13/10/18

ΛΑΖΑΡΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΙΔΗ: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική



ήτοι περί του ορθώς λέγειν τε και γράφειν


 Α. 2.5.2018 ΕΡΤ (πολιτική συζήτηση). Ο Λαός όμως ετυμηγορεί (λέει την αλήθεια). Λες και το είπε το ωραιότατο αυτό ρήμα ετυμηγορώ για μας τους φιλολόγους και για τους νομικούς (δικηγόρους, κλπ.). Το ρήμα πλάσθηκε από την λέξη ετυμηγόρος: έτυμον ( = το γνήσιο, το αληθές) + λέξη αγορά. Ο αγορεύων, ο λέγων την αλήθεια. Στο δικαστήριο οι δικαστές εκδίδουν τη ετυμηγορία, δηλαδή την απόφασή τους. Από την λέξη έτυμος έχουμε την ετυμολογία ( = η αληθινή προέλευση των λέξεων) Δεν πρέπει να συγχαίεται με την ετοιμότητα, το να είναι κανείς έτοιμος και την χρησιμοποιούμενη λέξη ετοιμόλογος.

Β. 3.5.2018 (από βιβλίο εις την καθαρεύουσαν) Σχετικός όρος μετά της οικονομίας είναι και η εκκοπή χρεών. Μας θυμίζει: Στην Αρχαία Αθήνα του Σόλωνος ζητούσαν «γης αναδασμόν και χρεών αποκοπήν». Σήμερα την είπαν ... κούρεμα, αλλά των ... εσόδων! Η εκκοπή (ρήμα εκκόπτω) = το να βγάλεις έξω με εκτομή. Το κόψιμο και πέταγμα προς τα έξω. Μας είναι πιο εύκολη και εύπεπτη... η ιταλική λέξη σκαρπέλλο από τον εκκοπέα (λέξη της καθαρευούσης: ο εκκοπεύς, τού εκκοπέως, όπως ο ιππεύς του ιππέως).

Γ. 17.5.2018 (περιοδικό) Υποδέχθηκαν ολόθερμα τον καλό Ηγούμενο και την συνοδία του. Πιο σωστό: την συνοδεία του (από το συνοδεύω). Πάντως, νόμιμη η διπλή γραφή: η συνοδία και η συνοδεία. (Για τους ηγουμένους των μονών και τους Μητροπολίτες: και την συνοδείαν αυτών = δηλαδή οι ιερωμένοι που τους ακολουθούν στις διάφορες εκδηλώσεις και συμμετέχουν στις τελετουργίες).

Δ. 5.5.2018 (τοπικός τύπος) Είχε το κρησφύγετό του σε όρος της Στερεάς Ελλάδος. Το κρησφύγετο(ν). Επειδή το β’ συνθετικό είναι τύπος ντου φεύγω, μην πάει ο νους κάποιου με το κρησ- στα κρυφά, δηλαδή έφυγε κρυφά. Όχι. Το α’ συνθετικό της λέξης κρησ- είναι σκοτεινής, άγνωστης ετυμολογίας. Πάντως, το κρησφύγετο είναι μέρος όπου καταφεύγει κανείς διωκόμενος, για να φυλάσσεται, δηλαδή το καταφύγιο.

Ε. 29.5.2018 Σε συζήτηση της παρέας ο φίλος αναφέρθηκε σε παλιά χειρόγραφα και συμπλήρωσε: Οι μορφωμένοι τα λένε παλίμψηστα. Έτερος της παρέας – πειραχτήρι – τον ρώτησε τι σημαίνει η λέξη, οπότε ο ερωτώμενος απάντησε: Πάλι ψημένες πινακίδες. Είναι παρετυμολογία. Δεν έχει σχέση η λέξη με την ψησταριά – ψήσιμο. Το β’ συνθετικό είναι ρίζα από το αρχαίο ρήμα ψάω = ξύνω, αόριστος έψησα, συνήθως σύνθετο με την πρόθεση από. Δηλαδή αποψάω = σφογγίζω, καθαρίζω και σβήνω. Ο, η παλίμψηστος, το παλίμψηστον: Η μεμβράνη, πάπυρος ή περγαμηνή ενεπίγραφη, δηλαδή με γραπτό κείμενο, που όμως με ξύσιμο έσβηναν τα γράμματα, για να γράψουν καινούριο κείμενο.

Φωτογραφία: Λεπτομέρεια αττικού ερυθρόμορφου αγγείου (470-450 π.Χ.) που απεικονίζει μαθητή της αρχαίας Ελλάδας να διαβάζει κύλινδρο παπύρου (πιθανότατα ποίημα Ησιόδου). Αποδίδεται στον ζωγράφο Ακεστορίδη, το θραύσμα του αγγείου εκτίθεται στο μουσείο Paul Getty, του Λος Άντζελες των ΗΠΑ. Το πραγματικό όνομα του ζωγράφου είναι άγνωστο, προσδιορίζεται από τους μελετητές μόνο από τα υφολογικά χαρακτηριστικά των έργων του. Τον αποκαλούν έτσι, διότι σε πολλά αγγεία του υμνεί την ομορφιά του «Ακεστορίδη», με την επιγραφή «Καλός».

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις  17 Μαΐου 2018, αρ. φύλλου 936


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.