12.1.20

Η κεφαλή του αειμνήστου εθνομάρτυρος Παύλου Μελά


Παύλος Μελάς

Αφηγήσεις αγωνιστού*


[Επιμέλεια: Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου]


Καστοριά 9-11-1959

Αγαπητέ Κύριε Μόδη,

Κατά τας τελευταίας ημέρας του Απριλίου του 1907 εστάλην υπό του τότε Μητροπολίτου αειμνήστου Καραβαγγέλη εις Πισοδέριον να παραλάβω την κεφαλήν του Ήρωος Παύλου Μελά, διότι την 1ην ή 2αν Μαΐου του ιδίου έτους θα εγένετο η ανακομιδή των λειψάνων του, ελθούσης επί τούτω εν Καστορία της Κυρίας Ναταλίας Μελά μετά του διερμηνέως του Προξενείου κ. Χωναίου.

Κατόπιν συνεννοήσεως Καραβαγγέλη και Χωναίου, εζητήθη από τας αρχάς όπως με χορηγήσουν δια την ασφάλειάν μου δύο σουβαρήδες (εφίππους χωροφύλακας) προκειμένου να μεταβώ εις Φλώριναν και παραδώσω εις τον άνω Μητροπολίτην ένα σταυρόν - δήθεν ανήκοντα εις τον Μητροπολίτην Φλωρίνης και παραλάβω από τον Μητροπολίτην Φλωρίνης τον σταυρόν του Μητροπολίτου Καραβαγγέλη διότι δήθεν θα μετέβαινεν εις Κωνσταντινούπολιν ως συνοδικός, υπό το πρόσχημα αυτό θα μετέβαινον δια την παραλαβήν της κεφαλής του αειμνήστου Μελά.

Πράγματι, την επομένην παρέλαβον μίαν βαλίτσαν εκ της Μητροπόλεως με την κορώναν όπου επρόκειτο να τοποθετήσω την κεφαλήν, και ένα σταυρόν χωριστά εις μίαν σακκούλαν και ντυμένος με γκέγκυκα ρούχα ξεκινήσαμεν και φθάσαμεν εις Ζέλοβον (Ανταρτικό). Εκεί, η συνοδεία μάς παρέδωσεν εις άλλας αρχάς. Επειδή δε εις Ζέλοβον υπηρετούσαν πληρωμένοι από το Ελλ. Κομιτάτον οι Φυήν Ομπασής και Γκέντα (χωροφύλακες Τούρκοι), μόλις μας είδαν, ανησύχησαν, αλλά μ’ένα μου νεύμα αντελήφθησαν ότι δεν πρέπει να ανησυχούν.

Αφού μας παρέδωσαν, ο Ομπασής-δεκανεύς-Φυήν ανέθεσεν εις τον χωροφύλακα Γκέντα, όστις με συνοδείαν 15 στρατιωτών με παρέλαβε και μαζί εφθάσαμεν εις Πισοδέριον. Εκεί με αφήκαν ελεύθερον. Το ίδιο βράδυ, μη ευρών την Επιτροπήν παρά μόνον τον Ναούμ Λιάκον, ανέφερον αυτώ τα της επισκέψεώς μου. Αρνηθείς όμως ούτος να μου επιτρέψη να εκπληρώσω την αποστολήν μου, ηναγκάσθην να μεταβώ εις Φλώριναν. Καταλύσας εις το χάνι του Χατζηνάκου, συνήντησα ερχόμενον εκ του Προξενείου Μοναστηρίου τον Λάζαρον Τσάμην, όστις μου είπεν ότι το βράδυ θα μεταβώμεν δια τον σκοπόν αυτόν εις Πισοδέριον.

Κατά τύχην, με συνήντησεν εις το χάνι αυτό ο Ντιβίκος, όστις είχεν πρακτορείον μεταναστεύσεως στην Καστοριά, βουλγαρόφωνος και βουλγαρόφιλος, όστις μετέβη εις τας αρχάς Φλωρίνης και με κατήγγειλεν ως Αξιωματικόν, ειπών ότι εγώ μετά του Τσάμη ανεχωρήσαμεν προς την κατεύθυνσιν του Πισοδερίου. Τότε αι αρχαί απέστειλον εκ Φλωρίνης δύο σουβαρήδες προς Πισοδέριον δια να με συλλάβουν. Αλλά έως ότου έλθουν αυτοί εις Πισοδέριον, εγώ μετά του Τσάμη είχαμε πάρει την κεφαλήν και την τοποθετήσαμε στη Μήτρα (κορώνα).

Την ώρα που ετοιμαζόμεθα να φάμε, ήλθον οι σουβαρήδες, οι οποίοι, μόλις με είδον, είπαν στον Τσάμη: “Αυτός είναι αξιωματικός; Κρίμα που θα τον ανησυχήσουμε” ως τόσον, την επομένην με ωδήγησαν εις Φλώριναν μόνον εμέ. Προ της αναχωρήσεώς μου εκ Πισοδερίου είχον συνεννοηθή με τον Λάζαρον Τσάμην να με συνοδεύση και ένας έξυπνος άνθρωπος, όστις, μόλις φθάναμε εις Φλώριναν, να παραλάβη τον ίππον μου με την βαλίτσαν ένθα ήτο η κορώνα και να κατευθυνθή αμέσως εις την Μητρόπολιν.

Πράγματι, φθάσαντες εις Φλώριναν, εγώ μεν, έχων τον σταυρόν εις μίαν σακκούλαν, ωδηγήθην εις τον Γιούμπασην, όστις ο ίδιος προσωπικώς με ωδήγησεν εις τον Καϊμακάμην, ο δε άνθρωπος που με συνώδευσεν μετέβη εις την Μητρόπολιν, ένθα και παρέδωσεν την βαλίτσαν με την Μήτραν και το κεφάλι. Και εγώ μεν αφού εδάρην ανηλεώς και τέσσαρες φορές ελιποθύμησα, ωδηγήθην εις τας φυλακάς, ο δε τότε Μητροπολίτης Φλωρίνης την ιδίαν νύκτα, δια του ανεψιού του και με το άλογο που είχα φορτωμένην την βαλίτσαν, με την Μήτραν και το κεφάλι, το απέστειλε εις Καστορίαν άνευ ουδενός επεισοδίου.

Παραμείνας φυλακισμένος εις Φλώρινα 1 εβδομάδα, δεν εύρισκον μέσον να συνεννοηθώ με τον Μητροπολίτην.  Την επομένην όμως, ο Αθανάσιος Παπαστυλιάδης εκ Μπελκαμένης (Δροσοπηγής), εργολάβος και Κάλφας, έχων εις Φλώριναν αναλάβει έργο πλησίον εις τας Φυλακάς, ήλθεν εκ Καστορίας εις Φλώριναν και ήρχισε να ομιλή Ελληνικά εις αρβανίτας οικοδόμους. Ακούσας εγώ την ελληνικήν γλώσσαν, πλησίασα εις το παράθυρο και τον ηρώτησα τι είναι.

Τότε μου είπεν: “Μίλα ελεύθερα γιατί εγώ για σένα ή
τοηρθα”. Αφού τον διαβεβαίωσα ότι πρέπει να είναι ήσυχοι, μετέβη εις τον Μητροπολίτην Φλωρίνης και, αφού είπεν ό,τι του είπον, την επομένην ενήργησεν ο Μητροπολίτης δια την αποφυλάκισίν μου και την επέτυχεν. Έπρεπε όμως να σταλώ εκ νέου εις Καστορίαν δια να αποδειχθή ότι εγώ πράγματι δεν ήμην αξιωματικός.

Την επομένην με συνοδείαν και με φάκελλον εφθάσαμεν εις Ανταρτικόν, όπου πάλιν με παρέλαβεν ο Φυήν Όμπασης, ο οποίος συνεννοούμενος πάντοτε με τον Τράικον Λαντζάκην, έσχισε τα χαρτιά, με στρατόν δε και πάλιν με τον χωροφύλακα εδικαιολογήθη ότι έπρεπε να με συνοδεύσουν δια την ασφάλειάν μου μόνον καθ’οδόν διότι τέτοια διαταγή είχεν και όχι ότι ήμην κρατούμενος. Έτσι έχει το ζήτημα της μεταφοράς της κεφαλής του αειμνήστου Μελά. Ήτο καθαρώτατο, δεν ήτο μπαλσαμωμένο. Το παρέλαβον από την Αγίαν Παρασκευήν του Πισοδερίου.


(*) Ο Παναγιώτης Ζησιάδης, από την πόλη της Καστοριάς, ήταν πράκτορας Β’τάξης στον Μακεδονικό Αγώνα. Στις 9/11/1959 έστειλε την παραπάνω επιστολή στον τότε πολιτευτή Φλωρίνης γνωστό μακεδονομάχο και σπουδαίο συγγραφέα του Μακεδονικού Αγώνα Γεώργιο Χ. Μόδη, ο οποίος του είχε ζητήσει πληροφορίες για τον τρόπο μεταφοράς της σεπτής κεφαλής του Παύλου Μελά από το Πισοδέρι στην Καστοριά. Όπως του είχε γράψει ο Γ. Μόδης, είχε επικοινωνήσει και με τη σύζυγο του ήρωος Παύλου Μελά, τη Ναταλία. Ο Παναγιώτης Ζησιάδης έγραψε την επιστολή αυτή για να φανεί η αλήθεια σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα, δημοσιεύτηκε δε στο περιοδικό της Φλώρινας Αριστοτέλης (τεύχ. 18, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1959).


Φωτογραφία: Ο τάφος του Παύλου Μελά όπως δημιουργήθηκε πρώτα στην Καστοριά. Φωτογραφία του 1904 του Λεωνίδα Παπάζογλου.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 10 Οκτωβρίου 2019, αρ. φύλλου 1004


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.