27/4/14

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Φιλόπονοι και φυγόπονοι


ΟΔΟΣ 16-1-2014 | 723

Συνυπήρξαμε για κάμποση ώρα σε μια εορταστική σύναξη. Ήμασταν αρκετοί, ανάμεσά τους μια μάνα με τις δυο κόρες της-αριστούχες στις σπουδές τους. Αυτό σημαίνει ότι τα κορίτσια αυτά δεν είχαν κι ούτε έχουν φοβηθεί να κοπιάσουν, αφού δε γίνεται να αριστεύσεις δίχως να κοπιάσεις, αυτό αποκλείεται. Αλλά κάθε φορά που έπεφταν στο τραπέζι της συζήτησης οι δράσεις κάποιου που εργάζεται εθελοντικά για το κοινό καλό, αντιδρούσαν και οι τρεις τους με τον ίδιο τρόπο: άλλοτε περιγελώντας κι άλλοτε κατακρίνοντας και δείχνοντας ολοφάνερα πως δεν καταλαβαίνουν καθόλου αυτό που ακούνε, γιατί απλώς είναι τρελό και παράλογο για τα δικά τους μέτρα και για τη δική τους κρίση.
Μια τέτοια διόλου αναμενόμενη-από μένα τουλάχιστον-αντίδραση με αιφνιδίασε τελείως και με αφόπλισε κι όπως κάθε φορά που μου συμβαίνει κάτι παρόμοιο-αυτό μου συμβαίνει συχνά, είναι αλήθεια-, μου έκλεισε το στόμα. Για άλλη μια φορά ένιωσα πως βρίσκομαι αλλού εγώ και πως αυτό το αλλού με εμπόδιζε εντελώς να επικοινωνήσω με τους γύρω μου. Και χρειάστηκε να περάσει κάποιος χρόνος για να συνέλθω και να αντιδράσω, έστω και μέσα μου, σ’ αυτό που είχα ζήσει και δεν είχα μπορέσει να καταλάβω και να χωνέψω.

Χρειάστηκα, λοιπόν, το χρόνο μου για να καταλάβω και να τακτοποιήσω το θέμα μέσα μου. Με βοήθησε σ’ αυτό κι η ίδια τους η εικόνα. Οι καημένες κι οι τρεις τους!... Δεν απόσωνα την κουβέντα μου για κάποιον που κάνει περισσότερα από το στενά νοούμενο καθήκον του και τις άκουγα και τις τρεις τους να λένε «Καλά, δεν κουράζεται;». Αυτό το μοτίβο επαναλαμβανόταν διαρκώς. Αλήθεια, ποτέ στη ζωή μου ως τώρα δεν είδα ανθρώπους να εκφράζουν έτσι το φόβο τους για τον κόπο. Ποτέ μου. Ήξερα πολλούς που δεν κόπιαζαν για το περισσότερο, γι’ αυτό που ξεφεύγει από τα στενά όρια του εαυτού και της οικογένειας, αλλά δεν τους είχα δει με τα μάτια μου να τον δείχνουν το φόβο τους γι’ αυτό το παραπάνω. Αυτό με έπειθε ότι ίσως και να αναγνώριζαν σιωπηρά- απλώς δεν μπορούσαν να μοχθήσουν για το παραπάνω, αλλά όμως πως αναγνώριζαν τη δεδομένη για πολλούς αξία αυτού του παραπάνω, κι επειδή δεν μπορούσαν να παλέψουν γι’ αυτό, το άφηναν σε αυτούς που μπορούσαν, στους πιο δυνατούς από τους ίδιους τους. Έτσι πίστευα πάντα μέχρι που προχτές το βράδυ είδα πως υπάρχουν κάποιοι που ανήκουν σ’ αυτούς που δε μοχθούν για το παραπάνω και που έχουν «προχωρήσει» κι έχουν κατασκευάσει και το θεωρητικό υπόβαθρο του ελάχιστου κόπου: κοπιάζεις όσο μπορείς και πιστεύεις πως ελάχιστα μπορείς. Οι καημένοι δεν έχουν καταλάβει τις άπειρες δυνατότητες του ανθρώπου και δεν έχουν γνωρίσει κι ούτε καν έχουν υποψιαστεί τι σημαίνει να πυρπολείται η καρδιά σου από τη διάθεση να προσφέρεις σε όσους έχουν ανάγκη την προσφορά σου. Και, αν δεν τα έχουν δει και καταλάβει αυτά τα υπέροχα, πώς έχει συμβεί και καμιά τους δεν έχει δει τα ξεχειλισμένα από χαρά πρόσωπα ανθρώπων που προσφέρουν κι έχουν μια σπάνια πληρότητα, μια πληρότητα που δε σου την προσφέρουν ούτε τα πιο εξωτικά ταξίδια ούτε τα πιο πολυτελή σπίτια ούτε τα ατέλειωτα λούσα ούτε…;

Οι καημένες κι οι τρεις τους πόσο γελασμένες είναι… Μα, καλά, κανείς μες στα σχολειά όπου φοίτησαν δεν τους εξήγησε πως εκείνο το «Τα καλά κόποις κτώνται» δεν αναφέρεται μονάχα στο ατομικό καλό και πως αφορά το ίδιο ή ακόμα περισσότερο το συλλογικό καλό; Και κανείς μα κανείς δεν τους είπε πως υπάρχει κάτι πολύ πιο πάνω από τον εαυτό μας, που δεν είναι και τόσο πολύτιμος όσο νομίζουμε και δεν είναι ούτε το κέντρο του κόσμου όπως πιστεύουμε πολλοί, και πως είναι καθήκον και χρέος μας να το υπηρετεί ο καθένας μας αυτό το συλλογικό καλό; Και, ακόμη, καμία τους δεν άκουσε τον Καζαντζάκη που μιλάει για το προς τους άλλους χρέος έτσι συντριπτικά κι απόλυτα: «Ν’ αγαπάς το χρέος! Να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο» και καμιά τους δεν έχει ποτέ νιώσει τι εννοεί ο ποιητής όταν μιλάει για τη χαρά όταν δίνεις, που δε συγκρίνεται με τη χαρά όταν παίρνεις; Και ποτέ μες στα πολλά-σχολικά όμως, γιατί για εξωσχολικά δεν παίρνω όρκο- διαβάσματά τους δεν έπεσε στα χέρια τους εκείνο το υπέροχο δέντρο που όλο έδινε κι έδινε κι έδινε κι όσο πιο πολύ έδινε τόσο πιο ευτυχισμένο γινόταν;

Εκείνο το βράδυ είχα δει με τα μάτια μου κι είχα ακούσει με τ’ αυτιά μου το γιατί φοβηθήκαμε όλοι τόσο πολύ την κρίση, γιατί την αφήσαμε να μας τσακίσει τόσο. Γιατί είχαμε ξεχάσει τι σημαίνει δυσκολία κι είχαμε ξεχάσει να παλεύουμε μαζί της και να τη νικάμε. Κι ας προερχόμαστε από προγόνους που πάντα τα έβγαζαν πέρα δύσκολα, παλεύοντας πότε με εχθρούς, πότε με τη γη, πιστοί στην απλότητα, όταν μεγαλουργούσαν… Θυμάστε τον Παυσανία, το νικητή στη μάχη των Πλαταιών; Αυτός τότε, όπως γράφει ο Ηρόδοτος, θέλοντας να φανερώσει το μυστικό της επιτυχίας και της νίκης των Ελλήνων, έδωσε εντολή να ετοιμαστούν δύο τραπέζια: ένα κατά τις περσικές συνήθειες πάμπλουτο και ξεχειλισμένο κι ένα απλούστατο με μόνο έδεσμα το φριχτό μέλανα ζωμό. Αυτό ήταν το πολύτιμο μυστικό, η απλότητα, που μ’ αυτόν τον τρόπο φανέρωνε. Αλλά, όταν αργότερα παρασύρθηκε από τον τρόπο ζωής των Περσών, οι συμπατριώτες του Σπαρτιάτες τον καταδίκασαν σε θάνατο. Κι όταν αυτός πρόφτασε να κλειστεί μες στο ναό, ζητώντας άσυλο, οι διώκτες του τον έχτισαν εντός του, και πρώτη απ’ όλους τον έχτισε η ίδια του η μάνα. Έτσι λέγεται κι έτσι μαθαίναμε στο σχολειό που εμείς πηγαίναμε, γιατί, στη συνέχεια, τα «αγαπήσαμε» περισσότερο τα παιδιά μας και τους τα κάναμε όλα ευκολότερα, καταστρέφοντάς τα.
Κι ήταν στα χρόνια εκείνα που μαθαίναμε καλύτερα τα αρχαία ελληνικά και είχαμε μάθει έναν πολύτιμο ορισμό: πως πόνος θα πει κόπος και γι’ αυτό λέγεται φιλόπονος αυτός που αγαπάει τον κόπο και φυγόπονος αυτός που τον αποφεύγει. Κι ύστερα, πατώντας πάνω σ’ αυτόν τον ορισμό, μάθαμε και τ’ άλλα: πως ο πόνος και ο κόπος είναι το μεγάλο σχολείο της ζωής και πως δεν είναι φυσικό να ανατριχιάζουμε και να χτυπάμε ξύλο και μόνο στο ενδεχόμενο να κοπιάσουμε ή να πονέσουμε, απλώς γιατί αυτός ο πόνος με τη διπλή έννοια του όρου θα μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.

Αλλά μήπως κι αυτό δεν το μάθαμε λάθος; Μήπως η αποφυγή του κόπου και του πόνου μες σ’ όλα αυτά τα φαινομενικά φωτεινά, αλλά στην πραγματικότητα σκοτεινά χρόνια που γέννησαν την κρίση δεν οφείλεται πουθενά αλλού παρά στο πολύ βασικό θέμα του «γιατί ζούμε»; Γιατί, απ’ όσο θυμάμαι, κάποιοι μας είχαν κάνει να πιστεύουμε πως ζούμε για να περνάμε καλά, πως αυτός είναι ο σκοπός της ζωής. Το βλέπαμε και στα περίφημα πρωινάδικα της συμφοράς, που έκλειναν πάντα με την «ευχή»: «Να περνάτε καλά!», συνοδευόμενη με τα απαραίτητα συστατικά αυτών των εκπομπών, τα ουάου, τα γέλια και τα χάχανα, που όλα ήταν άνευ λόγου και χωρίς αιτία-θυμάστε πως κάθε φορά που έλεγε κάποιος από πού είναι, απ’ όπου κι αν ήταν, ακούγονταν τα ίδια ανόητα ξεφωνητά που ευχαριστούσαν τους τηλεθεατές, γιατί τους μετέδιδαν τη χαρά. Μια κούφια κι αναίτια κι αστήρικτη χαρά, που δυστυχώς εξανεμιζόταν πανεύκολα με το πρώτο, γιατί απλώς δεν ήταν αληθινή…

Και καθώς λέω αυτά που λέω σήμερα, ξέρω πως κάποιοι έχουν μεγάλες ενστάσεις κι αναρωτούνται αν είναι δυνατόν κι αν γίνεται να επιζητούμε τον πόνο στη ζωή μας. Γι’ αυτό και το ξεκαθαρίζω: φυσικό κι ανθρώπινο είναι να μην τον επιζητούμε τον πόνο γιατί είναι βαρύς. Στην περίπτωση όμως που αυτός προκύπτει και συμβαίνει, τότε και τον αντιμετωπίζουμε και μαθαίνουμε να ζούμε μαζί του και, όπως λέει η μεγάλη συγγραφέας, «ευτυχισμένος είναι αυτός που αντέχει τους πόνους του». Μέχρις εκεί! Να μπορούμε να νιώθουμε κι ευτυχισμένοι ακόμη, όχι παραμερίζοντας τον μεγαλύτερο πόνο και κάνοντας σαν να μην υπάρχει, αλλά παραχωρώντας και σ’ αυτόν τη θέση του μέσα μας. Έτσι ακριβώς και συγχωρέστε με που γίνομαι «μελό» τη στιγμή που οτιδήποτε «μελό» είχε εξοστρακιστεί από τη ζωή μας, που έπρεπε να ταιριάζει σε λάμψη με την απατηλή λάμψη που έβαζε η τηλεόραση και τα διόλου αστέρια της στη ζωή του καθενός μας.

Μέχρι που περίσσεψαν οι «αναξιοπαθούντες»-δεν τον εγκρίνω τον όρο, αλλά τον χρησιμοποιώ για να προβληματιστούν όσοι τον χρησιμοποιούν- συνάνθρωποί μας και θέλω να πιστεύω πως περίσσεψε όχι το «Δόξα τω Θεώ που δεν είμαι εγώ στη θέση του» ούτε ο οίκτος μας γι’ αυτούς, αλλά η αλληλεγγύη μας. Και εδώ έρχεται και μπαίνει ο πόνος και με την έννοια του κόπου. Γιατί όλα θέλουν κόπο για να γίνουν, μα αυτό που περισσότερο απ’ όλα θέλει κόπο είναι η αγάπη. Ναι, η αγάπη! Γιατί θέλει κόπο να κάνεις το βήμα προς τον άλλον και θέλει κόπο να γίνει η αγάπη πράξη! Γιατί είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου δε φτάνουν τα λόγια, αλλά απαιτούνται τα έργα της αγάπης για να βοηθηθούν πραγματικά οι άνθρωποι δίπλα μας που υποφέρουν. Και τότε δε θα χωράει καμία κουβέντα του τύπου: «Καλά, δεν κουράζεσαι; Ξέρεις δεν πρέπει να κουράζεσαι, γιατί, όταν κάνεις κάτι που είναι εις βάρος του εαυτού σου, τότε δεν πιάνει τόπο αυτό που κάνεις».
Γιατί αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια που έλεγαν μ’ ένα στόμα και μια φωνή οι τρεις τους, η μάνα με τα δύο κορίτσια που είχαν κοπιάσει για ν’ αριστεύσουν, αλλά τους είχε ξεφύγει κάτι πολύ βασικό: πως ο δρόμος που οδηγεί κατευθείαν στον ουρανό είναι ο δύσκολος δρόμος, όπως έλεγε η τηλεόραση μάλλον συμπτωματικά μες στις γιορτές διαφημίζοντας το βιβλίο του Καζαντζάκη που πρόσφερε η εφημερίδα, και είχε ξεφύγει προπαντός από τη μάνα πως κάθε πράξη, σε όποιο σημείο της γης κι αν συμβαίνει, έχει αντίκτυπο σε ολόκληρη την οικουμένη…
Γιατί, αν τα ήξερε όλα αυτά η μάνα, θα τα είχε διδάξει στα παιδιά της κι αυτά δε θα φοβούνταν τόσο πολύ να κοπιάσουν για τους άλλους. Γιατί όλα διδάσκονται. Κι η αφοβιά στον πόνο και προπαντός η αγάπη, που λούζει με φως τα πράγματα γύρω μας. Και τις ζωές μας, ό,τι κι αν μας συμβαίνει…
Καλό και καρποφόρο το 2014!


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16 Ιανουαρίου 2014, αρ. φύλλου 723


1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος28/4/14

    Φιλόπονοι; Φυγόπονοι; Μονίμως; Ποιος μπορεί να κρίνει;
    Όλοι μας είμαστε πότε έτσι και πότε αλλιώς.
    Ορίστε και μια άλλη ανάγνωση: http://www.vice.com/gr/read/ti-epathe-i-genia-twn-30

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.