6.10.10

ΑΝΔΡΕΑ ΒΙΤΟΥΛΑ: Μιὰ ἀγωνία ὅλο τέχνη

σπαράγματα καρδιᾶς του Ἀντρέι Ταρκόφσκι


καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημίας

Κικὴ Δημουλᾶ


Ἡ καταληκτικὴ κωδωνοκρουσία τῆς συγκλονιστικῆς δημιουργίας του Ρώσου σκηνοθέτη Ἀντρέι Ταρκόφσκι ἀκούστηκε στὸ νησὶ Γκότλαντ τῆς Σουηδίας πρὶν εἴκοσι πέντε χρόνια. Ἐκεῖ γυρίστηκε ἡ Θυσία, ἡ τελευταία καὶ πιὸ ἀγαπημένη ταινία τοῦ ποιητῆ τῆς ἕβδομης τέχνης Ταρκόφσκι. Σὲ ὅλο του τὸ ἔργο, ποὺ ἀπὸ τὸ 1962 περιλαμβάνει ἑπτὰ ταινίες, παλεύει μὲ τὸ αἴνιγμα τοῦ ἀνθρώπου. Στοὺς καιροὺς αὐτῆς τῆς δυσώδους πνευματικῆς καχεξίας μᾶλλον δὲν θὰ ἦταν περιττὸ νὰ ἀφουγκραστεῖ κανεὶς τὴν ἀνεπιτήδευτη αὐτοαποκάλυψη ἐνὸς ἀνήσυχου πνεύματος.

Στὸ ἀνέκδοτο μέχρι πρὶν λίγα χρόνια γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἀγορὰ γερμανικὸ ντοκυμαντὲρ «ἀναζητώντας τὸ χαμένο χρόνο» ὁ Ταρκόφσκι φανερώνει οὐσιαστικὰ τὴν πηγὴ τοῦ μεγαλειώδους ἔργου του. Αὐτὴ διατυπώνεται μὲ μία ἐρώτηση, ποὺ ο Ταρκόφσκι ἀπευθύνει πρῶτα στὸν ἑαυτό του καὶ ἀκολούθως στὸν καθένα, ποὺ διατηρεῖ ἔστω καὶ μία ἰκμάδα ἀνησυχίας ἀκόμη γιὰ τὸ μυστήρο τῆς ζωῆς. Ἀναρωτιέται λοιπὸν ἂν «ἡ τέχνη εἶναι μίμηση τοῦ Δημιουργοῦ μας;»



Τὸ πρῶτο σχόλιο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει κάποιος εἶναι τὸ γεγονὸς καὶ μόνο τοῦ ἐρωτήματος. Τὸ ὅτι αὐτὸς ὁ διεθνῶς καταξιωμένος καλλιτέχνης δὲν διαθέτει ἕτοιμες ἀπαντήσεις καὶ πολὺ περισσότερο ἑδραιωμένες πεποιθήσεις γιὰ τόσο καίρια ζητήματα, ἀποτελεῖ ἀπὸ μόνο του μία ἄκρως σημαντικὴ θέση. Εἶναι ἡ θέση τοῦ κατεξοχὴν πνευματικοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ μεγαλουργεῖ, διατηρεῖ τὴ ζωοδότρα ἀγωνία μέσα του σὰν λίπασμα στὴ στείρα γῆ τῆς ἐλιτίστικα πεισματώδους ἀμβλύνοιας. Θρησκευόμενοι καὶ ἄθεοι «ἐπαΐοντες» ἔχοντας ὑψώσει τὸ ὀχυρὸ τῆς «ἀλήθειας» τους φυτοζωοῦν στὴν αὐτάρεσκη ἀκοινωνησία τους. Τὰ λογῆς ἀποσκληρυμμένα ἀλάθητα ὅμως δὲν συγκροτοῦν κοινωνία ἀλλὰ ἀντιμαχόμενες φατρίες, μὲ τὴ ζωὴ τελικὰ νὰ ἀσφυκτιᾶ σὲ νάυλον πνευματικὰ θερμοκήπια.

Τὸν κίνδυνο αὐτὸ ἐπεσήμαναν συχνὰ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας προτιμώντας νὰ θεμελιώνουν τὸ δῶρο τῆς λογικῆς στὸν ἀποφατισμό• στὴ διατήρηση δηλαδὴ μιᾶς πολὺ γνωστικῆς ἄγνοιας, γιὰ τὴν ἀποφυγὴ νὰ κλειστεῖ ἑρμητικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου στὸ νευρωτικὸ πλαίσιο κάθε ἀδιάλλακτου πολυίδμονα. Πάντα ἄφηναν ἕνα ἀνοιχτὸ παράθυρο γιὰ νὰ ἐξορίζεται ἡ βεβαιότητα, ποὺ καθηλώνει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀκινησία τῆς πνευματικῆς αὐτοϊκανοποίησης ἀναγνωρίζοντας τὸν πεπερασμένο καὶ ἀδηφάγο συγχρόνως χαρακτήρα τῆς διανοητικῆς του ἱκανότητας.

Ἴσως κάτι τέτοιο εἶχε κατὰ νοῦ ὁ Ταρκόφσκι λέγοντας ὅτι «στὴν ἄγνοια βρίσκεται ἡ ἐλπίδα• ἡ γνώση εἶναι φτηνή, συνηθισμένη, κοινή.» Κανένας μυστικισμὸς δὲν εἰσέρχεται ἐδῶ, ὅπως βεβιασμένα θὰ συμπέρανε κάποιος. Γιατὶ ἡ γνώση στὴν ὁποία ἀναφέρεται προκύπτει ἀπὸ τὴν τεχνολογικὴ κατακτητικότητα, ποὺ ὑποβιβάζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο ἀπὸ δῶρο σὲ ἐξερευνήσιμο ἀντικειμενικὸ δεδομένο ἢ ἐπίσης πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐξουσιαστικὴ ἔπαρση τῆς φιλαυτίας, ποὺ παραμένει πάντοτε ἀλλεργικὴ στὴ θυσία - τὸν Σταυρὸ ἐπὶ τὸ ἐκκλησιαστικότερον. Γι’ αὐτὸ ἡ γνώση εἶναι μᾶλλον τὸ πεντόσταγμα ἐκείνου τοῦ τρόπου ὕπαρξης ποὺ θεμελιώνεται στὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἡ κορυφὴ τῆς πυραμίδας τῶν ἔμβιων ὄντων ἀλλὰ εἰκόνα Θεοῦ. Στὴ μίμηση τοῦ Θεοῦ προσανατολιζόταν ἄλλωστε τὸ περὶ τέχνης ἐρώτημα τοῦ Ταρκόφσκι.

Αὐτὸ τὸ λησμονημένο περιεχόμενο τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας φαίνεται νὰ διέφυγε ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῆς Δύσης, γιὰ πολὺ συγκεκριμένους λόγους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πνίγεται ὁ ἄνθρωπος στοὺς διάφορους «-ισμοὺς» ποὺ ἐφευρέθηκαν κατὰ καιροὺς μήπως καὶ πληρωθεῖ τὸ κενό. Ὁ κουρασμένος ἀπὸ τὶς περιπλανήσεις στὴ Δύση Ταρκόφσκι, ἐξόριστος ἀπὸ τὸ σοβιετικὸ καθεστώς, (ἕνας ἀκόμη «-ισμὸς» ποὺ φυτεύθηκε στὴν Ἀνατολὴ) πάσχει καὶ ἀποφαίνεται: «στὴ Δύση λείπει ἡ πνευματικότητα στὴ σκέψη• ὑπάρχει ἕνας πρωτογονισμός, μιὰ ἀβάσταχτη μικροαστικὴ νοοτροπία.»

Ὅ,τι ἀποξηραίνει τὴν κλήση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ αἰωνιότητα καὶ καθολικότητα, ὅ,τι τὸν ἐγκλωβίζει στὰ ὅρια τῆς ἐπιβίωσης καὶ μόνο ταυτίζεται μὲ τὸν πρωτογονισμὸ καὶ τὴ μικροαστικὴ ἀντίληψη τῆς ζωῆς. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὸ ποὺ μᾶς διακρίνει ἀπὸ τοὺς πρωτόγονους δὲν εἶναι κανενὸς εἴδους πολιτιστικὴ ὑπεροχή, αὐτὴ ἄλλωστε δείχνει ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ καταστροφικά της ἀποτελέσματα• ἀλλὰ ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ὀφείλουμε τὸ εἶναι μας στὴν πρόσκληση γιὰ σχέση ἑνὸς συγκεκριμένου Προσώπου, τοῦ ἴδιου τοῦ Δημιουργοῦ. Ὁ Ἀλεξάντερ, ὁ ἥρωας τῆς τελευταίας του ταινίας μὲ πολλὰ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα, σὲ μιὰ στιγμὴ (αὐτο)κριτικῆς συνολικὰ τοῦ δυτικοῦ παραδείγματος ἀναφέρει: «Ἡ τεχνικὴ πρόοδος μᾶς ἔδωσε μόνο ἄνεση καὶ ὄργανα βίας γιὰ ἐξουσία. Εἴμαστε ἄγριοι. Κάναμε τὸ μικροσκόπιο ρόπαλο. Ὄχι, οἱ ἄγριοι εἶναι πιὸ πολιτισμένοι. Κάθε ἐπιστημονικὸ ἐπίτευγμα τὸ χρησιμοποιοῦμε γιὰ κακὸ σκοπό. Κάποιος σοφὸς εἶχε πεῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἄχρηστη. Ὁ πολιτισμός μας βασίστηκε στὴν ἁμαρτία.»

Τὰ σύγχρονα, δυτικῆς ἔμπνευσης, στερεότυπα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐξαντλεῖται στὴν ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν, στὴν προάσπιση τῶν δικαιωμάτων του, στὴν διαφύλαξή του ἀπὸ τὸν ἄλλο («νὰ εἶσαι ὁ ἑαυτός σου»), στὸν ἀπόλυτο αὐτοπροσδιορισμὸ κ.ἄ. συνθέτουν αὐτὸ ποὺ γευόταν ὁ Ταρκόφσκι, κι ἐμεῖς σήμερα στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή, ὡς «μικροαστικὴ νοοτροπία.» Ὅλο αὐτὸ τὸ πλαίσιο τῆς «ζωούλας» σμικραίνει τὸν ἄνθρωπο ἀσφυκτικὰ μὲ τὸ δέλεαρ τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἐλευθερία ἐξαντλεῖται σὲ ἐξωτερικὲς ἐπιλογὲς ἀτομικῆς περιχαράκωσης, ποὺ στὸν καιρὸ τῆς καπιταλιστικῆς κρίσης ἴσως ἀγγίξει ὅρια περαιτέρω ἀποξένωσης καὶ ἰδιώτευσης - τελικὰ ἠλιθιότητας ἐπὶ τὸ ἀρχαιοελληνικότερον.

Τὸ νόημα τῆς ἐλευθερίας ὅμως εἶναι εὐρύτερο κατὰ τὸν Ταρκόφσκι. «Ἡ ἐλευθερία μᾶς δόθηκε γιὰ νὰ ἐξαλείψουμε κάθε ἐμπόδιο στὴ συνάντησή μας μὲ τὸν Θεό.» Νομίζει κανεῖς ὅτι ἀκούει κάποιον πεπειραμένο ἀθλητὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ στίβου, κάποια ὁσιακὴ μορφὴ καλλιεργημένη δεκαετίες μὲ τὸ ἀλέτρι τῆς μοναχικῆς ἄσκησης. Ὁ μάρτυρας τῆς ἕβδομης τέχνης Ἀντρέι συναντᾶ τὶς ὑψηλότερες διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, ποὺ εὐδοκίμησαν στὶς γεωργημένες καρδιὲς τῶν Ἁγίων. Κατάφερε νὰ συμπυκνώσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ πείρα αἰώνων σὲ μία φράση ἀπροσμέτρητης δυναμικῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς καὶ περισσότερο γιὰ τὸν σύγχρονο, ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἐλεύθερο μετὰ τὴν ἀμφισβήτηση καὶ τὴν πτώση τόσων αὐθεντιῶν. Ὅμως ἡ βέβαιη ἀλλὰ καὶ καλοδεχούμενη αὐτὴ χειραφέτηση ἀπὸ τοὺς λογῆς δογματισμοὺς ἄφησε ἀπείραχτο τὸν πρωτογενῆ δογματισμὸ τῆς ὑποκειμενικότητας. Ὁ καθένας πιστεύει καὶ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια του, εὐνοεῖται ἡ συνύπαρξη ὅλων τῶν ἀληθειῶν ἕως τοῦ σημείου ποὺ δὲν θὰ θίγεται ἡ ἀλήθεια τοῦ καθενὸς ξεχωριστά. Ἡ μία καὶ μοναδικὴ δυναστικὴ αὐθεντία κατατεμαχίστηκε μοιράζοντας στὸν πρώην ὑπήκοο τὸ φέουδο τῆς δεσποτικῆς αὐτολατρίας του.

Ἀμαγάριστος ἀπὸ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ ρύπο τῆς ἀποθέωσης τοῦ ἑαυτοῦ ὁ Ταρκόφσκι ἐξομολογεῖται θαρρετὰ καὶ πονετικά: «περιμένω ἕναν δάσκαλο, κουράστηκα!» Ἐκμηδενίζεται ἔτσι ἐλπιδοφόρα ἡ ὅποια ἐμπιστοσύνη στὶς ἴδιες δυνατότητες, ἀπελαύνοντας ἐπιτιμητικὰ καὶ τὴν παραμικρὴ ὑποψία ὑψηλοφροσύνης καὶ κούφης ὑπερηφάνειας. Ὁ φτασμένος καλλιτέχνης, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξορία στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη ἀπασχολοῦσε τὶς συνομιλίες Ρήγκαν – Γκορμπατσόφ, ἐκλιπαρεῖ γιὰ τὴν παρουσία ἑνὸς ἔμπειρου ὁδηγοῦ στὴ ζωή του. Τὸ ἑκούσιο μπόλιασμα τῆς ἀτομικότητας στὴ δοκιμασμένη καὶ σφυρηλατημένη κρίση ἑνὸς συνοδοιπόρου, κι ὄχι ἑνὸς θεσμικοῦ ἁπλῶς καὶ μόνο αὐθέντη, στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα λέγεται «ὑπακοή.» Τὴ χαρισματικὴ ἰατρεία της ἐπικαλεῖται ὁ ἐμιγκρὲς σκηνοθέτης ὄχι γιὰ τὴν ἐναπόθεση τῆς εὐθύνης ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπεμπλοκὴ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς αὐτοκαταστροφικῆς περιδίνησης στὸν ἑαυτό. Ἡ ὁμολογία τῆς κούρασής του μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει τὴν πιὸ σωστικὴ ἀναγνώριση ἀπὸ μέρους τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ξιπασμένος «πολυπολιτισμένος» τοῦ καιροῦ μας μένει ἐνεὸς στὸ ἄκουσμα τέτοιας ἐκπλητικοῦ ρεαλισμοῦ «ὑποδούλωσης» προτιμώντας νὰ περιφέρει τὸ μονοδιάστατο σαρκίο του ἀπὸ τὴν ψευδαίσθηση στὴν αὐτοϊκανοποίηση καὶ τούμπαλιν.

Δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανο ὁ Ταρκόφσκι νὰ ὀσμίζεται τὸ ἀπύθμενο ἀπελευθερωτικὸ βάθος τῆς ἐν Χριστῷ δουλείας. Στὸ ἐκκλησιαστικὸ αὐτὸ ἄθλημα ἐπιτυγχάνεται ἡ πρόσδεση τοῦ ἐπηρμένου «ἀνεξάρτητου» φρονήματος στὴν τροχιὰ τῆς καθολικῆς ἀλήθειας ποὺ ἀποκαλύπτει ἡ θυσία. Τὴ σταυρικὴ αὐτὴ ὁδὸ χωρίζει χάσμα μέγα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἀλτρουισμὸ ἢ ἠθικὴ ἁπλῶς ἀνάνηψη. Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ καλοσύνη στέκουν ὡς ἀ-νόητα σκιάχτρα μπρὸς στὴ θυσία. Αὐτὸ ἀποκαλύπτει μᾶλλον ἡ σιγουριὰ μὲ τὴν ὁποία ὁ Ταρκόφσκι διατυπώνει τὸ κοινὸ ἐρώτημα: «τὶ εἶναι σήμερα ἕνας "καλὸς ἄνθρωπος";» Πέρα ἀπὸ ἠθικολογικὲς γενικότητες ἡ ἀπάντησή του ἀγγίζει τὸν πυρήνα τοῦ προβλήματος: «μόνο ὅταν εἶσαι πρόθυμος νὰ θυσιαστεῖς μπορεῖς νὰ ἐπηρεάζεις τὴ διαδικασία τῆς ζωῆς.» Ἡ φιλοσοφικὴ κριτική, οἱ πολιτικὲς ἀπόπειρες, οἱ κοινωνικὲς μεταλλαγὲς μένουν ἕωλες καὶ μεταφυσικὲς ἄνευ τῆς θυσίας. Κι ἂν αὐτὸ ἀκούγεται δογματικὸ εἶναι γιατὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη πρόταση εἲτε λίγο εἲτε περισσότερο μπάζει ἑαυτό, ποὺ διψᾶ γιὰ βέβαιη κατοχύρωση ἐνώπιον τῆς ἀνοιχτοσιᾶς καὶ τοῦ ρίσκου τῆς θυσίας.

Γι’ αὐτὸ καὶ μὲ ἄκρα συνέπεια πρὸς τὴν ὑπαρξιακή του ἀγωνία ὁ Ταρκόφσκι ἐπιμένει: «μοῦ φαίνεται ὅτι πρὶν ὁ ἄνθρωπος ἀλλάξει τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, θὰ πρέπει νὰ ἀλλάξει καὶ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του• αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα.» Ἡ ὀρθολογικότερη προσέγγιση ἑνὸς πολυπόθητου κοινωνικοῦ μετασχηματισμοῦ ὠχριᾶ μπροστὰ σὲ αὐτὸν τὸν λακωνικὸ καὶ μεστὸ συγχρόνως ρεαλισμό. Θυμίζει ὁ Ταρκόφσκι αὐτὸ ποὺ πιὸ περιφραστικὰ καὶ γιὰ αἰῶνες διακηρύττει ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρόταση ζωῆς στοὺς ἔχοντας ὦτα: ὅτι ἡ μεταφυσικὴ ἔχει τόση σχέση μὲ τὴ ζωή, ποὺ φανερώνει καὶ χαρίζει ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ὅση ὁ ἑτοιμοθάνατος μὲ τὴν ὑγεία. Ἂν ἡ κοινωνικὴ ἀνατροπὴ αὐτῶν ποὺ μᾶς πληγώνουν δὲν ξεκινήσει ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἀνακαίνιση τοῦ καθενὸς ξεχωριστά, κάθε προσπάθεια θὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων χαρισμένη στὴν ἧττα. Κι ἐδῶ γίνεται ἀντιληπτὴ ἴσως ἡ ἐσωτερικὴ ἀντίφαση κάθε «ἀντιμεταφυσικῆς» πρότασης ποὺ προπαγανδίζει τὴ χειραφέτηση τοῦ ἀτόμου. Τέτοιου εἴδους προτάγματα ὀμνύουν μὲν στὴν αὐτονομία ἡ ὁποία καταλήγει νὰ εἶναι αὐτονομία ἀπὸ τὸν πλησίον καὶ ὄχι αὐτονομία ἀπὸ τὸν ἰὸ τοῦ θανάτου –προσωπικοῦ καὶ κοινωνικοῦ- ποὺ εἶναι ὁ ἀμετάλλακτος μουμιοποιημένος ἀπὸ τὰ πάθη του ἑαυτός.

Ὅλα αὐτὰ μοιάζουν μὲ οὐτοπία, μὲ παιδικὴ ἀφέλεια, μὲ τρέλλα. Γι’ αὐτὸ στὴ Νοσταλγία, ταινία τοῦ 1983, ὁ ἥρωας φωνάζει στὸ κέντρο τῆς μεγαλούπολης: «τὶ κόσμος εἶναι αὐτὸς ὅπου ἕνας τρελλὸς πρέπει νὰ πεῖ στοὺς "ὑγιεῖς" ὅτι πρέπει νὰ ντρέπονται;» Αὐτὸς ὁ «πολιτισμένος» κόσμος τῆς «ἀξιοπρέπειας», τῆς «ἀνωτερότητας», ποὺ καυχιέται γιὰ τὶς κατακτήσεις καὶ τὴν πρόοδο καὶ παράγει τὸ ἀνθρωπολογικὸ πρότυπο τοῦ καθωσπρεπισμοῦ, ἐξορίζει τὴν ἀγωνία, μακιγιάρει τὴ ζωή, αὐτοειδωλοποιεῖ τὸν ἀβοήθητο καὶ ταλαίπωρο ἄνθρωπο.

Μακρὰν αὐτοῦ τοῦ δράματος ὁ Ἀντρέι Ταρκόφσκι ἀποκαθηλώνει τὸν σπουδαῖο γιὰ μᾶς ἑαυτό του σχολιάζοντας τὸν τίτλο «μαρτυρολόγιο», ποὺ ἐπέλεξε γιὰ τὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο ὡς ἑξῆς: «ἕνας ἐπηρμένος, ἀπατηλὸς τίτλος. Ὅμως θά ’θελα νὰ μείνει γιὰ νὰ θυμίζει τὴ θλιβερή μου ὕπαρξη, μιὰ ὕπαρξη φιλάρεσκη ὅσο καὶ περιττὴ στὸν κόσμο αὐτό.» Μιὰ πρώτη ματιὰ στὸ σχόλιο θὰ τοῦ καταλόγιζε ἀπερίφραστα πεσιμισμό. Ἡ ἀναφορὰ ὅμως στὴ φιλαρέσκεια εἶναι ἡ καθοριστικὴ πινελιὰ ποὺ τοῦ προσδίδει ἄλλο χαρακτήρα ἐντελῶς. Γιατί, ὅπως ἴσως καταδείχτηκε παραπάνω, ὁ χρωστήρας τοῦ Ταρκόφσκι ἐμβαπτιζόταν, ἄλλοτε λιγότερο καὶ ἄλλοτε περισσότερο, στὴν παλέτα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους μὲ ἀκρίβεια ζηλευτὴ γιὰ «ἐπαγγελματίες» τοῦ χώρου ἢ φωνασκοῦντες γενικῶς.

Κάθε του ἐπισήμανση, ἀκόμη καὶ μὲ τὸ στόμα τῶν πρωταγωνιστῶν του, φωτίζει τὴ ζωὴ ἀπὸ μιὰ γωνιὰ ἡρωικὴ μὰ καὶ ἀραχνιασμένη• γιατὶ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικῶς τροφοδοτούμενη ἀγωνία τοῦ Ταρκόφσκι ἥρωας εἶναι αὐτὸς ποὺ ξέρει νὰ συστελλέται γιὰ νὰ χωρέσει τοὺς πάντες καὶ κάτι τέτοιο μένει καταχωνιασμένο σήμερα κάτω ἀπὸ τὸ στρὰς τῆς ἐποχῆς. Αὐτὴ ἡ συνχωρετικὴ ἀγωνία ἐπαναφέρει στὸ δραματικὸ σκηνικὸ τῆς ἐποχῆς μας τὶς καθολικὲς διαστάσεις τοῦ ὀρθόδοξου ἤθους, ποὺ περιλαμβάνουν καὶ τὴν πολιτική. Ἢ μήπως δὲν εἶναι πολιτικὸ μανιφέστο αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος γράφει στὸ ἡμερολόγιό του: «πόσο φοβερὴ καὶ ταπεινωτικὴ εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι κανένας δὲν ὀφείλει τίποτα σὲ κανέναν! Εἶναι κάτι ποὺ δὲν περιέχει οὔτε ἴχνος ἀλήθειας»; Ἡ προϊοῦσα κρίση εἶναι ἔδαφος γόνιμο…



Σχετικά κείμενα:

1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος15/10/10

    Η Ορθοδοξία είναι σε μερικές (πολλές θα έλεγα) περιπτώσεις αιτία στασιμότητας και αδιεξόδου. Το βλέπουμε έντονα σήμερα εξ άλλου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.