9.2.20

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το ημικυκλικό μπαλκόνι


ODOS Chrysoula Patronou Papaterpou | Kastoria
ΟΔΟΣ 25.10.2019 | 1006

Λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Και μετά δυσκολίας χωράει δύο καρέκλες. Χωρίς στηθαίο, με ένα απλό κιγκλίδωμα, ύψους περίπου ενός μέτρου· βέργες από χυτοσίδηρο, ολοστρόγγυλες. Και θέα στο καταπράσινο λιβάδι που καταλήγει σε ένα σύδεντρο με οξιές. Στο βάθος διακρίνονται οι κορυφογραμμές της Πίνδου. Σ’ αυτό το μπαλκονάκι, στηριγμένο σε δύο σιδερένιες κολώνες, περνάει ώρες ολόκληρες ο επαναπατρισμένος. Το σπίτι παλιό, πέτρινο δεν άλλαξε, εξωτερικά τουλάχιστον, όψη από την εποχή που το είχε εγκαταλείψει, αμούστακο τότε παλικάρι, και πέρασε κυνηγημένος τα σύνορα για να καταφύγει σε ένα από τα βόρεια, εχθρικά τότε, κράτη. Όλα είχαν γίνει μετά από έναν καυγά με τον μεγαλύτερο αδελφό. Ιδεολογία, καμιά. Γινάτι όμως, και πίκρα για τη μπαμπεσιά του πρωτότοκου, έφτανε και περίσσευε για να βροντήξει την πόρτα και να ακολουθήσει τους συγχωριανούς που είχαν πάρει τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Απ’ το δικό τους μετερίζι αγωνίζονταν για το δικό τους δίκιο. Κι αυτός μαζί. Το δίκιο, το προσωπικό του μόνο, είχε κατά νου.

Στα ξένα, τυράγνια αντιμετώπισε στην αρχή. Κι ούτε που ήξερε πού θα κατέληγε. Τι θα έκανε για να ζήσει. Βρέθηκε τελικά σε ένα χωριό μαζί με άλλα πατριωτάκια. Περίπου σαν κι αυτόν· άβγαλτα στη ζωή, άβγαλτα και στο θάνατο. Τους έστειλαν εκεί στο σχολείο, τους χώρισαν σε τάξεις. Σε δυο γλώσσες μάθαιναν γράμματα· τη μητρική και της χώρας που ζούσαν. Ηλεκτρολόγος έγινε. Δουλειά βρήκε αμέσως σε εργοστάσιο. Καλά τα πήγαινε γενικά. Του άρεσε και ο τόπος και οι άνθρωποι. Ευγενικοί και ήσυχοι στην καθημερινή τους επαφή. Με το σπίτι, ωστόσο, καμία επαφή. Τι απέγιναν οι γονείς, τι τα αδέλφια, κανένας δεν ήξερε να του πει. Και τα χρόνια περνούσαν. Γνώρισε στο εργοστάσιο μια νέα κοπέλα. Όμορφη του φαινόταν με τα ξανθά σαν άχυρο μαλλιά της, τα γαλάζια σαν τον σκούρο ουρανό του δειλινού μάτια, τη λεπτή κορμοστασιά. Σύντομα έγιναν ζευγάρι, παρά τις αντιρρήσεις της δικής της οικογένειας. Χάθηκαν οι νέοι του τόπου τους; Για την ερωτευμένη Ρουσάλκα, βέβαια χάθηκαν. Έστησαν ένα μικρό νοικοκυριό και όνειρα έκαναν για το μέλλον· για πολλά παιδιά και, ίσως κάποια μέρα μια επίσκεψη στην πατρίδα του.

Τη Ρουσάλκα του την έχασε προτού προφτάσουν να αποκτήσουν απογόνους. Χρόνια πάλεψε, την καθάρισε τελικά ο καρκίνος. Τώρα, τίποτα δεν τον κρατούσε στη δική της πατρίδα. Οι καιροί είχαν αλλάξει, μπορούσε πλέον να γυρίσει στον τόπο του. Ούτε που ήξερε τι θα βρει και ποιον από τους δικούς του. Είχε όμως, ένα καλό βραχιόλι, την τέχνη του πτυχιούχου ηλεκτρολόγου. Δουλειά σίγουρα θα έβρισκε εύκολα. Για όλα τα άλλα, δεν βαριέσαι...Οι γονείς του, όπως πληροφορήθηκε, ήταν πεθαμένοι εδώ και χρόνια. Το χωριό είχε αδειάσει στα τρισκατάρατα εκείνα χρόνια και είχαν μεταφερθεί όλοι οι κάτοικοι στην παρακείμενη πόλη. Η μικρότερη αδελφή παντρεύτηκε και στη Γερμανία βρέθηκε να δουλεύει με τον άντρα της, παλιό του φίλο και κοντοχωριανό. Ο αδελφός του, αυτός που τον είχε αναγκάσει να καταφύγει στα βουνά, μετανάστης στην Αμερική. Πληροφορίες έλεγαν πως είχε ανοίξει εςτιατόρια και τα οικονομούσε για τα καλά.

Μόνος έμεινε. Δούλεψε όπου του πρόσφεραν μεροκάματο και, όταν συμπλήρωσε τα ένσημα από τις δυο πατρίδες, αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό, στα πατρικό του σπίτι. Πολλές αλλαγές δεν έκανε, αλλά να, ήθελε οπωσδήποτε ένα μπαλκονάκι στρογγυλό, όπως ονειρευόταν η Ρουσάλκα. Το πρόσθεσε πάνω από την είσοδο. Και, με την κυνηγετική του καραμπίνα, την οποία έχει συνήθως κρεμασμένη σ’ ένα διπλό γάντζο στον τοίχο δίπλα στη μπαλκονόπορτα, σημαδεύει στο σύδεντρο με τις οξιές, μόλις αντιλαμβάνεται κανέναν λαγό να τρέχει προς τα εκεί. Πέρασμά τους είναι. Ποτέ του δεν πέτυχε κανένα ζωντανό. Δεν τον νοιάζει, άλλωστε. Είναι η κίνηση μοναχά που κάνει: γρήγορα να πάρει το όπλο, στη στιγμή να σημαδέψει και να βλέπει τα φύλα των δέντρων να κουνιούνται ταραγμένα. Του φτάνει αυτό. Έτσι κι αλλιώς παρέα άλλη δεν έχει. Οι λιγοστοί κάτοικοι που γύρισαν στο χωριό, στην άλλη άκρη έχουν τα σπίτια τους. Κοντά στον κεντρικό δρόμο και στην εκκλησιά του άι-Δημήτρη.

Κι έχει μια μαγεία αυτό το δειλινό! Ο ουρανός ένα γαλάζιο, ίδιο με τα μάτια της Ρουσάλκας και το φύλλωμα των οξιών, όπως χτυπούν επάνω τους οι τελευταίες αχτίδες, σαν τα αχυρένια της μαλλιά. Ξημερώνει άι-Δημήτρης. Πάει και το μικρό καλοκαιράκι. Μνήμες τον κατακλύζουν, απρόσκλητες. Το ύψωμα που ζύμωνε η μάνα τέτοια μέρα, ευχαριστίες στον άγιο γιατί σώθηκε ο Μήτσος, ο μεγάλος της γιος, όταν ανήμερα της γιορτής έπεσε από τον γκρεμό, πίσω από την εκκλησιά, όπου είχε σκαρφαλώσει για να μαζέψει αμύγδαλα... Δεν είδε ποιος πλησίαζε, δεν άκουσε βήματα. Ήρθε και στάθηκε μπροστά του, ακριβώς κάτω από το ημικυκλικό μπαλκόνι. «Με ποιο δικαίωμα καταπάτησες την περιουσία μου; Γιατί μου έστησες και αυτό το παλιοπούστικο μπαλκόνι στο πατρικό μου σπίτι;».

Το χέρι άρπαξε την καραμπίνα και σημάδεψε κατ’ ευθείαν στο φαλακρό, ολοστρόγγυλο κεφάλι. Αμέσως μετά την κρέμασε στο γάντζο, κλείδωσε το σπίτι, μπήκε στο παλιό του σαραβαλάκι και κατευθύνθηκε στο αστυνομικό τμήμα του πιο κοντινού χωριού.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 25 Οκτωβρίου 2019, αρ. φύλλου 1006

1 σχόλιο:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.