19.8.19

ΟΔΟΣ: Άστεγη


ODOS | newspaper of Kastoria
ΟΔΟΣ 9.5.2019 | 985

Η συζήτηση την οποία προκάλεσε ήδη λίγο πριν το Πάσχα η δημοτική αρχή, αναφορικά με την οριστική κατάληψη και χρήση του αρχοντικού Βέργουλα, δηλαδή της Δημοτικής Πινακοθήκης (όπως έμεινε εν πολλοίς στα χαρτιά) για την δημιουργία «Κέντρου ιστορικής και σύγχρονης φωτογραφίας» σύμφωνα με τον τίτλο, αλλά στην πράξη την μόνιμη πλέον στέγαση συγκεκριμένα και αποκλειστικά φωτογραφιών από την Συλλογή Παπάζογλου, που παραχώρησε η κληρονόμος οικογένεια του αείμνηστου Γεωργίου Γκολομπία, είναι μια φυσική εξέλιξη.

Η παρέμβαση της γνωστής ζωγράφου της Καστοριάς κ. Μερόπης Σωτηροπούλου, που δημοσιεύθηκε στο φύλλο υπ. αριθμ. 983 της Μεγάλης Πέμπτης ["εδώ"] είναι χαρακτηριστική, αφού σ’ αυτή έγινε μια αρκετά αναλυτική ιστορική και ουσιαστική παρουσίαση του ζητήματος, από την γένεσή του έως τις προεκτάσεις από την απρόσμενη εξέλιξη.

Μάλιστα όλα αυτά, δηλαδή η μετατροπή του αρχοντικού Βέργουλα σε κάτι μόνιμο αυτού του είδους, παρά την εκπνοή της πολιτικής νομιμοποίησής της, εν όψει της λήξης της θητείας της δημοτικής αρχής, στις παραμονές των αυτοδιοικητικών εκλογών το επόμενο 10ήμερο, και ενώ δεν διεκδικείται επανεκλογή της δημοτικής αρχής ώστε να μπορεί να ευσταθήσει λόγος για συνέχεια, έχοντας ήδη τα μέλη της διασπαρεί στους τέσσερις προεκλογικούς ορίζοντες, κάνουν τις εξελίξεις να φαντάζουν αυθαίρετες. Και τις στρατηγικές… προσωπικές.

Δεν είναι βέβαια οι φωτογραφίες το (μοναδικό) πρόβλημα, αλλά το ζήτημα προκαλείται από την εξουδετέρωση δυνατότητας εκθεσιακής χρήσης του κτηρίου και πιο συγκεκριμένα, του μοναδικού κατάλληλου ορόφου για εκθέσεις που είναι στο πιο υψηλό επίπεδο του αρχοντικού*. Αν επιβληθεί οριστικά η αινιγματική αυτή ιδέα, ο Δήμος Καστοριάς στο εξής δεν θα διαθέτει στην πόλη ούτε (έστω στα χαρτιά) Δημοτική Πινακοθήκη αλλά ούτε μια σάλα, προορισμένη για πραγματοποίηση εκδηλώσεων και παρουσιάσεων ανάλογου χαρακτήρα.

Υπενθυμίζεται ότι το κτήριο δωρήθηκε από την οικογένεια Βέργου και στην συνέχεια χρηματοδοτήθηκε από ευρωπαϊκά προγράμματα, για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως υποδομή Δημοτικής Πινακοθήκης. Βεβαίως όπως συχνά συνέβαινε, αυτό έμεινε κυρίως στα χαρτιά, καθώς το αρχοντικό διατέθηκε σε κάτι απίθανο επί δημαρχίας Παπουλίδη και στην ουσία παρακμιακό και πολιτιστικά καταπιεστικό, όπως ήταν η περίφημη και σπάταλη σχολή Οργανοποιίας που δεν συνέβαλε θετικά στην φήμη του χώρου. Όμως από τότε κύλησε αρκετός χρόνος και εν τέλει η χρήση του κατάλληλου επιπέδου ακόμη και σε εκδηλώσεις τέχνης και λόγου, αποδείχθηκε παρηγορητική.



Πώς είναι δυνατόν άραγε, το κτήριο που διατέθηκε και ανακαινίσθηκε να αποτελεί Δημοτική Πινακοθήκη ή έστω στη πράξη εκθεσιακό χώρο δημιουργών, να μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που ανακαινίστηκε και χρηματοδοτήθηκε. Πόσο μάλλον που η πόλη δεν διαθέτει ούτε ένα απλό δωμάτιο, μια «κάμαρη» τέλος πάντων για την στέγαση εκθέσεων ζωγραφικής, σε επίπεδο προσωρινών εκθέσεων.

** *

Ανεξάρτητα λοιπόν από την προφανή νομιμότητα της μετατροπής του χώρου σε μόνιμη φωτογραφική έκθεση, το δίλημμα που εκ των πραγμάτων τέθηκε σχετίζεται τόσο με την σκοπιμότητα όσο και με την ηθικότητα.

«Νομιμοποιείται» η δημοτική αρχή, παραμονές των εκλογών να δεσμεύει τις επόμενες αρχές και γενιές; Μάλλον αμφίβολο. Πολύ περισσότερο που ούτε κάποιος δημιουργικός οίστρος της ήσυχης  -αν όχι απλά χαμένης- πενταετίας δεν μπορεί να εξηγήσει την σπουδή του αρμοδίου αντιδημάρχου κ. Λεωνίδα Παπαδημητρίου. Όχι ότι ο ίδιος δεν προσέφερε αξιοπρόσεκτο έργο στην διάρκεια της θητείας του. Αλλά προφανώς, επί του προκειμένου δεν διαθέτει τον χρόνο αλλά ούτε και την πολιτική νομιμοποίηση ως αντιδήμαρχος της σημερινής δημοτικής αρχής, να προβεί σε κάτι τόσο καθοριστικό.

Έτσι στο πλαίσιο αυτών των αντιρρήσεων, η κ. Μερόπη Σωτηροπούλου-Μάγγελ, με παρέμβασή της στο φύλλο της ΟΔΟΥ, έθεσε -όπως αναφέρεται στην αρχή- τα προβλήματα και τα ερωτήματα που προκαλούνται. Πολύ απλά και πολύ καίρια. Πόσο μάλλον που σε αντίθεση με την μονιμότητα μιας φωτογραφικής έκθεσης που δεν παγώνει μόνο αλλά και αιχμαλωτίζει την στιγμή και τον χρόνο, συνεπώς και τον αγκυλώνει, άλλες τέχνες, μεταξύ των οποίων η ζωγραφική αντίθετα έχει την δυναμική, ανανεωτική ορμή να καλλιεργεί αποτελώντας αδιαμφισβήτητα κλασσική τέχνη.

Πώς είναι δυνατόν άραγε, το κτήριο που διατέθηκε και ανακαινίσθηκε να αποτελεί Δημοτική Πινακοθήκη ή έστω στη πράξη εκθεσιακό χώρο δημιουργών, να μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που ανακαινίστηκε και χρηματοδοτήθηκε. Πόσο μάλλον που η πόλη δεν διαθέτει ούτε ένα απλό δωμάτιο, μια «κάμαρη» τέλος πάντων για την στέγαση εκθέσεων ζωγραφικής, σε επίπεδο προσωρινών εκθέσεων. Από Καστοριανούς ή όχι δημιουργούς.

Εντάξει. Ενδέχεται ο περισσότερος κόσμος να μην έχει την καλύτερη ευκαιρία να εκφράσει τα παράπονα ή τις παρατηρήσεις του, κυρίως λόγω της διαφορετικής στάθμισης των αναγκών της κοινωνίας και της μεταβατικότητας της περιόδου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ενέργειες των αιρετών επιτρέπεται να επιβάλλονται άκριτα και να γίνονται δεκτές πειθήνια, με διαδικασίες που θυμίζουν μεθόδους σκούπας του κοινοβουλίου.

Αν μάλιστα συμβεί αυτό, το βέβαιο είναι ότι οι δημότες της Καστοριάς θα δουν και πάλι να πραγματοποιούνται εκθέσεις ζωγραφικής στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Καστοριάς όπως στο παρελθόν, που φιλοξενούν λόγω έλλειψης στέγης και άλλες εκδηλώσεις, όπως παρουσίαση βιβλίων κλπ.




Αν μάλιστα συμβεί αυτό, το βέβαιο είναι ότι οι δημότες της Καστοριάς θα δουν και πάλι να πραγματοποιούνται εκθέσεις ζωγραφικής, στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς όπως στο παρελθόν, που φιλοξενούν, λόγω έλλειψης στέγης και άλλες εκδηλώσεις, όπως παρουσίαση βιβλίων κλπ. 

* * *


Η προσφορά των κληρονόμων του αείμνηστου Γεωργίου Γκολομπία είναι μεν μια καθόλα επαινετή ενέργεια, πλην όμως δεν μπορεί να δεσμεύεται ο Δήμος Καστοριάς αποδεχόμενος την δωρεά με μια απόφαση που μοιάζει σε αντάλλαγμα, δηλαδή την κατάληψη του αρχοντικού Βέργουλα.

Πολύ περισσότερο που η μόνιμη φωτογραφική έκθεση από το έργο των αδελφών Παπάζογλου, εάν θα ταυτίζεται με τις επιλεγμένες 100 περίπου από τις 2.500 φωτογραφίες της συλλογής, δημιουργεί ζητήματα που δεν περιορίζονται στην καλλιτεχνική αξία της συλλογής.

Το γεγονός ότι αυτές ο φωτογραφίες, που έχουν σχετική ιστορική σημασία και αναγωγή σε πολιτικά συμπεράσματα, που συνδέονται με εθνικά ζητήματα σε κρίσιμες χρονικές περιόδους που αφορούν την Μακεδονία και την Καστοριά, είναι μια άλλη πτυχή του ίδιου θέματος.

Δεδομένου ότι οι φωτογραφίες που επιλέχθηκαν και εκτίθενται στην έκθεση, δεν λήφθηκαν ούτε για να μείνουν ως καλλιτεχνική έκφραση που ενυπήρχε ασυνείδητα στο κλικ του καστοριανού φωτογράφου, αλλά ούτε και με την πεποίθηση της ιστορικής καταγραφής, αφού αποτύπωναν απλές στιγμές στην στιγμιαία διάσταση και όχι απαραίτητα στην αντιπροσωπευτική πραγματικότητα της εποχής τους, αυτή η αλήθεια είναι παράγοντας που δεν πρέπει να υποτιμάται. Αλλά να συνεκτιμάται.

Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν μηχανισμοί που δεν βλέπουν απλά την καλλιτεχνική και μεμονωμένη αξία των φωτογραφικών στιγμιoτύπων, παρά εκμεταλλεύονται το "κλικ" για να εντάξουν το φωτογραφικό υλικό της έκθεσης σε παιγνίδια προπαγάνδας. Η τραχύτητα ορισμένων φωτογραφιών και η αίσθηση του ξενιστή της φωτογραφημένης κοινωνίας σε απόσπασμα, έχει ήδη προκαλέσει ακόμη και πικρόχολα σχόλια που άπτονται εθνικών ζητημάτων και θίγουν την αληθινή ιστορία του τόπου.

Δεν είναι μόνο η εμμονή για παρουσίαση φωτογραφημένων νεκρών, αλλά και η βαλκανικότητα του περιβάλλοντος, που ενώ ενδέχεται αυτό να ήταν εξαιρετικό και όχι ο κανόνας και για τον λόγο αυτό να παρακίνησε τον καστοριανό φωτογράφο Λεωνίδα Παπάζογλου, εύκολα σήμερα μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι παραμόρφωσε την κυρίαρχη και επικρατούσα εθνική και κοινωνική κατάσταση της εποχής εκείνης. Επιπλέον οι απορίες για το ποιος επέλεξε και γιατί δεν γνωρίζουμε τόσα χρόνια μετά, το σύνολο των 2.500 φωτογραφιών -που μπορεί να αποτελούν μεταξύ τους ένα παζλ- είναι ένα ακόμη θέμα.

Αρκετοί λοιπόν είναι οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την διακοπή κάθε πρωτοβουλίας να «κατεδαφιστεί» η Δημοτική Πινακοθήκη, να εξωστεί και να μείνει άστεγη για ένα όχι ανεπίδεκτο κριτικής και προβληματισμών σκοπό.


(*) Θα επιτρέπεται η εκθεσιακή χρήση του αρχοντικού, μόνο στους χαμηλούς στενάχωρους ορόφους του.


Φωτογραφίες:
Πρωτοσέλιδο: Αριστοτέλης Ζάχος (Καστοριά 1871 − Αθήνα 1939), Αθήνα Οδός Φλέσσα 1912. Αρχείο Ε. Φεσσά-Εμμανουήλ.
3η σελίδα: Βασίλειος Χατζής (Καστοριά 1870 - Αθήνα 1915) Ψάρια 1898, Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων.
4η σελίδα: Νικόλαος Αλεκτορίδης (Καστοριά 1874 - Αθήνα 1909) Ο θάνατος του άθεου 1906, Πινακοθήκη Αβέρωφ Ιωαννίνων. 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9 Μαΐου 2019, αρ. φύλλου 985


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.