Ελλάδας-Τουρκίας περί συνεργασίας του υπουργείου Δημοσίας Τάξης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας Τουρκίας για τη καταπολέμηση του εγκλήματος ιδιαίτερα τρομοκρατίας, που κυρώθηκε με τον Ν.2926/2001.

Επιπρόσθετα, η Τουρκία με την ομηρία των Ελλήνων στρατιωτικών, παραβιάζει τους κανόνες και τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τις διεθνείς διατάξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και γενικά του ανθρωπιστικού δικαίου, της Τελικής Πράξης Ελσίνκι του 1975 για την μη άσκηση βίας και διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και της ασφάλειας, την προώθηση των φιλικών σχέσεων μεταξύ των κρατών και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κρατών για την ειρηνική συνύπαρξη τους.

Ο έλληνας πρωθυπουργός, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, προσέφυγε με σχετικό έγγραφο ή προφορικά «στον γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και τον ενημέρωσε για την παραβατική συμπεριφορά της Τουρκίας για τη “σύλληψη” των δύο στρατιωτικών και ζήτησε να μεταφερθεί μήνυμα στη Τουρκία για την ανάγκη ταχείας και θετικής έκβασης στην υπόθεση». Είναι γνωστό ότι ο γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ δεν διαθέτει την εξουσία να επιβάλλεται στις κυβερνήσεις για τις εκδηλώσεις της τρομοκρατίας, όπως είναι η ομηρία. Όμως το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κυρίως με την Απόφαση του 1373(2001), στο πλαίσιο του κεφαλαίου VΙΙ του ΧΗΕ, είναι το αρμόδιο όργανο για την αντιτρομοκρατική δράση του Οργανισμού ΗΕ και για την επίβλεψη των κρατών για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Το ελληνικό κράτος έχει διεθνή ευθύνη να αναφέρει εγγράφως

α) στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, τις τρομοκρατικές ενέργειες της ομηρίας των ελλήνων αξιωματικών, που συνιστούν σοβαρή παραβίαση των αρχών και των σκοπών του Χάρτη των ΗΕ, και να ζητήσει να αποφασίσει ότι η παρατεινόμενη άρνηση της Τουρκίας να ελευθερώσει τους ομήρους έλληνες αξιωματικούς, θέτει σε κίνδυνο την διεθνή ειρήνη και την ασφάλεια και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των ελλήνων στρατιωτικών.

β) στα αρμόδια όργανα του ΟΑΣΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης και να ζητήσει να ερευνηθούν με τη παρουσία τους οι περιστάσεις παράνομης σύλληψης και μην παραταθεί περισσότερο η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ελευθερίας και της ασφάλειας, καθώς και η προσβολή της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας από την παρατεινόμενη κατάσταση ομηρίας των Ελλήνων στρατιωτικών.

Επιπρόσθετα, η ελληνική κυβέρνηση έχει δικαίωμα να επιβάλλει κυρώσεις οικονομικού χαρακτήρα στο τουρκικό κράτος, όπως η απαγόρευση διέλευσης τουρκικών φορτηγών από το ελληνικό έδαφος για την Ευρώπη.

Τέλος, σε κάθε περίπτωση, οι γονείς έχουν νόμιμη και ηθική υποχρέωση να προστατεύσουν άμεσα τα ανθρώπινα δικαιώματα των παιδιών τους, που παραβιάζονται από τη παράνομη σύλληψη – κράτηση – φυλάκιση τους, δηλαδή από τη κατάσταση ομηρίας τους, με προσφυγή σε αρμόδια εθνικά και σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 22 Μαρτίου 2018, αρ. φύλλου 928

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.