22.1.20

Ομιλία στον Μελά



Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία της κ. Σ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου στην εκδήλωση προς τιμή του Παύλου Μελά, που πραγματοποιήθηκε στην κοινότητα Μελά την Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019.
* * *

13 Οκτωβρίου ήταν η μέρα -σήμερα Κυριακή, Τετάρτη φαρμακωμένη τότε- σήμερα έχουμε λιακάδα, εκείνη τη μέρα έβρεχε, έβρεχε πολύ…
Πολυαγαπημένε των Ελλήνων Παύλο Μελά, παντοτινό σύμβολο της εις τους αιώνας των αιώνων Ελληνικής Μακεδονίας,
Καθώς συμπληρώνονται σήμερα 115 χρόνια από την πικρότατη στιγμή που σε πλάγιασε εδώ ακριβώς το βόλι, ω Παλληκάρι, είμαι βέβαιη πως έχω τη σιωπηρή συναίνεση του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη και των σεβαστών ιερέων μας, των αξιότιμων αρχόντων, των αξιωματούχων και όλων των παρισταμένων, να γίνω η φωνή τους και ν’ απευθυνθώ εκ μέρους όλων απευθείας σε Σένα-όλοι μας, άλλωστε, για τον ίδιο λόγο είμαστε εδώ κι ο λόγος αυτός έχει τ’όνομά σου.

Το είχα τάξει από χρόνια να ‘ρθω εδώ, να σου μιλήσω, λέγοντάς σου τα ιερά πεπραγμένα της ζωής σου που προσωπικά με έχουν πολύ συγκινήσει. Το είχα τάξει όπως τάζουμε στους αγίους και μετά βάζουμε τα δυνατά μας να εκπληρώσουμε το τάμα μας. Συγχώρα με, που σε παραλληλίζω με τους αγίους χωρίς την άδειά σου. Το ξέρω πως εσύ δε θα το ‘θελες να σε θεωρώ κάτι τέτοιο, αλλά είσαι. Αποδεικνύεται από τον σταυρό που με πίστη φορούσες, τον ασημένιο σου σταυρό που «Εν τούτω νίκα» έγραφε πάνω του με γράμματα κεφαλαία και λίγο πριν ξεψυχήσεις μέσα στο σπίτι αυτό που σπίτι σου έγινε ζήτησες να δοθεί στη σύζυγό σου. «Αρχάγγελο» ή «απόστολο με θεία εντολή στη Μακεδονία» σε βλέπει και ο μεγάλος μας Φώτης Κόντογλου κι έτσι σε ζωγραφίζει σε μια ζωγραφιά που αργότερα έγινε κάρτα για να την έχουν σαν εικόνισμα μαζί τους οι Έλληνες.

Αλλά κι ο χρονικογράφος του Μακεδονικού Αγώνα Γεώργιος Μόδης γράφει για σένα: «Λογάριαζε να φέρη σε καλό τέλος τον Αγώνα με ολίγην γενναιότητα και πολλήν καλωσύνην και φιλανθρωπία. Υπήρξε αναμφιβόλως ιδανικός ήρωας, ευγενέστατος άνθρωπος και λαμπρός Χριστιανός». Η αγιοσύνη σου όμως αποδεικνύεται κι από τα γράμματά σου στην πολυαγαπημένη σου Νάτα, απ’ όπου, τελείως άθελά σου, έχεις προδοθεί∙ όχι μόνο γιατί στα γραφόμενά σου φανερώνεται περίτρανα η ακλόνητη πίστη σου στον Θεό και στη Θεία Πρόνοια, όχι μόνο γιατί με κατάνυξη συμμετέχεις στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αλλά την άγια ψυχή σου προδίδει κυρίως η μεγάλη αγάπη που έχεις στον άνθρωπο∙ στον κάθε άνθρωπο, ακόμη και στον εχθρό σου, όπως το ζητάει ο καλός κι ανεξίκακος Θεός, αλλά εμείς οι άλλοι δυσκολευόμαστε τόσο να το εφαρμόσουμε. Ένα μήνα πριν από τη φριχτή για όλους μέρα του θανάτου σου γράφεις στη Νάτα σου:

«Μονή Τσιριλόβου, Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 1904
[...] Εν τω μεταξύ ο Πύρζας, εγώ και ένας εντόπιος συζητούμεν περί του τρόπου εξαφανίσεως ενός όστις μόνος τρομοκρατεί ολόκληρον την περιφέρειαν...
...Εις την απαισίαν αυτήν συζήτησιν είμαι δυστυχώς υποχρεωμένος να λάβω μέρος. Μόλις ετελείωσε κατελήφθην από φοβεράν απογοήτευσιν. Τώρα εννόησα ότι δεν ημπορώ εγώ να διευθύνω τοιαύτην εργασίαν. Έτρεμα και είχα ρίγος, ησθανόμην τον εαυτόν μου ένοχον πριν ακόμη εγκληματίσω. Έβλεπα τα μαυρισμένα και κοκκαλιάρικα χέρια μου
και μου εκίνουν φρίκην.

Το βράδυ εις τας 7 ήλθε πάλιν ο ηγούμενος και μας επήγεν εις το μοναστήρι. Αφού ετοποθέτησα τους άνδρας μου εις τα τρία μεγάλα δωμάτια που μας έδωκεν ο ηγούμενος, επήγα εις την εκκλησίαν του μοναστηρίου, την χαμηλήν, παναρχαίαν εκκλησίαν. Και εκεί μόνος εις το σκότος έκλαυσα με απελπισίαν. Ησθανόμην ως εις την κόλασιν και εντελώς μόνος. Ελησμόνησα όλον το ωραίον, το υψηλόν και το ευγενές μέρος της αποστολής μου και έβλεπα μόνον φόνους αγρίους, δολίους, ερήμωσιν οικογενειών, απελπισίαν γονέων, τέκνων, αδελφών. Ενθυμήθηκα την γλυκύτητα του οικογενειακού βίου, όλους σας, τας λεπτάς και ευγενείς υπάρξεις σας και η απελπισία μου μ’ ετρέλανε σχεδόν [...]».


Α΄ τάφος του Παύλου στην Στάτιστα. Φωτογραφία [πιθανότατα από τον Φίλιππο Δραγούμη] του  1926 με τις γυναίκες που είχαν φροντίσει το νεκρό.


Αυτή η έμφυτη και έκδηλη ευγένειά σου ήταν, αγαπημένε μας Μελά, που τρέλανε και τους Μακεδόνες, που δεν κάθονταν με τα χέρια σταυρωμένα περιμένοντας άλλους να τους σώσουν, αλλά αγωνίζονταν με νύχια και με δόντια να τα καταφέρουν. Μόνο που ο αγώνας τους ήταν άνισος, γιατί ο εχθρός δεν ήταν μόνο ένας. Γι’ αυτό και τ’ όνομά σου και μόνο, αρχοντόπουλο της Αθήνας, θέριεψε την ελπίδα εδώ, στην πολύπαθη μακεδονική γη. Τι να πρωτοθυμηθούμε: τη συνάντησή σου στον Αϊ-Θανάση του Βογατσικού με τον Αθανάσιο Ιατρού, τον ηλικιωμένο δάσκαλο του χωριού. «Ήταν χοντρός, βαρύς. Έκαμεν ηρωικήν προσπάθεια για ν’ ανεβεί φορτωμένος ένα μεγάλο ταγάρι γεμάτο με λουκούμια, παξιμάδια, μπουκάλια ούζο, κουτιά τσιγάρα κλπ τον απότομο, σκληρόν, όλο πέτρα ανήφορο.

Μουσκεμένος στον ιδρώτα, λαχανιασμένος, πρόβαλε στην πόρτα της εκκλησιάς. Έριξε μια ταραγμένη ματιά μέσα (κι ανάμεσα σε άλλους) αναγνώρισε απ’ τις φωτογραφίες (εσένα), τον Μελά. Έκαμε ένα βήμα, …μα ευθύς μαρμαρώθηκε, βουβάθηκε και αναλύθηκε σε δάκρυα. Όρθιος, ταραγμένος, σφούγγιζε με αμηχανία ιδρώτα και δάκρυα. Οι άλλοι κοίταζαν κατάπληκτοι και συγκινημένοι τον ηλικιωμένο αυτόν άνδρα που έκλαιγε σαν μωρό παιδάκι(…) και συνεχίζει περιγράφοντας υπέροχα τη σκηνή ο σημαντικότερος συγγραφέας του Μακ. Αγώνα, Μακεδονομάχος από το πολύκλαυστο Μοναστήρι Γεώργιος Μόδης, μα εμείς δεν έχουμε χρόνο να διαβάσουμε εδώ ολόκληρο το κείμενο.

Αυτούς τους διψασμένους για τη λευτεριά Μακεδόνες, που είχες έρθει να τους βοηθήσεις να λευτερωθούν, άθελά σου τους σκλάβωνες με την γλυκιά σου παρουσία. Κι απελευθέρωνες μέσα τους τα πιο υπέροχα αισθήματα, όπως όταν έφτασες στο Πισοδέρι. Τι κι αν προσπαθούσες να μη φανερώσεις ποιος είσαι!
«Καπετάν Παύλο, έχω ιδεί την φωτογραφία σου στου παπα-Σταύρου (Τσάμη).
-Θα είναι κανένας άλλος που μου μοιάζει.
-Δεν πειράζει και αν δεν είσαι εκείνος. Εμείς θα σ’ αγαπούμε σαν εκείνον.
Πράγματι τόσο πολύ σ’ αγαπούσαν οι Μακεδόνες!

Όσα είπα ως τώρα τα ξέρεις, Παύλο, γιατί τα έζησες κι εσύ. Όσα ακολουθοὐν έγιναν μετά τον θάνατό σου, Αθάνατε...
Δε γίνεται, λοιπόν, να μιλώ σήμερα εδώ όπου έπεσε η σφαίρα η θανατερή σφαίρα εκείνο το βροχερό βράδυ του μαύρου Οκτώβρη 1904 και να μη μνημονεύω τις γυναίκες από το ξεχωριστό αυτό χωριό που σε μοιρολόγησαν στη θέση της Μάνας σου, που ήταν μακριά και δεν το είχε μάθει ακόμα: σύμφωνα με τη σύγχρονη Μακεδονομάχο της πένας Αθηνά Τζινίκου-Κακούλη-η προτομή της στήθηκε προχτές στην εκκλησιά του Γάβρου, που τόσο αγαπούσε-ήταν οι Χριστίνα Καντζάκη, Λωζάννα Σουτζή, Ιωάννα Βαρελά, Λωζάννα Τσακάλου και Ευτέρπη Κανέλλου (ο εγγονός της Χριστίνας Καντζάκη Γιώργος έκανε για 10ετίες ολόκληρες αξέχαστες ξεναγήσεις στο σπίτι που η θανή σου σε μουσείο μετέτρεψε) . Κι όταν οι Τούρκοι έμαθαν από τις εφημερίδες τον θάνατό σου κι ήρθαν εδώ στη Στάτιστα αγριεμένοι, άρχισαν να δέρνουν τους χωρικούς και να τους απειλούν, ζητώντας να φανερώσουν πού τον είχαν θάψει. Μα κανείς τους δεν πρόδωσε.

Κι έπειτα από κάποιες μέρες, όταν είδε το όμορφο κεφάλι σου μες στον τορβά του Ντίνα από δω, από τη Στάτιστα, η Γκαντούτσενα, στο Ζέλοβο (Ανταρτικό), είπε για σένα τα πιο όμορφα λόγια που μπορούν να ειπωθούν για άνθρωπο:

«Σαν τον Χριστό τον περιμέναμε. Και χάθηκε τζάμπα και άδικα. Κοντά 40 άντρες ήσαστε. Και ένας χάθηκε. Ο αρχηγός! Πού ακούστηκε τέτοιο πράγμα;! [...] Σαν το θυμάμαι μου ‘ρχεται τρέλα. Τέτοιο άνθρωπο δεν θα ξαναγεννήσει άλλη μάνα. Τι ευγενικός, τι καλός και όμορφος! [...] Δεν ξέρεις, Ντίνε. Γλύκα έσταζε απ’ το στόμα και τα μάτια του. Ποτέ δεν είπε κακό λόγο. Τον περασμένο Μάρτη ήρθε 3-4 φορές σπίτι μας, μου ‘λεγε: «Κυρά-Αναστασία, ντώσεις εμένα μικρό παιντί σου στο Ατίνα». Κι εγώ του έλεγα: «Ντικό σου, κύριος Μελάς. Να το παίρνεις στο Ατίνα». Εκείνος γελούσε, γελούσε με τα ελληνικά μου... έδινε πάντοτε χρήματα στα παιδιά μου», έλεγε η Ζελοβίτισσα γυναίκα κι έκλαιγε τη λεβεντιά σου, τη γλύκα, την καλοσύνη σου.


Β΄ τάφος, στην Καστοριά, όπου τάφηκε το ακέφαλο σώμα του. Ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης και ο πρωτοσύγγελος Πλάτωνας Αϊβαζίδης5 σε τρισάγιο πάνω στον τάφο του ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα.


Μα δε σ’ έκλαψε μόνο αυτή, δε σ’ έκλαψαν μόνο οι δικοί σου. Και ποιος δε σ’ έκλαψε!... Σ’ έκλαψε όλος ο ευγενικός λαός μας. Τόσο που ο σπουδαίος συντοπίτης μας συγγραφέας Κων/νος Δούφλιας αναρωτιέται και απαντά ο ίδιος:

«Γιατί οι Μακεδόνες τραγούδησαν κι έκαμαν θρύλο τον Παύλο Μελά; Δεν ξέρω αν η απάντηση είναι εύκολη ή πόσο εύκολη είναι. ο Κώττας ήταν ο πρώτος που άρχισε το ξεκαθάρισμα στα Κορέστια και στο Μοναστήρι. Μ’ αρέσει να τον θαυμάζω απεριόριστα. Ήταν ο πρώτος του αγώνα κι όμως οι Μακεδόνες δεν τον τραγούδησαν πολύ. Ίσως υπάρχει μια δικαιολογία πολύ εσωτερική. Ο Κώττας ήταν δικός τους, βγαλμένος από την ίδια την ψυχή τους. Από μικρός πήρε τα βουνά και αντρειώθηκε με τη μυρουδιά της φτέρης και της οξιάς. Ο πόλεμος γι’ αυτόν ήταν καθημερινό παιχνίδι. Γι’ αυτό γνώριζε καλά τα τερτίπια του. Όταν άρχισε το ξεκαθάρισμα δεν έφερε τη μεγάλη έκπληξη ή τον άπειρο ενθουσιασμό. Ήταν απλά η φυσική συνέχεια της ζωής του. Ο Μελάς όμως ξετινάχτηκε από την καλοπέραση και τη ζεστασιά κι ήρθε στη Μακεδονία για να βρει τη μοίρα του. Ο Μελάς δεν ήξερε τον πόλεμο. Απ’ όπου περνούσε περνούσε φανερά και χαμογελούσε. Τον ακολουθούσαν η προδοσία των κομιτατζήδων και τα τουρκικά αποσπάσματα. Ακόμα, χωρίς φόβο το λέω, τον ακολουθούσε η καταστροφή. Τούρκοι και Βούλγαροι με τσεκούρι και φωτιά έπεφταν στα χωριά που περνούσε και στους ανθρώπους που έρχονταν σ’ επαφή. Τούτο έφερε και τον πρόωρο χαμό του. Όμως ίσως αυτό το φανερό του πέρασμα μαζί με το γλυκό χαμόγελο και τη συγχώρεση, έφερε την ανάσταση στις καρδιές των Μακεδόνων. Έτσι ο Παύλος Μελάς έγινε ο μακεδονικός θρύλος Μίκης Ζέζας».

Όμως, αγαπημένε μας Παύλο Μελά,
Ανάσταση δεν προκαλούσες μόνο με το πέρασμά σου. Άκου τι άλλο γράφτηκε για σένα:
«Καμιά φορά είσαι υποχρεωμένος να σταματήσεις έκθαμβος μπροστά στην ψυχική ανάταση που προκαλεί ένα τραγικό γεγονός. Κάτι τέτοιο προκάλεσε ο θάνατος του Π. Μελά». Το πιο γνωστό κι αγαπημένο δημοτικό τραγούδι σου, το «Σαν τέτοια ώρα στο βουνό», έγινε ύμνος όχι μόνο στη μαρτυρική Μακεδονία, αλλά σ’ όλο τον ελληνικό χώρο και, ως την κρίσιμη δεκαετία του 1980, δε γινόταν γάμος εδώ, στα Κορέστια, χωρίς να παιχτεί από τα όργανα την ήρεμη ώρα του γαμήλιου τραπεζιού . Γιατί το συγκεκριμένο τραγούδι εκφράζει ίσως καλύτερα απ’ όλα τ’ άλλα, που είναι στ’ αλήθεια πολλά, εκτός από σένα, τον τόσο ξεχωριστό ήρωα, και την αιώνια ευγνωμοσύνη μας, γιατί θυσιάστηκες για τους Μακεδόνες. Κι έχουμε πλήρη συναίσθηση πόσο μεγάλη ήταν η θυσία σου∙ τόση που ακόμα και η φύση συμμετέχει στο βαρύ πένθος: στα τραγούδια που ειπώθηκαν για σένα τα πουλιά μεταφέρουν το θλιβερό μαντάτο, «Τον Παύλο μας τον βάρεσαν, τον έχουν ξαπλωμένο/μαύρα πουλιά τον τραγουδούν κι άσπρα πουλιά τον κλαίνε», τα βουνά βαριαναστενάζουν, τα κλαριά, τα δέντρα,… «Γέρο, βρε γερο-πλάτανε/χαμήλωσ’ τα κλωνάρια/να μην το δούνε τα σκυλιά/πώς κλαίν’ τα παλικάρια».

Κι ενώ στα δημοτικά μας τραγούδια ένα πουλί κελαηδάει μέσα στο αρχοντικό σου, μεταφέροντας λόγια κι επιθυμίες σου, στην πραγματικότητα είναι ο Δυτικομακεδόνας τραγουδιστής του Αγώνα, ο Μπύτιας, που μετά τον θάνατό σου κατεβαίνει στην Αθήνα, έξω απ’ το αρχοντικό σου παίζει με το κλαρίνο του «τους γλυκούς παραπονιάρικους σκοπούς των Μακεδόνων, τον θρήνο τους» και διηγείται στην «πνιγμένη στο πένθος» οικογένειά σου, «στις άδολες και τρυφερές ψυχές των μικρών παιδιών» σαν παραμύθι τη λεβεντιά και τον θάνατο του σπουδαίου πατέρα τους .

Κι επειδή εμείς οι Μακεδόνες δεν ξεχνάμε και δε σε ξεχνάμε, μια δασκάλα ξεχωριστή, η Βιολέτα Παπαθανασίου, η Πρόεδρος του Συνδέσμου Μοναστηριωτών και των πέριξ «Η Καρτερία» που έφυγε πέρσι από τη ζωή, η Βιολέτα που υπηρέτησε εδώ, στον Μελά, από το 1952 ως το 1962, κι όπως η ίδια λέει την ατσάλωσε η 4ωρη ορεινή διαδρομή από δω ως τη Φλώρινα που έκανε συχνά για υπηρεσιακούς λόγους, πήρε το 1961 τους 45 μαθητές του μονοθέσιου τότε σχολείου και, αφού περπάτησαν 4 ώρες ως τη Φλώρινα, ταξίδεψαν με λεωφορείο στην Αθήνα, για να γνωρίσουν την πολυαγαπημένη σου σύζυγο, την πάντα μαυροντυμένη μετά τον θάνατό σου.

Η Ναταλία, λοιπόν, κατέβηκε τη σκάλα του διώροφου καταπληκτικού σπιτιού τους κι ευχαρίστησε τους από εδώ επισκέπτες της, λέγοντάς τους: «Σ’ ευχαριστώ, Βιολέτα. Σήμερα ήρθε ο Παύλος στο σπίτι», ενώ στη συνέχεια τους περιποιήθηκε με τον καλύτερο και πιο ζεστό τρόπο. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αυτή τη στιγμή αν κάποιος από τους σημερινούς κατοίκους του χωριού, που, όσο ξεχασμένοι κι αν νιώθουν και με το δίκιο τους μάλιστα, ακρίτες πραγματικοί είναι, καθώς φυλάγουν ιερά και Θερμοπύλες, ήταν τότε στην ομάδα των επισκεπτών του αρχοντικού σου, που σήμερα πλήττεται από την εγκατάλειψη-θα ήθελα πολύ να το μάθω.

Αγαπημένε και μεγάλε μας ήρωα,
Το ξέρεις πολύ καλά πως με τον θάνατό σου, μα και τη ζωή σου, έγινες ένα ισχυρό σύμβολο για όλους μας. Το ακούσαμε στα συλλαλητήρια που οργανώθηκαν με αφορμή την επίμαχη συμφωνία∙ ήσουν στα χείλη των νέων που «Γερά, γερά, στα χνάρια του Μελά» φώναζαν με πάθος! Το ζούμε στα σχολεία μας, που, οποιαδήποτε πτυχή του Μακεδονικού Αγώνα κι αν προσπαθήσει ο ομιλητής να προσεγγίσει, η κουβέντα σε σένα έρχεται πάντα. Για σένα θέλουν τα παιδιά να μάθουν και να τα μάθουν όλα!

Γιατί σήμερα περισσότερο από ποτέ τα παιδιά μας έχουν ανάγκη από πρότυπα∙ σήμερα που ένας από τους λόγους της κρίσης είναι η έλλειψη προτύπων, το παράδειγμα το δικό σου, είναι ένας ασφαλέστατος οδηγός για να ξεπεραστεί η κρίση, να ορθωθεί η Πατρίδα και να λάμψει ωραία και δυνατή και πάλι, έτσι όπως της αξίζει κι όπως τη θέλουμε όλοι μας!!! Και δε χρειάζεται να κάνουμε όλα όσα έκανες εσύ για την Πατρίδα! Και μόνο εκείνο το συγκλονιστικό που ψιθύρισες την ύστατη στιγμή της ζωής σου, το «Και πες τους πως το χρέος μου το έκαμα» και μόνο αυτό αν κάνουμε πράξη εμείς, ήδη θα έχουμε κάνει το σπουδαιότερο γι’αυτήν. Και θα έχουμε τιμήσει και την Πατρίδα κι εσένα με τον καλύτερο τρόπο!

Αιωνία η μνήμη σου, Παύλο Μελά, ολοφώτεινο σύμβολο της Ελλάδας και μακάρι και παντοτινός οδηγός μας!


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17 Οκτωβρίου 2019, αρ. φύλλου 1005.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.