7.4.14

ΟΔΟΣ: Και η γη γυρίζει.


ΟΔΟΣ 28.11.2013 | 717

Αγαπητή ΟΔΟΣ

Άκουσα ευχάριστα (μιας και τίποτε καλό δεν περιμένω τελευταία), αλλά και με ικανοποίηση (μιας και υπέφερα από άγνωστους και προπαγανδιστικούς ήχους), ότι ο Δήμος Καστοριάς και συγκεκριμένα η αρμόδια αντιδήμαρχος πολιτισμού κ. Ειρήνη Μισκία – Γεωργοσοπούλου, η επιτροπή τέλος πάντων διοργάνωσης και... αιγίδας του καρναβαλιού της Καστοριάς. αποφάσισαν επιτέλους, το αυτονόητο.

Και ποιο είναι αυτό; Ότι ο Δήμος της Καστοριάς στο εξής δεν έχει κανένα λόγο -ίσως και κανένα δικαίωμα θα έλεγα εγώ που νομίζω ότι ζω στην ευνομούμενη Δανία του Νότου -να χρυσοπληρώνει από το υστέρημα του καστοριανού λαού με την μορφή της... χρηματικής επιχορήγησης των μπουλουκιών, τις πραγματικές και ανύπαρκτες μπάντες οργανοπαικτών από τα Σκόπια (και απ’ όπου αλλού εκτός ΕΕ). Η πρακτική κατά την γνώμη μου, ήταν προκλητική.

Καλυπτόμενος από την ανωνυμία που μου επιτρέπεις, δεν θα κρύψω την υπόνοιά μου, ότι αν όχι όλες, τουλάχιστον κάποιες από τις «ορχήστρες» αυτές – και μακάρι να είναι μόνο αυτές- ηθική ή υλικά διπλοπληρώνονταν, ίσως και να τριπλοπληρώνονταν κιόλας από διαφανείς – και όχι μόνο, πηγές. Και ότι ψυχαγωγούσαν, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης: Οδηγούσαν τις ψυχές και τις συνειδήσεις, εκεί που οι ίδιοι γνωρίζουν.

Έτσι, από χρόνια τώρα, νόμιζα ότι βρισκόμουν μέσα στην δίνη ενός τοπικού θεατρικού και υποκριτικού παραλογισμού όταν άκουγα – βασικά ούτε να ακούω ήθελα- αυτές τις ηχητικές πανδαισίες των υπερβολικά πολλών χάλκινων. Όχι ότι δεν είναι ωραίοι μουσικά οι σκοποί, μερικοί μάλιστα είναι υπέροχοι.

Αλλά δεν μπορούσα να αντιληφθώ, πώς είναι δυνατό να προβάλλονται από τον Δήμο Καστοριάς και τα media οι άγνωστοι αυτοί ήχοι, ως το αυθεντικό μουσικό υπόβαθρο της παράδοσης των Καστοριανών καρναβαλιών. Κατά την γνώμη και γνώση μου, όσο άσχετος με το παραδοσιακό καρναβάλι της Καστοριάς είναι ο Πεντοζάλης της Κρήτης, ή ο Κώτσαρης του Πόντου, διπλά πιο άσχετα ήταν όλα αυτά τα ακούσματα.

Προσωπικά, ποσώς νοιάζομαι να δεθεί η Καστοριά στην παράδοσή της, γνήσια ή όχι και να μην μπορεί να βαδίσει μπροστά στο μέλλον. Να μην μπορεί να απολαύσει το σήμερα. Αλλά απ’ αυτό το σημείο, μέχρι να παραπληροφορούνται τα αυτιά, οι αισθήσεις και οι συνειδήσεις με πλαστά στοιχεία παράδοσης, που υπηρετούν μάλιστα συγκεκριμένη προπαγάνδα, νομίζω ότι η διαφορά είναι μεγάλη.

Τυχαίνει βλέπεις να γνωρίζω από γεννησιμιού, πάνω από μισό αιώνα πια, το καρναβάλι της Καστοριάς από μέσα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου δηλαδή. Και στις καλές και στις κακές του στιγμές. Θυμάμαι τα βγελιά και τα νταούλια και όχι τον «καιρό των τσιγγάνων». Όπως και μνήμες για το τι θα μπορούσε να είναι καρναβάλι στις δυο προηγούμενες γενιές.

Οπότε και για τον λόγο αυτό, δεν θα μπορούσα να μηρυκάσω τα της παράδοσης, των ξενόφερτων ρατσιστών πανσλαβιστών που όλα γύρω τους –κι’ ακόμη παραπέρα- σλάβικα, τα βρίσκουν. Μόνο για την Καστοριά, βλέπεις, και αποκλειστικά για την Καστοριά η (συγκεκριμένη) μουσική δεν έχει σύνορα κατά δαύτους και όσους ασπάζονται τις θεωρίες τους. Τυχαίο το παράδειγμα και οι συμπτώσεις καθόλα συμπτωματικές.

Επομένως, η απόφαση του Δήμου Καστοριάς να περιορίσει την επιδότηση στις ορχήστρες που έρχονται στην πόλη από την περιφέρεια και άλλα μέρη της Ελλάδας (θα ευχόμουν να έλθουν και από χώρες της ΕΕ), προσωπικά με βρήκε σύμφωνο.

Μόνο που έμεινα το ίδιο έκπληκτος από τις αντιδράσεις ορισμένων. Όπως π.χ. ενός υποψηφίου δημάρχου, που μ’ άφησε άφωνο από τις σχετικές δηλώσεις του για τα καρναβάλια. Ισχυρίστηκε ότι οι πίπιζες ξέρουν μόνο να παίζουν το «δεν την…»  (ναι το είπε ο γνώστης της παράδοσης) «…την μάνα καλέ» και τίποτε άλλο, ενώ οι «σέρβικες μπάντες φέρνουν περισσότερο ευθυμία», κι γι αυτό τον λόγο, η «αντιδήμαρχος  πρέπει να ζητήσει δημόσια συγγνώμη» από τον λαό της Καστοριάς, τις... «διάφορες φυλές που αποτελείται ο λαός της Καστοριάς»! (ναι το είπε κι’ αυτό ο υποψήφιος δήμαρχος και υπέρμαχος των άλλων ακουσμάτων).

Έκπληκτος έμεινα και από τις τοποθετήσεις κι άλλων, ευτυχώς ολίγων. Μόνο που ως συνήθως, οι λίγοι κάνουν και τον περισσότερο θόρυβο. Έτσι μου φάνηκε και έτσι εξήγησα τις φωνές που έμπηξε με αμείλικτα ερωτήματα, γνωστή φωνή της καθημερινότητάς μας στην αντιδήμαρχο.

Ξαφνιάστηκα. Σκέφτηκα ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από τον αναγκαίο αντίλογο. Το αντίφωνο της συνείδησής μου που μάλωνε θα έλεγα και την επέπληττε κιόλας: Πως τόλμησε ο Δήμος Καστοριάς να κλείνει την κάνουλα στους μουσουργούς, την στιγμή που η μουσική... δεν έχει σύνορα και την στιγμή που αυτά είναι τα… ακούσματά μας;

Ναι, έτσι ρωτούσε και έτσι έλεγε η φωνή που άκουγα, και που δεν θυμάμαι να έχει ζήσει τα καρναβάλια –τι να βιώσει άλλωστε, αφού αυτό που απέμεινε είναι το λείψανο των Καστοριανών Καρναβαλιών. Τα οποία να δεις, νομίζω ότι κάπως αλλιώς τα έλεγε και υποστήριζε ότι είναι η παράδοσή «μας».

Ευτυχώς άκουγα ότι η εκπρόσωπος του Δήμου, απέκρουε τις προκλήσεις, δείχνοντας αποφασισμένη να μην συνεχίσει τον πληρωμένο εκφυλισμό του εθίμου της πόλης. Για το οποίο, ειλικρινά δεν δύναμαι να αντιληφθώ, τον λόγο που δίνει το πλήρες δικαίωμα σε όλους ανεξαιρέτως, ακόμη και τους πιο άσχετους. να επιβάλλουν την άποψή τους.

Δεν μπορώ να πω. Αισθάνθηκα την πίεση στα αυτά μου απ’ αυτά που «έψαλλε» στην αντιδήμαρχο, η Συνείδηση του τόπου. Μηχανικά κινήθηκα προς το παράθυρο. Ένας υπόκωφος θόρυβος είχε κινήσει την ασυγχώρητη περιέργειά μου. Ύψωσα το βλέμμα μου στον ουρανό, ο άνθρωπος. Και να που τότε το είδα.

Το είδα, την στιγμή που η Συνείδηση κράδαινε την Ρομφαία των χάλκινων, είδα το πλεούμενο, αεροπλεούμενο για την ακρίβεια, να υπερίπταται της Καστοριάς και να αφήνει πίσω του αυτό το μυστηριώδες βαμβακερό ψέκασμα. Ναι, για μια ακόμη φορά μας ψέκαζαν με αέρια οι αθεόφοβοι. Και μάλιστα από χαμηλό ύψος. Στο πιλοτήριο δεν είμαι σίγουρος αν κάθονταν ο Σημίτης ή η Μέρκελ, ή εκείνος ο φονιάς των λαών ο Αμερικάνος. Τον καπνό όμως τον είδα.

Ανακουφισμένος, έκλεισα τον δέκτη της media Ερινύας από την οποία άκουγα τις ομοβροντίες της άσχετης φωνής που μιλούσε για την καστοριανή «μας» παράδοση και για τα σύνορα, της μουσικής που δεν υπάρχουν. Κρύφτηκα γρήγορα στο καταφύγιο. Ήταν ολοφάνερο ότι οι ψεκασμοί είχαν ήδη υπεισέλθει εντός του δικού μου συνόρου. Και ως γνωστό, σύνορα, η αγάπη δεν γνωρίζει. Και η γη γυρίζει. Και η γη γυρίζει...


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 28 Νοεμβρίου 2013, αρ. φύλλου 717



Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.