16.8.19

ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών: Βραχεία επισκόπηση ενός ανύπαρκτου «ζητήματος»



Η ένταση με την οποίαν η Τουρκία ξαναφέρνει στο προσκήνιο την αξίωσή της για αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών του Αιγαίου μας υποχρεώνει σε μια συνοπτική εξέταση ενός ανύπαρκτου, κατά τα άλλα, ζητήματος με ανυπόστατη νομική βάση.

Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Τέθηκε από την Άγκυρα για πρώτη φορά το 1964 και άρχισε να εισβάλλει ορμητικά από την Άνοιξη του 1975 με αφορμή τις παράνομες τουρκικές έρευνες για υδρογονάνθρακες στο Αιγαίο που είχαν ξεκινήσει δύο χρόνια νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1973. Η συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Ήταν ακριβώς μετά το Πολυτεχνείο, όταν στην προδοτική χούντα σημειωνόταν αλλαγή φρουράς και η «Αρσακειάδα», ο σκαιός Ιωαννίδης διοικητής της διαβόητης ΕΣΑ όπου μαρτύρησαν χιλιάδες δημοκρατικοί πολίτες έθετε υπό περιορισμό τον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο πριν οδηγηθούμε στην προδοσία της Κύπρου.

Εγκαταστάθηκε και αυτό το «ζήτημα» έκτοτε αδιαλείπτως στο καλάθι των λεγόμενων «διμερών διαφορών» σύμφωνα με την Τουρκία η οποία επιδιώκει συστηματικά σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου ή άσκηση εξωτερικής πολιτικής με επαγγελματικούς όρους ρίχνεται βορά στον κομματικό ανταγωνισμό, την συνολική διευθέτηση όλων των αναθεωρητικών της αιτημάτων από την Θράκη έως την Κύπρο- οι Τούρκοι ως φαίνεται αντιλαμβάνονται την αδιάσπαστη γεωγραφική ενότητα του Ελληνικού χώρου, καλύτερα από εμάς…- «σε πολιτική βάση». Τουτέστιν, όχι σύμφωνα με τους κοινά συνομολογημένους Κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, το οποίο χωρίς αποτέλεσμα δεν παύει να επικαλείται θεατρικά η εγχώρια πολιτική ελίτ, αλλά, με γνώμονα την ισχύ κάθε μέρους. Ο Θουκυδίδης, αγνοείται στα ημέτερα κομματικά ρετιρέ όπου ακούγονται φαιδρότητες του είδους «οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουνε τίποτε μεταξύ τους» και ότι «ο καλοπροαίρετος διάλογος θα αμβλύνει τα πάθη»…

Το καθεστώς που διέπει τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, διαμορφώθηκε από τρία διαφορετικά νομικά κείμενα. Στη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 που ακολούθησε το τέλος της Μικρασιατικής περιπέτειας, στο κεφάλαιο «Περί Στενών», συμφωνήθηκε ολοκληρωτική αποστρατικοποίηση, απαγόρευση οχυρωματικών έργων και παρουσία ενόπλων δυνάμεων στη ζώνη που περιέκλειε τον Βόσπορο, την Προποντίδα, τα Δαρδανέλια, τα ελληνικά νησιά Ίμβρο και Τένεδο που πέρασαν στην κατοχή της Τουρκίας, καθώς και τη Λήμνο και Σαμοθράκη.

Στα υπόλοιπα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα στην άμυνα αλλά μόνο από γηγενείς έφεδρους και απαγορεύθηκε η εγκατάσταση ναυτικών βάσεων και η εκτέλεση οχυρωματικών έργων. Και τέλος, με τη Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία το 1947, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα Δωδεκάνησα, απολύτως δικαιολογημένα ενώθηκαν με τον ηπειρωτικό, εθνικό κορμό με την υποχρέωση αποστρατικοποίησης, αλλά και με το δικαίωμα να διατηρούν τις δυνάμεις που κρίνουν απαραίτητες για την τήρηση της δημόσιας τάξης.

Η Τουρκία, αν και δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος σε τούτη τη Συνθήκη και ουδέποτε πολέμησε (θυμίζουμε κήρυξε τον πόλεμο στον Άξονα… μία ημέρα πριν από την λήξη των εχθροπραξιών κερδίζοντας τον περιφρονητικό χαρακτηρισμό «ο Επιτήδειος Ουδέτερος»…) επεδίωξε λυσσαλέα παρασκηνιακώς με τη βοήθεια της τότε Σοβιετικής Ένωσης την επιβολή αυτού του καθεστώτος. Είναι όμως προφανές και μόνο εξ΄ αυτού, ότι δεν δικαιούται να εγείρει αξιώσεις για το καθεστώς των Δωδεκανήσων αφού η Συνθήκη Ειρήνης δεν την αφορά νομικά. Είναι σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο res inter alios acta. (κατάσταση δηλαδή, που συμβαίνει μεταξύ τρίτων).

Το 1936 στο Μοντρέ, αφετέρου, τροποποιήθηκε η σύμβαση της Λωζάνης και η Τουρκία ανέλαβε τον έλεγχο των Στενών που έπαψαν πια, συμπεριλαμβανομένων των Ίμβρου και Τενέδου να είναι αποστρατικοποιημένη ζώνη. Το γεγονός ότι ρητή μνεία για επαναστρατικοποίηση Σαμοθράκης και Λήμνου δεν γίνεται, δεν σημαίνει ότι οι προηγούμενοι όροι καταργήθηκαν ειδικά για την Τουρκία και όχι αυτόχρημα και για την Ελλάδα. Στις 31 Ιουλίου του 1936 ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ρουστού Αράς, δήλωνε στην Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση ότι «οι διατάξεις περί αποστρατικοποίησης Λήμνου και Σαμοθράκης καταργούνται με τη νέα Σύμβαση του Μοντρέ και χαιρόμαστε πολύ γι΄ αυτό».

Λίγο νωρίτερα δε, 6 Μαΐου του 1936, ο Τούρκος Πρέσβης στην Αθήνα λειτουργώντας κατ΄ εντολή της κυβέρνησής του, αναγνώριζε με επίσημη επιστολή στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό: «είμαστε απολύτως σύμφωνοι, όσον αφορά την επαναστρατικοποίηση των δύο νησιών, ταυτόχρονα με την επαναστρατικοποίηση των Στενών». Η Ελλάδα, εκτός των άλλων στέρεων επιχειρημάτων, επικαλείται και αυτές τις δύο ερμηνευτικές δηλώσεις, γιατί ακριβώς έχουν αμετακίνητη νομική βαρύτητα. (Για την περίπτωση της Λήμνου θυμίζουμε έχουν γραφεί βιβλία, διότι η Τουρκία εκμεταλλευόμενη την επιζήμια, όπως αποφασίστηκε, έξοδό μας από το ΝΑΤΟ -ατυχής έμπνευση του Κωνσταντίνου Καραμανλή- και με την στήριξη της Ουάσινγκτον επέτυχε τον αποκλεισμό του νησιού από τα αμυντικά σχέδια και τις πολεμικές ασκήσεις της «Συμμαχίας»).

Στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στα Δωδεκάνησα, η Ελλάδα, τήρησε απολύτως τις υποχρεώσεις της διατηρώντας τον προβλεπόμενο αριθ-μό δυνάμεων. Η τουρκική εισβολή ωστόσο του 1974 στην Κύπρο ανέτρεψε δραματικά τα δεδομένα. Με προκλητικές επιδείξεις αδιαλλαξίας, απροκάλυπτες απειλές κορυφαίων κυβερνητικών αξιωματούχων (όπως, «η Ρόδος θα είναι η επόμενη Κύπρος»,ή «τα νησιά είναι φυσική προέκταση της Ανατολίας»), εμπρηστική αρθρογραφία και κυρίως έμπρακτη αμφισβήτηση της Ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, η Άγκυρα, μαζί με την υφαλοκρηπίδα, τον εναέριο χώρο, την επέκταση της αιγιαλίτιδος, την θρησκευτική μειονότητα που θεωρεί στρατηγικό προγεφύρωμα και τις «γκρίζες ζώνες» ελέω Σημίτη, έχει εγγράψει το θέμα μονομερώς στη διμερή ατζέντα, κατηγορώντας την Ελλάδα για παραβίαση των Συνθηκών. Και μην ξεχνάμε ότι από τον Απρίλιο του 1975 ανέπτυξε στην Σμύρνη την Δ΄ Στρατιά, την λεγόμενη «Στρατιά του Αιγαίου», διαθέτοντας τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ. Η θεμελιώδης αλλαγή των περιστάσεων μεταξύ του 1923 και του 1974 την οποία προβλέπει το Διεθνές Δίκαιοι, δίνει στην Ελλάδα το δικαίωμα της Αυτοάμυνας και δικαιολογεί απολύτως την οχύρωση των ελληνικών νησιών τα οποία διαφορετικά, θα περνούσαν στην απόλυτη διάκριση της Τουρκίας.

«Η στρατικοποίηση των νησιών δεν συνάδει με τις σχέσεις φιλίας και καλής γειτονίας», είπε μόλις την περασμένη εβδομάδα ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ. Θα μπορούσε κανείς να του απαντήσει με μια σοφή παροιμία του λαού του, που συνοψίζει ευθύβολα: «από τον κακό χρόνο γλιτώνεις, απ΄ τον κακό γείτονα δεν γλιτώνεις»...


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16 Μαΐου 2019, αρ. φύλλου 986


Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.